Μια τραχιά θηλιά ακουμπά στο τρυφερό δέρμα του λαιμού τους. Ένα αδιόρατο χέρι τη σφίγγει ολοένα και περισσότερο. Οι Ιρανές ασφυκτιούν. Κάποιες επιλέγουν να φύγουν. Κάποιες να υπομείνουν. Η φυγή από την πατρίδα είχε πόνο και αγανάκτηση.
Ζητούσαν ελευθερία. Ζητούσαν οι ζωές και τα κορμιά τους να μην βρίσκονται υπό διαρκή επιτήρηση.
Η Γιασμίν, η Φάρα, η Σουνταμπέ και η Νάζια έφυγαν από το Ιράν γιατί δεν άντεχαν τον ζυγό του θεοκρατικού καθεστώτος των μουλάδων.
Ο θάνατος του Αλί Χαμενεΐ και η έναρξη του πολέμου τις βρίσκει με συναισθήματα ανάμεικτα. Χαρά και φόβος εναλλάσσονται, όσο περιμένουν ένα «είμαστε καλά» από την οικογένεια που άφησαν πίσω.
Μιλούν στο ΒΗΜΑ για τη ζωή τους πριν και μετά τη μεγάλη απόφαση. Διηγούνται τις ιστορίες τους και περιγράφουν όλα όσα νιώθουν για τον εν εξελίξει πόλεμο.
Γιασμίν Αλιζαντέ: «Η γυναίκα στο Ιράν είναι το απόλυτο τίποτα»
Μια ανοιξιάτικη μέρα του Μάρτη του ‘92 ήρθε στον κόσμο η Γιασμίν Αλιζαντέ σε ένα Ιράν με θεσμοθετημένες αντιλήψεις περί «έμφυλης ανεπάρκειας» των γυναικών. Ο πατέρας της ήξερε ότι η πατρίδα τους δεν ήταν ένας τόπος για να μεγαλώσει η κόρη του. Δημοσιογράφος και ταξιτζής ο ίδιος είχε από πρώτο χέρι βιώσει τις συνέπειες του ασφυκτικού κρατισμού της ισλαμικής δημοκρατίας.
Η οικογένεια έπρεπε πια να φύγει όταν ένα άρθρο του πατέρα της δημοσιεύθηκε σε τοπική εφημερίδα χωρίς πρώτα να έχει εγκριθεί από το καθεστώς. «Ό,τι ήταν να γράψει έπρεπε να ελέγχεται», αναφέρει στο ΒΗΜΑ εξιστορώντας την πορεία από το Ιράν μέχρι την Ελλάδα.
Το 2001 πούλησαν ό,τι είχαν και δεν είχαν και έφυγαν. Η Γιασμίν είχε προλάβει να νιώσει τι σημαίνει να είσαι κορίτσι στο θεοκρατικό καθεστώς των μουλάδων.
«Λίγο ή πολύ όλες οι γυναίκες στο Ιράν έχουν έρθει αντιμέτωπες με την αστυνομία ηθών που θα τις σταματήσει στον δρόμο για να τους κάνει παρατήρηση για το χιτζάμπ τους ή να ρωτήσει “γιατί είσαι έτσι βαμμένη;”. Ήμουν πολύ μικρή κι όμως θυμάμαι να περπατάω με τη μητέρα μου στον δρόμο και να μας σταματά μια κυρία για να της πει να βάλει τη φράντζα της μέσα στο χιτζάμπ», θυμάται η Γιασμίν.
Και συνεχίζει: «Πήγα πρώτη δημοτικού σε σχολείο όπου υπήρχαν μόνο κορίτσια και οι δασκάλες ήταν μόνο γυναίκες. Ήμουν αναγκασμένη να φοράω το χιτζάμπ μου ακόμα και την ώρα της γυμναστικής, ακόμα και την ώρα του διαλείμματος, ακόμα κι αν σκάγαμε από τη ζέστη. Δεν υπάρχει επιλογή, δεν υπάρχει ελευθερία. Για τίποτα. Αυτό είναι το πρόβλημα».

