Μετά τη συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την ενημέρωση που έλαβε για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο Νίκος Ανδρουλάκης συμμετείχε σε εκδήλωση με αντικείμενο την αντιπλημμυρική θωράκιση της Αττικής. Πρόκειται για ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα το λεκανοπέδιο, καθώς η κλιματική αλλαγή, η παλαιότητα του δικτύου και οι ελλείψεις στις υποδομές έχουν ως αποτέλεσμα, σχεδόν σε κάθε ισχυρή νεροποντή, κεντρικοί δρόμοι να μετατρέπονται σε ποτάμια. Μάλιστα, πρόσφατα μία γυναίκα έχασε τη ζωή της στην Άνω Γλυφάδα, γεγονός που επανέφερε με δραματικό τρόπο το πρόβλημα στο προσκήνιο.

Η εκδήλωση συνδιοργανώθηκε με τους μηχανικούς της παράταξης στο ΤΕΕ και εντάσσεται στον ίδιο κύκλο πρωτοβουλιών με εκείνη που πραγματοποιήθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου για το κυκλοφοριακό. Επιστήμονες και εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης συμμετείχαν σε θεματικά πάνελ, ανέπτυξαν τις θέσεις και τις προτάσεις τους για την αντιμετώπιση του προβλήματος, ενώ ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ, κλείνοντας τις εργασίες, παρουσίασε συνοπτικά τις βασικές κατευθύνσεις, οι οποίες αναμένεται να ενσωματωθούν στο πρόγραμμα του κόμματος.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης τόνισε μεταξύ άλλων πως «από τον Ιανό μέχρι τον Daniel, από τη Μάνδρα και το Χαλάνδρι έως τα πρόσφατα περιστατικά στην Άνω Γλυφάδα, το μήνυμα είναι ίδιο: χωρίς πρόληψη, θα μετράμε κάθε χρόνο ζημιές και θα κρύβουμε την αδράνεια πίσω από την κλιματική κρίση. Υπάρχει κλιματική κρίση, αλλά όχι ως άλλοθι· ως πραγματικότητα για την οποία οφείλουμε να προβληματιστούμε».
Παράλληλα, στάθηκε ιδιαίτερα ιστορική ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και υπογράμμισε πως η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας για την αντιπλημμυρική προστασία χαρακτηρίζεται από τρία διαρθρωτικά ελλείμματα. Την έλλειψή πρόβλεψης, την έλλειψη Διαλειτουργικότητας και το έλλειμα λογοδοσίας και συνοχής.

Οι προτάσεις

Ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ κατέθεσε όμως και το δικό του «Masterplan Αντιπλημμυρικής Προστασίας για ολόκληρη την Αττική». Όπως σημείωσε «εμείς δεσμευόμαστε σε τέσσερις συγκεκριμένες, άμεσα εφαρμόσιμες παρεμβάσεις» και στη συνέχεια τις ανέλυσε.
Πρόκειται για την ψηφιακή χαρτογράφηση με τεχνητή νοημοσύνη, που ουσιαστικά είναι μία χαρτογράφηση με ακρίβεια των κίνδυνων σε κάθε γειτονιά της Αττικής, με δορυφορικά συστήματα, και γεωχωρικά δεδομένα που θα αποτελεί μία δημόσια γνώση προσβάσιμη σε κάθε πολίτη. Το δεύτερο άμεσο μέτρο είναι η υποχρεωτική ενσωμάτωση των χαρτών κινδύνου στον πολεοδομικό σχεδιασμό. Όπως δήλωσε ο κ. Ανδρουλάκης «κανένα Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο δεν μπορεί να εγκρίνεται χωρίς πρόβλεψη αντιπλημμυρικής θωράκισης. Τέλος στη διαχρονική ανοχή δόμησης πάνω σε φυσικές διόδους του νερού». Το τρίτο μέτρο είναι το εθνικό ψηφιακό μητρώο ρεμάτων, έτσι θα γνωρίζει το κράτος πού βρίσκεται ο κίνδυνος και θα μπορεί να προχωρά σε άμεσες διανοίξεις και καθαρισμούς, με βάση την επιστήμη. Ενώ τέλος το τέταρτο άμεσα εφαρμόσιμο μέτρο είναι ο διαχωρισμός αρμοδιοτήτων και σαφής ανάθεση ευθύνης για την πρόληψη, τον σχεδιασμό και την υλοποίηση.

