Στις 5 Μαρτίου 1871 γεννήθηκε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της ευρωπαϊκής επαναστατικής Αριστεράς. Πολωνοεβραία στην καταγωγή, θεωρητικός του μαρξισμού, πολιτική ακτιβίστρια και συνιδρύτρια του γερμανικού κομμουνιστικού κινήματος, η Λούξεμπουργκ άφησε βαθύ αποτύπωμα στην πολιτική σκέψη του 20ού αιώνα.

Ρόζα Λούξεμπουργκ (1871-1919)
Παρά τη μεγάλη θεωρητική και πολιτική της επιρροή, η πορεία της Ρόζας Λούξεμπουργκ έμελλε να ολοκληρωθεί με βίαιο τρόπο, τον Ιανουάριο του 1919 στο Βερολίνο.
Τη μέρα που σκότωσαν την «κόκκινη Ρόζα»
«ΤΟ ΒΗΜΑ» της 23ης Ιανουαρίου 1994, αναδημοσιεύει ένα κείμενο της «Le Monde» υπογεγραμμένο από τον Luc Rosenzweig που ανακαλούσε τη δραματική ιστορία της δολοφονίας της:
«Η διαδρομή της Ρόζας Λούξεμπουργκ, Πολωνοεβραίας γεννημένης το 1871 στο Ζαμότς, είναι μάλλον ταραχώδης. Αντιδρώντας στον ρωσικό απολυταρχισμό και το αντισημιτικό κλίμα που επικρατούσε στην Ανατολική Πολωνία, γράφτηκε στα δεκαεπτά της στο Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.
»Στη Βαρσοβία ένας εργάτης, ο Μαρτίν Κασπρζάκ, δίδαξε σε αυτό το κουτσό κορίτσι που υπέφερε από μια παραμόρφωση της λεκάνης το “νόημα του σοσιαλισμού” και την “τεχνική του παράνομου αγώνα”.
»Το 1889, προκειμένου να αποφύγει την απέλαση, έφυγε από την Πολωνία και βρέθηκε στη Ζυρίχη, ανάμεσα στους εξόριστους ρώσους μαρξιστές: τον Πάβελ Άξελροντ, τη Βέρα Ζασούλιτς και τον Γκεόργκι Πλεχάνωφ, ο οποίος γρήγορα εξετίμησε την “εξαιρετική εξυπνάδα” αυτής της νεαρής που ενοχλούσε το σοσιαλιστικό κατεστημένο με τη ριζοσπαστική θεωρητική της».
Από την εξορία της στη Ζυρίχη, η Ρόζα Λούξεμπουργκ βρέθηκε στο κέντρο των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών συζητήσεων, διακρινόμενη για τη θεωρητική της οξύτητα και τη ριζοσπαστική σκέψη.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (δεξιά) με την Κλάρα Τσέτκιν, γερμανίδα μαρξίστρια θεωρητικό και πολιτικό, το 1910.
Η κοινή πορεία με τον Καρλ Λίμπκνεχτ
Το δημοσίευμα συνδέει την πορεία της Λούξεμπουργκ με εκείνη του Καρλ Λίμπκνεχτ.
Ο Καρλ Λίμπκνεχτ, γιος του σοσιαλδημοκράτη ηγέτη Βίλχελμ Λίμπκνεχτ, διακρίθηκε περισσότερο για τη δράση του στο εργατικό κίνημα, οργανώνοντας τις πρώτες ομάδες των Σπαρτακιστών ενάντια στον μιλιταρισμό.

Καρλ Λίμπκνεχτ (1871-1919)
Ο Luc Rosenzweig σημειώνει:
»Οι δύο μέλλοντες ιδρυτές του γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, τους οποίους ένας επίμονος αλλά ανακριβής μύθος ήθελε συνδεδεμένους όχι μόνο στον πολιτικό αγώνα αλλά και στη ζωή, ήταν χαρακτήρες εντελώς διαφορετικοί, αλλά σε ένα βαθμό συμπληρωματικοί […]
«Τα ονόματα Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ είναι συνδεδεμένα στη γερμανική συλλογική μνήμη με ένα επεισόδιο ταυτοχρόνως τραγικό και ελπιδοφόρο στη σύγχρονη ιστορία της χώρας: την επανάσταση των σπαρτακιστών του Βερολίνου, η οποία έφερε αντιμέτωπους από τον Νοέμβριο του 1918 ως τον Μάιο του 1919 τους κομμουνιστές εργάτες της πρωτεύουσας του Ράιχ και τα σώματα των ατάκτων του ταπεινωμένου από την ήττα αυτοκρατορικού στρατού».