Η Γιασμίν Αλιζαντέ.
Οι γονείς της παραμένουν πολιτικοί πρόσφυγες και η ίδια δεν έχει επιστρέψει από τότε στη γενέτειρά της. Οι πρώτες εικόνες θρήνου στους δρόμους του Ιράν για τον θάνατο του Χαμενεΐ, την κάνουν να απορεί κυρίως με τον οδυρμό των γυναικών.
«Η θέση της γυναίκας; Είναι το απόλυτο τίποτα. Όταν μία γυναίκα δεν έχει δικαιώματα πάνω της, στο σώμα της, στις επιλογές της, στις σπουδές της, στο τι θα φοράει, στο πώς θα μιλάει, τι είναι αν όχι το απόλυτο τίποτα;
Για να εκδώσει διαβατήριο και για να ταξιδέψει μια γυναίκα στο Ιράν χρειάζεται την άδεια του άντρα ή του πατέρα της. Το ίδιο και για να εγχειριστεί. Η γυναίκα στο Ιράν δεν μπορεί εύκολα να ζητήσει διαζύγιο κι αν το κάνει χάνει την επιμέλεια των παιδιών της. Ακόμα και η αξία της ζωής της θεωρείται μισή ενός άντρα.
Μπορούν να σε παντρέψουν από 10 χρονών, ακόμα και από τα 7, εφόσον δώσει άδεια ο πατέρας ή ο αδερφός σου. Κι όλα αυτά είναι νόμιμα. Πώς είναι δυνατόν να είναι θλιμμένες για τον θάνατο του Χαμενεΐ; Εγώ το χαρακτηρίζω πλύση εγκεφάλου αυτό που τους συμβαίνει».
Ενώ σχεδόν όλοι οι συγγενείς της βρίσκονται στο Ιράν, δεν μπορεί να επικοινωνήσει για ακόμα μία φορά μαζί τους. Η διακοπή των τηλεπικοινωνιών αποτελεί άλλωστε πάγια τακτική του καθεστώτος. Ένα «μην ανησυχείτε για εμάς» κατάφερε να της στείλει η ξαδέρφη της τις πρώτες ημέρες του πολέμου.
«Ήμουν αναγκασμένη να φοράω το χιτζάμπ μου ακόμα και την ώρα της γυμναστικής, ακόμα και την ώρα του διαλείμματος, ακόμα κι αν σκάγαμε από τη ζέστη».
«Νομίζω πλέον όλοι έχουμε καταλάβει τι εστί Ισλαμική Δημοκρατία. Το έχει δείξει ξεκάθαρα τους τελευταίους μήνες αλλά και όλα τα άλλα 47 χρόνια. Για εμάς είναι μια τρομοκρατική οργάνωση που δεν τη νοιάζει καθόλου η ανθρώπινη ζωή. Το απέδειξε άλλωστε στις ειρηνικές διαδηλώσεις του Ιανουαρίου. Βγήκαν στους δρόμους με τα όπλα και σκότωσαν πάνω από 50.000 κόσμο.
Μας σκοτώνουν για το παραμικρό. Οπότε τι να φοβηθούμε; Τον Τραμπ που ρίχνει βόμβες σε στρατιωτικούς στόχους; Έπρεπε να γίνει αυτό για να πέσει το καθεστώς. Μόνο αυτός ο τρόπος υπάρχει και το χαρήκαμε.
Τώρα για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, όλοι ανησυχούμε. Ξέρουμε ότι υπάρχουν συμφέροντα και η εξέλιξη μάς τρομάζει. Ελπίζουμε οι ΗΠΑ να τηρήσουν τις υποσχέσεις που έδωσαν στον ιρανικό λαό».
Φάρα Ταχέρι: «Αυτός ο πόλεμος είναι σαν χειρουργείο για να βγει ένας καρκίνος από το σώμα»
Οι αιματοβαμμένες διαδηλώσεις του Ιανουαρίου ήταν η στιγμή της τραγικής κορύφωσης μιας πεντηκονταετίας καταπίεσης και υποταγής σε ένα καθεστώς που ξερίζωνε θεμελιώδη δικαιώματα.