Τέσσερις χωρικές ζώνες δράσεων

Ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ έθεσε επίσης ως βασική προτεραιότητα, για να γίνουν όλα αυτά πράξη, την ίδρυση ενός «Μητροπολιτικού Συντονιστικού Οργάνου Προστασίας από φυσικές και ανθρωπογενείς καταστροφές για την Αττική». Όπως τόνισε το Νέο Μητροπολιτικό Συντονιστικό θα αναλάβει άμεσες παρεμβάσεις αντιπλημμυρικής προστασίας σε τέσσερις χωρικές ζώνες θωράκισης στην Αττική:

Πρώτη ζώνη: οι ορεινοί όγκοι.
Πεντέλη, Υμηττός, Πάρνηθα. Αναδασώσεις, μικρά φράγματα ανάσχεσης, φυσικές λεκάνες συγκράτησης. Είναι η πρώτη γραμμή άμυνας για να κρατήσουμε το νερό ψηλά.

Δεύτερη ζώνη: τα ρέματα.
Από τον Κηφισό μέχρι το Μεγάλο Ρέμα και την Πικροδάφνη.
Οριοθέτηση, καθαρισμός, αποκατάσταση φυσικών όχθεων.
Δίνουμε χώρο στο νερό ώστε να σταθεροποιείται η ροή των ρεμάτων.

Τρίτη ζώνη: ο αστικός ιστός.
Διαπερατά υλικά, πράσινες στέγες, μικρά πάρκα γειτονιάς που απορροφούν και φιλτράρουν το νερό. Η πόλη επιτέλους θα γίνει μέρος της λύσης, όχι μέρος του προβλήματος.

Τέταρτη ζώνη: το παράκτιο μέτωπο.
Φάληρο, Ελληνικό, Λαύριο.
Αποκατάσταση υγροτόπων και φυσικών ζωνών προστασίας απέναντι στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας.
Ενώ κλείνοντας την τοποθέτηση του σημείωσε πως όλα αυτά θα γίνουν μαζί με την Αυτοδιοίκηση και πως «κάθε ευρώ που επενδύεται στην πρόληψη, εξοικονομεί πολλαπλάσια σε μελλοντικές ζημιές και αποζημιώσεις».

Ανθεκτικές πόλεις

Η εκδήλωση ξεκίνησε με την εισαγωγική του επικεφαλής της Δημοκρατικής Συμπαρατάξης Μηχανικών στο ΤΕΕ Νίκο Μήλη και συνδιοργανωτή της εκδήλωσης.

Ο κ. Μήλης δήλωσε πως «η διεθνής πρακτική είναι σαφής: η διαχείριση γίνεται στην πηγή. Αυτό σημαίνει ενσωμάτωση συστημάτων αστικής στραγγιστικής σε κάθε νέα ανάπλαση, αύξηση των διαπερατών επιφανειών, πράσινες υποδομές που συγκρατούν και καθυστερούν το νερό, μικρές τοπικές παρεμβάσεις που μειώνουν την πίεση στα δίκτυα. Σημαίνει επίσης ότι κάθε νέα κατασκευή, δημόσια ή ιδιωτική, θα πρέπει να προβλέπει ικανότητα απορρόφησης και όχι απλώς αποχέτευσης».