Οι δύο επαναστάτες ανήκαν στο μικρό ποσοστό της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας που αντιτάχθηκε στον εθνικισμό και στον πόλεμο το 1914, όταν η πλειοψηφία του κόμματος στήριξε την πολεμική προσπάθεια της Γερμανίας:
»Ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ […] είχαν αντιτεθεί στην πολιτική της ιερής Ένωσης και στο κύμα του σοβινισμού που σάρωσε τη χώρα κατά την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 23.1.1994, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Το κύμα του σοβινισμού στη Γερμανία οδήγησε στις 4 Αυγούστου του 1914 στην ψήφιση των στρατιωτικών πιστώσεων από τους σοσιαλδημοκράτες.
«Όσοι αντετίθεντο στον πόλεμο κατ’ αρχήν απομονώθηκαν και στη συνέχεια αντιμετώπισαν την κυβερνητική καταστολή».
Από τη φυλακή στη γερμανική επανάσταση
Η Λούξεμπουργκ πέρασε σχεδόν ολόκληρο τον πόλεμο κρατούμενη, ενώ ο Λίμπκνεχτ συνελήφθη το 1916. Μέσα από τη φυλακή παρακολουθούσαν με ενθουσιασμό τα γεγονότα της Ρωσίας και τη Ρωσική Επανάσταση, καλώντας το γερμανικό εργατικό κίνημα να δημιουργήσει εργατικά συμβούλια:
»Έκαναν γνωστό τον ενθουσιασμό τους για την επανάσταση των μπολσεβίκων με τις “Επιστολές του Σπάρτακου” και κάλεσαν το γερμανικό προλεταριάτο να ακολουθήσει το ρωσικό παράδειγμα ιδρύοντας εργατικά και στρατιωτικά “συμβούλια” όπως τα σοβιέτ.
»Αυτό δεν εμπόδισε τη Ρόζα Λούξεμπουργκ να αρχίσει μια διαμάχη με τον Λένιν για τις σχέσεις του κόμματος και των μαζών και για την πρωτοκαθεδρία του διεθνισμού.
»Στις 9 Νοεμβρίου του 1918 ο πρίγκιπας Μαξιμιλιανός της Βάδης εξήγγειλε από το μπαλκόνι του Ράιχσταγκ την παραίτηση του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β’ και τη δική του αντικατάσταση στο αξίωμα του καγκελαρίου από τον σοσιαλδημοκράτη Φρίντριχ Έμπερτ. Την ίδια στιγμή, μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα, στον βασιλικό πύργο, ο Καρλ Λίμπκνεχτ ύψωνε την κόκκινη σημαία ξεσηκώνοντας τα πλήθη:
“Ζήτω η ελεύθερη σοσιαλιστική δημοκρατία!”.
»Από τη γέννησή της, η πρώτη γερμανική δημοκρατία χαρακτηρίστηκε από την ανηλεή σύγκρουση ανάμεσα στους “επαναστάτες” και τους “ρεφορμιστές” της πλειοψηφίας της σοσιαλδημοκρατίας, οι οποίοι συμμάχησαν με την ανώτατη διοίκηση για να “φράξουν τον δρόμο του μπολσεβικισμού”.
Η «Κόκκινη Σημαία»
»Στις 10 Νοεμβρίου η Ρόζα Λούξεμπουργκ αποφυλακίστηκε, πήγε στο Βερολίνο και ανέλαβε μαζί με τον Λίμπκνεχτ τη διεύθυνση της εφημερίδας της σπαρτακιστικής Αριστεράς “Die Rote Fahne” (Η κόκκινη σημαία).