«Εμείς τα τελευταία 47 χρόνια είμαστε σε έναν πόλεμο με το καθεστώς. Μέσα σε δύο ημέρες διαδηλώσεων σκότωσαν 40.000 συμπατριώτες μου. Αυτό ήταν που ξύπνησε μεγάλη οργή», αναφέρει στο ΒΗΜΑ η γεννημένη στην Τεχεράνη Φάρα Ταχέρι η οποία τα τελευταία 25 χρόνια ζει στην Ελλάδα. Πίσω στο Ιράν η μητέρα της ρωτά ξανά και ξανά αν αληθεύει ότι ο Αλί Χαμενεΐ είναι νεκρός.
«Για εμάς δεν είναι πόλεμος. Δεν φοβάται κανείς. Λέμε ότι είναι πιο τρομακτικό να ζήσουμε με αυτό το καθεστώς».
«Φύγαμε από το Ιράν για τους ίδιους λόγους που έχουν φύγει 10 εκατομμύρια Ιρανοί. Θεωρείτε τυχαίο ότι τόσοι άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει την πατρίδα τους; Και δεν μιλάμε για οικονομικούς μετανάστες. Η πλειονότητα είναι μορφωμένοι με πτυχία και καριέρα».

Η Φάρα Ταχέρι.
Διατηρεί στενούς δεσμούς με τη μητέρα πατρίδα, αν και κάθε φορά που την επισκέπτεται είναι ιδιαίτερα προσεκτική στην εμφάνισή της, ξέροντας ότι η αστυνομία ηθών καραδοκεί. «Τα πράγματα στο Ιράν είναι πολύ ζόρικα για όλους, αλλά κυρίως για τις γυναίκες.
Οι γυναίκες που κλαίνε για τον Χαμενεΐ είναι λες και κλαίνε τα πρόβατα που πέθανε ο λύκος. Πριν το ‘79 ζούσαμε μια φυσιολογική ζωή, για παράδειγμα η μητέρα μου ήταν ελεύθερη να ντυθεί όπως ήθελε.
Ο κόσμος είχε τη θρησκεία ξεχωριστά από την πολιτική, όταν αυτά έμπλεξαν, η κατάσταση έγινε πολύ δύσκολη και τα δικαιώματά μας χάθηκαν. Όποτε πηγαίνω στο Ιράν προσέχω πάρα πολύ. Δεν θέλω να δώσω δικαιώματα γιατί φοβάμαι να μην μπλέξω και δεν μπορώ να επιστρέψω στην Ελλάδα».
Στην περίπτωση του Ιράν ο πόλεμος επιδέχεται παραπάνω των μία επεξηγήσεων. Η Φάρα παρομοιάζει τον πόλεμο με ένα αναγκαίο χειρουργείο για να γλιτώσει το σώμα από ένα καρκίνωμα.
«Ξέρουμε ότι υπάρχει πόνος, ξέρουμε ότι είναι δύσκολο, πρέπει όμως να γίνει για να σωθεί το σώμα. Έβλεπα εικόνες μιας κοπέλας που είχαν χτυπήσει το σπίτι της επειδή ήταν δίπλα σε μια στρατιωτική βάση και έλεγε “έχει γκρεμιστεί το σπίτι μου, αλλά δεν με νοιάζει καθόλου. Αν δεν γίνει έτσι δεν θα σωθούμε ποτέ”.
Για εμάς δεν είναι πόλεμος. Δεν φοβάται κανείς. Λέμε ότι είναι πιο τρομακτικό να ζήσουμε με αυτό το καθεστώς παρά να βλέπουμε τα χτυπήματα σε συγκεκριμένους στόχους. Οι Ιρανοί ξέρετε τι λένε; Το καθεστώς σκότωσε στις διαδηλώσεις του Ιανουαρίου μέσα σε δύο ημέρες 40.000 άτομα. Τι πιο τρομακτικό από αυτό;».