Υπογράμμισε επίσης με αυτό τον τρόπο χτίζονται οι ανθεκτικές πόλεις και «όχι με μία μεγάλη παρέμβαση μετά την καταστροφή, αλλά με χιλιάδες μικρές, σωστά σχεδιασμένες παρεμβάσεις πριν από αυτήν. Αυτή η μεθοδική προσέγγιση αναδεικνύει την πολιτική γραμμή που μας χωρίζει από τη Νέα Δημοκρατία. Εκείνοι επικαλούνται την κλιματική κρίση κάθε φορά που το σύστημα αποτυγχάνει. Σαν να είναι ένα φυσικό φαινόμενο απέναντι στο οποίο δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».

Στη συνέχεια ο Νίκος Μήλης συντόνισε πάνελ με αυτοδιοικητικούς που αντιμετώπισαν προβλήματα από πλημμύριζα φαινόμενα στους Δήμους τους.

Ο λόγος στους αιρετούς

Ο Δήμαρχος Μοσχάτου – Ταύρου κ. Ανδρέας Ευθυμίου, αναφερόμενος στο ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων, υπογράμμισε ότι «το θέμα δεν είναι η παροχετευτικότητα του Κηφισού, αλλά το που αλλού μπορούν να πάνε τα νερά. Ο Κηφισός έχει συγκεκριμένη παροχετευτικότητα που δεν μπορεί να μεγαλώσει. Είναι δεδομένο αυτό», επισημαίνοντας την ανάγκη αλλαγής προσέγγισης. Κάλεσε επίσης το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας να συμβάλλει σε μια συνολική αντιμετώπιση του προβλήματος, και υπογράμμισε τη σημασία της εγκατάστασης μετεωρολογικών ραντάρ, καθώς «είναι πολύ φθηνά και μπορούν να μπουν για να ξέρουμε πότε ακριβώς θα συμβεί μια καταιγίδα».
ξεχασμένο κεφάλαιο 7,6 δις. ευρώ

Ο Α’ Αντιπρόεδρος της ΚΕΔΕ και Δήμαρχος Βάρης- Βούλας- Βουλιαγμένης κ. Γρηγόρης Κωνσταντέλλος, αποκάλυψε πως «μόλις πριν δεκαπέντε μέρες ανακαλύψαμε -και το ανακοίνωσε η ΚΕΔΕ-, ότι υπάρχει ίσως ένα ξεχασμένο κεφάλαιο στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός έχει 7,6 δισεκατομμύρια και κάθε χρόνο αυξάνεται κατά 250 εκατομμύρια, ενώ δαπανώνται 12 με 14 εκατομμύρια τον χρόνο. Κατά τα άλλα δεν υπάρχουν χρήματα για να φτιάξουμε τέτοιες υποδομές».

Να επιδοτηθεί το τέλος ανθεκτικότητας

Ο Δήμαρχος Ελληνικού -Αργυρούπολης κ. Γιάννης Κωνσταντάτος αναφέρθηκε στη σημασία της ανθεκτικότητας των πόλεων, επισημαίνοντας ότι «μπορεί να επιδοτηθεί με αυτό το περίφημο τέλος ανθεκτικότητας από το οποίο το κράτος εισπράττει ενάμισι δισεκατομμύριο τον χρόνο», φέρνοντας ως παράδειγμα τον Δήμο Χερσονήσου στην Κρήτη, που δίνει 20 εκατομμύρια τον χρόνο. Ενώ αναρωτήθηκε: «Πόσα επιστρέφουν στους δήμους από αυτό το 1,5 δισ. για να πάνε για δαπάνες ανθεκτικότητας; Μηδέν», υπογραμμίζοντας ότι πρέπει να αποτελέσει κεντρική διεκδίκηση, υπενθυμίζοντας πως το ζήτημα το έχει βάλει στο τραπέζι το Δίκτυο Ανθεκτικών Πόλεων.