»Στις 14 Δεκεμβρίου η εφημερίδα δημοσίευσε τη σπαρτακιστική πλατφόρμα που είχε γράψει η Ρόζα και προέβλεπε την εθνικοποίηση των τραπεζών και των ανθρακωρυχείων και τη μετατροπή της Γερμανίας σε “Σοσιαλιστική Ενωμένη Δημοκρατία”. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στους σπαρτακιστές και τους “πλειοψηφικούς” πολλαπλασιάζονταν και ο Καρλ και η Ρόζα έγιναν οι κύριοι στόχοι του Γκούσταφ Νόσκε (σ.σ. Ο Νόσκε εκείνη την περίοδο είχε την ευθύνη των στρατιωτικών υποθέσεων)».
Λίγους μήνες αργότερα, οι πολιτικές συγκρούσεις κορυφώθηκαν. Τον Ιανουάριο του 1919 οι δύο ηγέτες κρύβονταν στο Βερολίνο, συνεχίζοντας να γράφουν άρθρα για την εφημερίδα τους:
»Η κατάληψη των γραφείων της εφημερίδας Vorwarts των σοσιαλδημοκρατών στις 11 Ιανουαρίου προκάλεσε τη διακοπή των διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση. Η συμμετοχή στις διαδηλώσεις της άκρας Αριστεράς λιγόστευε και τα κυβερνητικά στρατεύματα κατέλαβαν την έδρα του Κομμουνιστικού κόμματος, το οποίο είχε ιδρυθεί από τη Λούξεμπουργκ και τον Λίμπκνεχτ στα τέλη Δεκεμβρίου 1918. Ο Καρλ και η Ρόζα κρύφτηκαν και έστελναν από το κρησφύγετό τους τα άρθρα τους στη Rote Fahne.
Η σύλληψη και η δολοφονία
Η σύλληψη και η δολοφονία τους, στις 15 Ιανουαρίου 1919, αποτέλεσαν μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές της γερμανικής ιστορίας:
»Στις 15 Ιανουαρίου βρέθηκαν με πλαστά διαβατήρια σε ένα διαμέρισμα της αστικής συνοικίας του Βίλμερσντορφ. Εκεί έγραψαν από ένα άρθρο, το οποίο έμελλε να είναι και το τελευταίο τους. Κατά τις 9 το βράδι τους συνέλαβαν οι στρατιώτες. Κανείς δεν ξέρει πώς αποκαλύφθηκε το κρησφύγετό τους. Οδηγήθηκαν στο ξενοδοχείο “Εδέμ”, στο γενικό αρχηγείο του ιππικού της φρουράς, μιας από τις καινούργιες παραστρατιωτικές οργανώσεις. Αφού τους ανέκριναν, προσποιήθηκαν ότι θα τους μεταφέρουν στην πολιτική φυλακή του Μοάμπιτ».
Ο Λίμπκνεχτ οδηγήθηκε στο πάρκο Τίργκάρτεν, όπου ο λοχαγός Χορστ φον Φλουγκ-Χάρτουνγκ τον πυροβόλησε, ισχυριζόμενος αργότερα ότι «σκοτώθηκε προσπαθώντας να αποδράσει».
Λίγο αργότερα θα ερχόταν η σειρά της Λούξεμπουργκ:
»Είχε ήδη κακοποιηθεί από τους στρατιώτες στο χολ του ξενοδοχείου. Την έσυραν μέσα σε ένα αυτοκίνητο και κατά τη διάρκεια της διαδρομής μια πιστολιά στο κεφάλι έδωσε τέλος στο μαρτύριό της. Σταμάτησαν σε μια γέφυρα επάνω από το Λάντβερκανάλ και έριξαν το πτώμα στο νερό. Σύμφωνα με την εκδοχή των στρατιωτικών, ένα έξαλλο πλήθος σταμάτησε το αυτοκίνητο και πήρε τη Ρόζα οδηγώντας την σε άγνωστο προορισμό».
Το σώμα της δεν βρέθηκε αμέσως μετά τη δολοφονία της. Παρέμεινε για μήνες αγνοούμενη, μέχρι την 31η Μαΐου 1919, όταν ανασύρθηκε από το Λάντβερκανάλ, τέσσερις μήνες μετά τον θάνατό της.




