Όπως είχε προαναγγελθεί τις τελευταίες ημέρες μέσω διαρροών στον τουρκοκυπριακό Τύπο, η Άγκυρα ανακοίνωσε πριν από λίγο ότι στέλνει έξι μαχητικά F-16, καθώς και συστήματα αεράμυνας στα Κατεχόμενα, αφήνοντας μάλιστα ανοικτό το ενδεχόμενο λήψης «πρόσθετων μέτρων» σε περίπτωση που αυτό κριθεί αναγκαίο, αναλόγως προφανώς των εξελίξεων. Η κίνηση αποτελεί, προφανώς, απάντηση στην αποστολή των δύο ελληνικών φρεγατών και των τεσσάρων F-16 στην Κύπρο, με τη δημόσια συζήτηση τις τελευταίες ημέρες πέριξ του ρόλου της Αθήνας στη μεγαλόνησο να έχει λάβει σημαντικές διαστάσεις, προκαλώντας αντίκτυπο στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Η στρατιωτική ισχύς της Τουρκίας στο νησί
Η Άγκυρα, άλλωστε, διαθέτει ισχυρή δύναμη πυρός στα Κατεχόμενα, με περισσότερους από 40.000 στρατιώτες, ενώ από τις αεροπορικές βάσεις της νοτιοανατολικής Τουρκίας, τα μαχητικά της φθάνουν στη μείζονα περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου και δη μεταξύ της Κύπρου και της Μέσης Ανατολής μέσα σε μόλις λίγα λεπτά.
Η κυβέρνηση Ερντογάν επιδιώκει να τονώσει το αίσθημα εντός της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, επιβεβαιώνοντας ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να δρα ως προστάτιδα ή αλλιώς εγγυήτρια δύναμη στο νησί, ανεξαρτήτως των διεθνών εξελίξεων. Σε αυτό το πλαίσιο, άλλωστε, ήταν και οι αντιδράσεις που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας από τα Υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας της γείτονος έναντι της αποστολής των ελληνικών στρατιωτικών μονάδων στην Κύπρο.
Οι δηλώσεις Δένδια στο επίκεντρο της τουρκικής προσοχής
Στο μικροσκόπιο των Τούρκων βρέθηκαν τις περασμένες ημέρες και οι δηλώσεις της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, με τον υπουργό Άμυνας Νίκο Δένδια να επισημαίνει στο «Βήμα της Κυριακής» ότι «θα ήταν ιστορικά και εθνικά ασυγχώρητο, σε μια τόσο δύσκολη συγκυρία, η Ελλάδα να γυρίσει την πλάτη στην Κύπρο».
Στην Άγκυρα, μάλιστα, έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η αποστροφή του κ. Δένδια ότι οι ελληνικές δυνάμεις θα προστατεύουν την Κυπριακή Δημοκρατία και τους «νόμιμους κατοίκους της», στους οποίους προφανώς συμπεριλαμβάνονται οι Τουρκοκύπριοι, όχι όμως τα παράνομα στρατεύματα κατοχής.
Η επίσκεψη Μητσοτάκη – Μακρόν και το μήνυμα στην περιοχή
Η ανακοίνωση του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας έρχεται λίγες ώρες πριν αφιχθούν στο νησί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Γάλλος πρόεδρος Εμμάνουελ Μακρόν, σε μια κίνηση με έντονη συμβολική, αλλά και πρακτική αξία. Η Γαλλία είναι μια ισχυρή πυρηνική δύναμη, ναυτική δύναμη, με διαχρονικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Συνδέεται με ρήτρα αμυντικής συνδρομής με την Ελλάδα, έχει σπεύσει στο παρελθόν να στηρίξει την Αθήνα (κρίση 2020) και συνδέεται με στρατηγική συνεργασία και με τη Λευκωσία. Ελλάδα, Γαλλία και Κύπρος δημιουργούν εν μέσω της πολεμικής κρίσης με εκτόπισμα στην ευρύτερη περιοχή. Κίνηση, η οποία προφανώς προβληματίζει την Άγκυρα.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της άμυνας και οι νέοι σχηματισμοί ασφάλειας
Παραλλήλως, Ελλάδα και Γαλλία όμως αναλαμβάνουν αξιοσημείωτο μερίδιο ευθύνης στην ευρωπαϊκή άμυνα σε μια εποχή που τόσο οι Αμερικανοί, όσο και το ΝΑΤΟ καλούν σε δράση. Είναι γνωστό ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει ψέξει επανειλημμένως τους Ευρωπαίους για έλλειμμα διάθεσης να εμπλακούν επί του πεδίου.
Υπενθυμίζεται ότι Ελλάδα και Γαλλία πρωταγωνιστούν στο δαιδαλώδες εγχείρημα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας ήδη από το 2021, ενώ οι δύο χώρες συνεργάζονται και σε άλλες επιχειρήσεις όπως οι ASPIDES για την προστασία της διεθνούς ναυτιλίας.
Η δε παρουσία και των έτερων ισχυρών ευρωπαίων στα ανοικτά της Κύπρου- Ιταλοί, Γερμανοί, Βρετανοί, Ολλανδοί- ουσιαστικά αποτελεί και μια πρόβα για τη δημιουργία στο μέλλον μικρότερων και πιο ευέλικτων σχημάτων, τα οποία μπορούν να πρωταγωνιστήσουν ως αμυντικοί εταίροι στον νέο κόσμο που βρίσκεται υπό διαμόρφωση.