Όπως μάς περιγράφει η Φάρα αυτή τη φορά ο φόβος έχει πάει στην άκρη, εντός κι εκτός Ιράν. «Πάντα ζούσαμε με φόβο, ακόμα κι εμείς που ήμασταν μακριά από το Ιράν. Εγώ προσωπικά έχω δεχθεί απειλές. Είναι η πρώτη φορά που έχουμε παραμερίσει τον φόβο γιατί αυτή τη φορά το πιστεύουμε. Όσοι είμαστε εκτός βγήκαμε μπροστά για να γίνουμε η φωνή των μέσα που δεν μπορούν να μιλήσουν.
Γίνονταν διεργασίες αρκετό καιρό. Ο Ρεζά Παχλαβί είναι ο μοναδικός που ο κόσμος μπορεί να εμπιστευτεί. Μας θυμίζει ένα δημοκρατικό παρελθόν και μία νοσταλγία από τις καλές μέρες του Ιράν».
Σουνταμπέ Μπαλεσίνι: «Πώς αντιμετωπίζεις τη βία; Πώς αντιμετωπίζεις έναν σφαγέα;»
«Τους τελευταίους δύο μήνες, από από αρχές Γενάρη, όταν ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις στο Ιράν, εμείς ήμασταν συνεχώς σε επαγρύπνηση. Περιμέναμε τι θα γίνει στη συνέχεια. Ήταν οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις που έχουν γίνει εδώ και 47 χρόνια. Εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν στον δρόμο, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα του Ρεζά Παχλαβί.
Έγινε σφαγή. Ήταν το αποκορύφωμα. Ήμασταν όλοι μουδιασμένοι, παγωμένοι, εξοργισμένοι με τον βαθμό αγριότητας του καθεστώτος. Εγώ σκεφτόμουν ότι το μόνο που θέλω είναι να βρεθεί ένας τρόπος να τιμωρηθούν και να φύγουν», περιγράφει στο ΒΗΜΑ η Σουνταμπέ Μπαλεσίνι, η οποία έφυγε από το Ιράν το 1996 σε ηλικία 21 ετών.
Σπούδαζε Κοινωνιολογία και Παιδοψυχολογία κι έκανε έρευνα σε ιδρύματα για παιδιά που είχαν απομακρυνθεί από τις οικογένειές τους ή είχαν παραβατική συμπεριφορά. Τα αποτελέσματα των ερευνών της θεωρήθηκαν ενάντια στις αρχές του Ισλάμ και της απαγορεύτηκε να τα δημοσιεύσει. Ακολούθησε αποβολή από το πανεπιστήμιο για έναν χρόνο. Η απόφαση για φυγή ήταν ήδη ειλημμένη.
«Καταλαβαίνω τον κόσμο που σήμερα μιλάει για επιχείρηση διάσωσης. Βλέπουν να σκοτώνονται οι δυνάστες τους».
Όταν η είδηση του πολέμου έγινε γνωστή, τα συναισθήματα ήταν και παραμένουν για εκείνη ανάμεικτα. «Από τη μία ανησυχείς για τους δικούς σου ανθρώπους και από την άλλη όμως λες με τι τρόπο τελικά θα μπορούσαμε να γλιτώσουμε από αυτούς.

Η Σουνταμπέ Μπαλεσίνι.
Πώς αντιμετωπίζεις τη βία; Πώς αντιμετωπίζεις έναν σφαγέα; Δύο μήνες φωνάζαμε και παρακαλούσαμε τη διεθνή κοινότητα να ασχοληθεί, να δει πώς έχουν καταπατήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα, πώς έμπαιναν στα νοσοκομεία και εκτελούσαν τους τραυματίες, πώς άφηναν τους τραυματίες στον δρόμο να πεθάνουν από αιμορραγία, πώς συλλάμβαναν τους τραυματίες τους αφαιρούσαν τα όργανα και μετά τους σκότωναν.