Ο Δήμαρχος Αγίου Δημητρίου κ. Στέλιος Μαμαλάκης αναφέρθηκε στο θέμα της λειψυδρίας, επισημαίνοντας ότι «όλοι μας έχουμε καθημερινά προβλήματα με το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ. Αυτό σημαίνει σπατάλη ατελείωτων κυβικών νερού και κανένας δεν το συζητάει». Παράλληλα, υπογράμμισε πως «απαιτείται συνεργασία των Δήμων, της περιφέρειας και των υπουργείων ώστε με έναν στρατηγικό σχεδιασμό να βρεθούν λύσεις στα προβλήματα».
Ο Δήμαρχος Μεγαρέων κ. Παναγιώτης Μαργέτης υπογράμμισε ότι «τα μέτρα που λαμβάνονται μέχρι τώρα είναι ασπιρίνες στα προβλήματα», επισημαίνοντας την ανάγκη το ελληνικό κράτος να αρχίσει να προλαμβάνει. Παράλληλα, σημείωσε ότι σε συγκεκριμένες περιοχές υπάρχουν μικρά ρέματα όπου «με απλά φράγματα ανάσχεσης όπως συρματοκιβώτια που τοποθετούνται και έχουν σχετικά χαμηλό ύψος για να μην έχουν και θέμα αδειοδότησης από το δασαρχείο, μπορούν να λειτουργήσουν ως μικρές ανασχέσεις ώστε να περιοριστεί η ποσότητα του νερού που κατεβαίνει προς τα κάτω».

«Μεγάλη χαμένη ευκαιρία το ταμείο Ανακάμψης»

Ο Δήμαρχος Αλίμου κ. Ανδρέας Κονδύλης πρότεινε την αυστηροποίηση του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων σε περιπτώσεις προβληματικών εργολαβιών, επισημαίνοντας ότι δεν είναι δυνατόν το Δημόσιο «να περιμένει να τελειώσει ένας κύκλος δικαστηρίων που μπορεί να κρατήσει μια δεκαετία για να πάει στον επόμενο ανάδοχο». Αναφερόμενος στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το χαρακτήρισε «μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία», σημειώνοντας ότι «δεν αντλήθηκαν καθόλου χρήματα για τα αντιπλημμυρικά έργα, στο τέλος της χρονιάς θα επιστρέψουμε αχρησιμοποίητα χρήματα πίσω στην Ευρώπη».

Χρειαζόμαστε σχεδιασμό

Ο Δήμαρχος Παλλήνη κ. Χρήστος Αηδόνης αναφέρθηκε στα βασικά σημεία παρεμβάσεων που απαιτούνται, επισημαίνοντας την ανάγκη «να γίνει ένας μητροπολιτικός σχεδιασμός ώστε να μην υπάρχει κατακερματισμός της ευθύνης». Όπως τόνισε, «δεν υπάρχει ενιαίος υδρολογικός χάρτης και κοινή ιεράρχηση στόχων, άρα το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται όταν υπάρχει αποσπασματικότητα» και πως «χρειαζόμαστε ο σχεδιασμός να αφορά το μέλλον και να το ορίσουμε».

Καμπανάκι κινδύνου από επιστήμονες

Μόλις ολοκληρώθηκε το πάνελ με του Δημάρχους της Αττικής, σχηματίστηκε ένα δεύτερο με επιστήμονες που παρουσίασαν δεδομένα που καθιστούν άμεση την ανάγκη για άμεση λήψη μέτρων. Συγκεκριμένα αναπτύχθηκαν θέσεις για τον προληπτικό σχεδιασμό, τις πράσινες υποδομές και τα έργα που θα θωρακίσουν την Αττική απέναντι στις αστικές πλημμύρες.