Κατέβηκαν στις διαδηλώσεις με πολυβόλα. Οι ελεύθεροι σκοπευτές στόχευαν παιδιά. Υπάρχει βίντεο στο οποίο φαίνεται ένας πατέρας να περπατά με τον γιό του δίπλα του και ο ελεύθερος σκοπευτής σημαδεύει το στήθος του παιδιού».
Για τη Σουνταμπέ κανένας πόλεμος δεν μπορεί να ιδωθεί ως επιχείρηση διάσωσης ενός λαού. «Οι Αμερικάνοι και το Ισραήλ σίγουρα έχουν τα δικά τους συμφέροντα σε αυτόν τον πόλεμο. Δεν έρχονται να ρίξουν το καθεστώς για να σώσουν εμάς.
Έρχονται για να σώσουν τα δικά τους τα συμφέροντα. Δεν έχω εμπιστοσύνη στο πως θα μας αντιμετωπίσει η διεθνής κοινότητα. Γιατί φοβάμαι ότι και τώρα οι Αμερικάνοι θα τα βρουν με το μετριοπαθές κομμάτι αυτής της εξουσίας και θα ξεχάσουν τα αιτήματα που έχει αυτός ο λαός».
Αναρωτιέται: «Πείτε μου όμως έναν άλλο τρόπο που θα μπορούσαμε να ξεμπερδέψουμε με το καθεστώς. Τα παιδιά μας, οι γονείς μας βγήκαν στον δρόμο και δολοφονήθηκαν. Καταλαβαίνω τον κόσμο που σήμερα μιλάει για επιχείρηση διάσωσης. Βλέπουν να σκοτώνονται οι δυνάστες τους».
Φέρνει στη μνήμη της τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια. «Ήμουν 6 χρονών στο σχολείο και αποφάσισαν ότι πρέπει να φοράμε όλα τα κορίτσια μαντήλα. Όταν ήμουν έφηβη βγαίναμε στον δρόμο με τον αδερφό μου μας σταματούσε η αστυνομία των ηθών και μας ρωτούσε τι σχέση έχουμε μεταξύ μας, μήπως και ήμασταν ζευγάρι».
Η επικοινωνία με συγγενείς και φίλους παραμένει δυσχερής. Κατάφερε να έχει μια σύντομη συνομιλία με τον ξάδερφό της για να τη διαβεβαιώσει ότι όλοι είναι καλά. Η κουβέντα τους έκλεισε με την εξής φράση: «μην φοβάσαι, από τους Αμερικάνους δεν κινδυνεύουμε. Κινδυνεύουμε από το δικό μας καθεστώς. Οι δικοί μας μέσα σε δύο νύχτες σκότωσαν δεκάδες χιλιάδες».
Νάζια Ματάνι: «Δεν θέλουμε να βομβαρδίζεται η χώρα μας, δεν έχουμε όμως άλλη επιλογή»
«Για 47 χρόνια δεν υπήρχε ελπίδα. Βγαίναμε στους δρόμους με γυμνά χέρια και μας απαντούσαν με σφαίρες, συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις. Δεν θέλαμε πόλεμο και είναι άδικο όταν μας κατηγορούν ότι τον επιδιώκουμε.
Είμαστε φοβισμένοι. Δεν θέλουμε να βομβαρδίζεται η χώρα μας, αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή. Κανείς δεν θέλει να σκοτωθεί κι όμως είναι πολλοί αυτοί που λένε “αν πεθάνω και η χώρα μου ελευθερωθεί, το προτιμώ”», περιγράφει στο ΒΗΜΑ η Νάζια Ματάνι, κάτοικος Ελλάδας από το 2018 και ήδη 17 χρόνια εκτός Ιράν.
Μιλάει με ειλικρίνεια, ξέροντας ότι στην Ελλάδα έχει μια καλή ζωή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σταματά να κουβαλά στην ψυχή τη χώρα της. Οι γονείς και τα αδέρφια της παραμένουν στην Τεχεράνη, αρνούμενοι να την εγκαταλείψουν για μια πιο ασφαλή περιοχή.

Η Νάζια Ματάνι.
«Θέλουν να είναι παρόντες. Θέλουν να δουν την ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος. Να είναι εκεί όταν ολοκληρωθεί αυτό που έχει αρχίσει». Χαρούμενη, ικανοποιημένη, προβληματισμένη, ανήσυχη, φοβισμένη. Η κορυφή της συναισθηματικής πυραμίδας της αλλάζει διαρκώς χέρια.
«Την ίδια στιγμή που είμαστε χαρούμενοι, είμαστε και πολύ φοβισμένοι. Μίλησα με την αδελφή μου και της είπα: “Σε παρακαλώ, φύγε από την Τεχεράνη”. Η Τεχεράνη είναι πρακτικά εμπόλεμη ζώνη. Ξέρετε τι μου απάντησε; “Αν επιβιώσω, η ζωή θα είναι διαφορετική. Αν όχι -αν το καθεστώς δεν καταρρεύσει- πιθανότατα θα πεθάνουμε στην επόμενη διαδήλωση”.
«Με άρπαξαν επειδή φαινόταν μια τούφα από τα μαλλιά μου έξω από το χιτζάμπ. Με έσυραν σε ένα βαν».
Στις 8 Ιανουαρίου ήταν έξω με τον αδελφό μου και τη νύφη μου, όταν οι ένοπλες δυνάμεις άρχισαν να πυροβολούν, ήταν πολύ κοντά στο να χτυπηθεί. Είχε μώλωπες και γρατζουνιές στον λαιμό. Αναγκάστηκαν να τρέξουν και να κρυφτούν στο σπίτι ενός άγνωστου ανθρώπου. Εκείνη τη στιγμή πίστευαν ότι μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να ανοίξουν την πόρτα και να τους σκοτώσουν.
Το 2009 ήμουν κι εγώ στους δρόμους. Ήμουν πολύ κοντά στη Νέντα Αγκά Σολτάν όταν πυροβολήθηκε. Περπατούσαμε κυριολεκτικά πάνω στο αίμα της.
Ο αδελφός μου συνελήφθη το 2022 κατά την εξέγερση για τη Μαχσά Αμινί. Έμεινε ενάμιση μήνα σε φυλακή των μυστικών υπηρεσιών, υπέστη ψυχολογικά βασανιστήρια. Δεν ξέραμε καν αν ζούσε. Ήταν πολύ κοντά στο να εκτελεστεί».
Για τη Νάζια Ματάνι ο πόλεμος δεν ξεκίνησε το τελευταίο Σάββατο του Φεβρουαρίου. «Είμαστε σε πόλεμο 47 χρόνια», τονίζει. Η εμπειρία της με την αστυνομία ηθών τη στιγμάτισε. «Η πρώτη μου εμπειρία ήταν όταν ήμουν 14 ετών. Με άρπαξαν επειδή φαινόταν μια τούφα από τα μαλλιά μου έξω από το χιτζάμπ. Με έσυραν σε ένα βαν. Η μητέρα μιας φίλης μου ούρλιαζε.
Φορούσαμε χιτζάμπ από τα 6–7 μας χρόνια. Ήταν υποχρεωτικό. Στεκόμασταν σε σειρές και φωνάζαμε “Θάνατος στην Αμερική, θάνατος στο Ισραήλ”. Δεν είχαμε την ελευθερία της επιλογής.
Οι γυναίκες δεν μπορούν να επιλέξουν πώς θα ντυθούν κι όχι μόνο. Οι άνδρες επίσης δεν έχουν ελευθερίες. Δεν μπορούν να φορέσουν σορτς, να πιουν αλκοόλ, να φιλήσουν τη σύζυγό τους δημόσια, να φάνε στο Ραμαζάνι. Απαγορεύεται ακόμη και να βγάζεις βόλτα τον σκύλο σου. Το καθεστώς είναι απειλή για όλους».