Ο αναπληρωτής καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και Γραμματέας Τομέα Κλιματικής Αλλαγής του ΠαΣοΚ Μιχάλης Χάλαρης που συντόνισε το πάνελ εξήγησε ότι η απουσία σχεδίου μετατρέπει τον κίνδυνο σε συστημικό και την πρόληψη σε χαμένη ευκαιρία της δημόσιας πολιτικής. «Η Αττική δεν πλημμυρίζει από κακή τύχη, αλλά γιατί εδώ και δεκαετίες παράγουμε κίνδυνο, με πολεοδομία χωρίς υδρολογία, μπαζωμένα ρέματα, διευθετήσεις που μεταθέτουν το πρόβλημα παρακάτω, έργα που δεν “κουμπώνουν” στη λεκάνη απορροής, συντήρηση που υποτιμάται» δήλωσε μεταξύ άλλων.

«Τα Μεσόγεια συνιστούν νέα απειλή για τον Υμηττό»

Ο καθηγητής του ΕΚΠΑ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ε.Ε. για την Κλιματική Αλλαγή, Κώστας Καρτάλης προσδιόρισε ως τον μεγαλύτερο παράγοντα κινδύνου την ευρεία, άτακτη και άναρχη πολεοδόμηση της Αττικής, όπου οι ελεύθεροι χώροι διαρκώς συρρικνώνονται τονίζοντας πως «έχουμε μια παράκτια ζώνη πλήρως χτισμένη από την Αθήνα ως την Κινέτα και το Δερβένι, μια δική μας παράκτια πόλη των 100 χλμ. όπως στην Αραβία», είπε, ενώ εκτίμησε ότι η συστηματική επέκταση των Μεσογείων συνιστά μια νέα απειλή για τον Υμηττό. «Τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια οφείλουν να λάβουν υπόψιν την κλιματική ανθεκτικότητα, χωρίς αυτά να εξαντλούνται -όπως συμβαίνει σήμερα- σε ένα διάγραμμα εξέλιξης της θερμοκρασίας τα τελευταία 20 χρόνια», επισήμανε, διακρίνοντας την ανάγκη για μητροπολιτική διοίκηση με ενιαίο σχέδιο. Όσο για τη νέα ευρωπαϊκή κατεύθυνση, ο κ. Καρτάλης εξήγησε πως πλέον κάθε νέο έργο θα πρέπει να έχει ορίζοντα εκτίμησης κινδύνου τουλάχιστον ως το 2050 και για βαριές υποδομές, πχ. φράγματα ή λιμενικές εγκαταστάσεις, ως το 2100, αλλιώς δεν θα είναι επιλέξιμο για χρηματοδότηση.

«Δεν προχωρήσαμε σε γρήγορα και φθηνά έργα»

Ως το 2040 η Αττική, που είναι από τις πιο ευάλωτες περιοχές της χώρας μας, θα γίνει πιο ξηρή, πιο θερμή, με εντονότερα και συχνότερα φαινόμενα ξηρασίας και πλημμυρών, όπως είπε ο Παναγιώτης Δημόπουλος, καθηγητής Οικολογίας και Γραμματέας Τομέα Περιβάλλοντος ΠαΣοΚ. Δεδομένου ότι από το 2021 είναι γνωστές οι ζώνες επικινδυνότητας μέσω του Εθνικού Αστεροσκοπείου, τόνισε πως αντί να περιμένουμε μεγάλα έργα που χρειάζονται 10 και 15 χρόνια, μπορούσε η πολιτεία να προχωρήσει σε γρήγορα και φθηνά έργα: αναδασώσεις, δημιουργία λεκανών ανάσχεσης φυσικών πλημμυρών, μικρά φράγματα και φραγμούς επιβράδυνση ροής. Ενώ έθεσε, ακόμη, ως προτεραιότητα την εκπόνηση ενός χωρικού χάρτη παρεμβάσεων, καθώς στην Αττική έχουμε από τη μία τις ορεινές λεκάνες απορροής (Πεντέλη, Πάρνηθα, Υμηττός) και από την άλλη τα ρέματα (Κηφισός, Ερασίνος, Ραφήνα, Μεγάλο Ρέμα, Πικροδάφνη). «Χρειαζόμαστε ένα σύστημα περιβαλλοντικής και κλιματικής διακυβέρνησης, που διαπερνά ζητήματα κινδύνων και κρίσεων και επίτευξης του νέου παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης, χωρίς διάχυση ευθυνών», κατέληξε.

«Θα γίνουμε πόλη των 50 βαθμών»

Στον κίνδυνο της «πόλης των 50 βαθμών», που ήδη αναγνωρίζεται από την Ευρώπη λόγω της κλιματικής κρίσης και των ακραίων φαινομένων, αναφέρθηκε ο ομότιμος καθηγητής Πολεοδομίας, Γιάννης Πολύζος, ασκώντας κριτική στην απουσία στρατηγικού σχεδιασμού, αφού και το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας είναι μόνο για ακαδημαϊκή χρήση. «Χρειάζονται ανοιχτά ρέματα, ανοιχτές -αδόμητες- επιφάνειες, για μπορεί να περνά ο αέρα και να καταπολεμήσει τη θερμική αστική νησίδα», είπε χαρακτηριστικά. Πρότεινε μάλιστα τη δημιουργία «πράσινων» και «μπλε» διαδρομών, μεταξύ των ορεινών όγκων της Αττικής, όπως μία διαδρομή που θα δημιουργήσει αέρια ρεύματα μεταξύ Υμηττού και Ποικίλου Όρους, συνδέοντας τη Μονή Καισαριανής με τη Μονή Δαφνίου, μία απόσταση 18 χλμ. «Δεν είναι τόσο ουτοπικό όσο ακούγεται, αφού το 1/3 της κίνησης έγινε με το αρχαιολογικό τόξο. Αξίζει αυτό να συνεχιστεί ώστε να φτάσει στον Υμηττό μέσα από την Πανεπιστημιούπολη. Να πάει στα ανατολικά, υπάρχουν ο Κεραμεικός και η Ιερά Οδός», εξήγησε.

«Χρειαζόμαστε βιώσιμα συστήματα αστικής στράγγισης»

Το φαινόμενο των αστικών πλημμυρών ανέλυσε η Ελισάβετ Φελώνη, επίκουρη καθηγήτρια Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. «Το αστικό μας σύστημα γονατίζει σε βροχές που κανονικά θα έπρεπε να διαχειρίζεται με ευκολία», διαπίστωσε, υπογραμμίζοντας τη δομική ανεπάρκεια των υφιστάμενων δικτύων και την παγίδα των μεγάλων έργων. Εξήγησε πως τα έργα εγκιβωτισμού ρεμάτων και μεγάλων αγωγών είναι απαραίτητα μεν όταν μιλάμε για φαινόμενα μεγέθους Daniel, αλλά υδρολογικά «τυφλά» στα συνήθη επεισόδια που πλήττουν την κοινωνία και την οικονομία σε ετήσια βάση. «Αν συνεχίσουμε λοιπόν να μιλάμε μόνο για αυτά τα έργα, αφήνουμε την Αττική ανοχύρωτη για το 90% των αστικών πλημμυρών», επισήμανε. «Η σύγχρονη τάση βρίσκεται στα βιώσιμα συστήματα αστικής στράγγισης και λύσεις βασισμένες στη φύση», ανέφερε, φέρνοντας ως παράδειγμα τις βιοκλιματικές αναπλάσεις, με ζώνες διήθησης, κήπους βροχής και διαπερατά υλικά, που μπορούν να μετατρέψουν την Αττική σε πόλη-«σφουγγάρι». Όπως εξήγησε, αυτά θα πρέπει να έρθουν παράλληλα με έναν κεντρικό σχεδιασμό για έργα ορεινής υδρονομία, τα φράγματα ανάσχεσης και τα κορμοδέματα στα ορεινά του λεκανοπεδίου, ώστε να πρόκειται για μια πραγματικά ανθεκτική αστική ανάπλαση.