Η αποτέφρωση νομιμοποιήθηκε στην Ελλάδα το 2006, ωστόσο για δεκαετίες, ακόμα και μετά την ψήφισή του, η χώρα δεν διέθετε ένα λειτουργικό κέντρο αποτέφρωσης, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικασία να γίνεται μόνο σε γειτονικά ξένα κράτη. Πολλοί συγγενείς νεκρών έχουν έρθει αντιμέτωποι με την ψυχοφθόρα και δαπανηρή μετακίνηση της σορού ενός αγαπημένου τους προσώπου σε άλλες χώρες, όπως η Βουλγαρία.

Από τη στιγμή που άνοιξε το πρώτο κέντρο αποτέφρωσης στην Ελλάδα, εμφανίζεται μια σταθερή αύξηση των αποτεφρώσεων, επισημαίνει στο ΒΗΜΑ ο Αντώνιος Αλακιώτης, πρόεδρος του Δ.Σ. Αποτεφρωτηρίου Ριτσώνας.

Πόσα άτομα επιλέγουν την αποτέφρωση;

Τα στατιστικά στοιχεία, όπως τα παραθέτει ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινωνίας Αποτέφρωσης, κ. Αντώνης Αλακιώτης, αποτυπώνουν μια σαφή και διαρκώς αυξητική τάση. Ενώ το 2020 πραγματοποιήθηκαν 2.700 αποτεφρώσεις (αντιπροσωπεύοντας το 2,7% των συνολικών θανάτων), οι εκτιμήσεις για το 2025 ανεβάζουν τον αριθμό στις 5.000, αγγίζοντας το 5%. Συνολικά, από την έναρξη λειτουργίας της Ριτσώνας, περισσότεροι από 8.000 Έλληνες έχουν επιλέξει αυτή τη μέθοδο.

Παρά τον διπλασιασμό των ποσοστών σε μια πενταετία, η Ελλάδα (4,6% – 5,1%) παραμένει χαμηλά συγκριτικά με τα δεδομένα από άλλες χώρες, όπου το ποσοστό συχνά υπερβαίνει το 50% ακόμη και σε χώρες με βαθιά χριστιανική παράδοση.

Το διάγραμμα αποτυπώνει τις τεράστιες αποκλίσεις που καταγράφονται στα ποσοστά της αποτέφρωσης ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, αναδεικνύοντας έναν σαφή γεωγραφικό και πολιτισμικό διαχωρισμό. Στην κορυφή της λίστας κυριαρχούν χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, με τη Σλοβενία (86,69%), τη Δανία (86,48%), την Τσεχία (85,64%) και τη Σουηδία (84,69%) να καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά, ενώ και το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται ψηλά με 80,79%. Παράλληλα, παρατηρείται μια σταδιακή μείωση καθώς κινούμαστε προς τη Νότια και Ανατολική Ευρώπη, με χώρες όπως η Ισπανία (44,99%) και η Ιταλία (38,16%) να βρίσκονται στη μέση, ενώ κράτη όπως η Πολωνία (24,00%) και η Βουλγαρία (6,63%) συγκεντρώνουν πολύ χαμηλά νούμερα.

Η Ελλάδα καταλαμβάνει την προτελευταία θέση στο σχετικό διάγραμμα, καταγράφοντας ένα εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό της τάξης του 4,61%. Το δεδομένο αυτό είναι αποκαλυπτικό της συντριπτικής κυριαρχίας που διατηρεί η παραδοσιακή ταφή στην ελληνική κοινωνία, επιβεβαιώνοντας. Η τεράστια απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αντανακλά την μακροχρόνια απουσία υποδομών στη χώρα, τις εδραιωμένες θρησκευτικές και κοινωνικές αξίες, καθώς και την πολύ πρόσφατη, συγκριτικά με τα υπόλοιπα κράτη, εξοικείωση των πολιτών με την πρακτική της καύσης.

Η δαιδαλώδης ιστορία της αποτέφρωσης

Η συζήτηση για την αποτέφρωση στην Ελλάδα καταγράφει ιστορία άνω του ενός αιώνα. Η πρώτη επίσημη συζήτηση καταγράφεται το 1912, με πρωτοβουλίες του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών που επικεντρώνονταν σε λόγους δημόσιας υγιεινής. Κατά την περίοδο 1943-1944, οι προσπάθειες ίδρυσης συλλόγων υπέρ της αποτέφρωσης απορρίφθηκαν από την ελληνική δικαιοσύνη, η οποία έκρινε τα σχετικά αιτήματα ως «αντίθετα στα χρηστά ήθη».

Η πορεία για την νομιμοποίηση της αποτέφρωσης υπήρξε μακρά. Ξεκίνησε συστηματικά το 1997, όταν νομοσχέδιο της Ελληνικής Κοινωνίας Αποτέφρωσης (συνταχθέν από τους νομικούς Α. Βγόντζα και Ε. Βενεδίκτου) απορρίφθηκε επανειλημμένα από την πολιτεία. Χρειάστηκε η παρέμβαση της τότε Δημάρχου Αθηναίων Ντόρας Μπακογιάννη το 2005 και η συνεννόηση με τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, για να φτάσουμε στην πρώτη -έστω και συμβολική- νομιμοποίηση τον Μάρτιο του 2006 (Ν. 3444/2006). Η ουσιαστική, εφαρμόσιμη μορφή του νόμου επήλθε το 2014 (Ν. 4277/2014), ο οποίος επέτρεψε την ίδρυση ΚΑΝ και από ιδιώτες, λύνοντας τον γόρδιο δεσμό.

Το επόμενο κρίσιμο στάδιο ήταν η εξειδίκευση των όρων και της διαδικασίας: το ΠΔ 31/2009 προβλέπει προϋποθέσεις (χρονικό όριο από τον θάνατο, αρμόδια όργανα, δικαιολογητικά), ενώ η ΚΥΑ του 2010 εισάγει τεχνικούς/λειτουργικούς όρους. Παρόλα αυτά, τόσο δημοσιογραφικές αναλύσεις όσο και αυτοδιοικητικά κείμενα σημειώνουν ότι η δευτερογενής ρύθμιση, αντί να «ξεκλειδώσει» χωροθέτηση, συχνά αντιμετωπίστηκε ως νέο εμπόδιο (με επίκεντρο τα χωροταξικά/γειτνίασης κριτήρια).

Το νομικό πλαίσιο εκσυγχρονίστηκε με τον Νόμο 4277/2014, ο οποίος επέτρεψε ρητά την εγκατάσταση και λειτουργία ΚΑΝ όχι μόνο από Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) αλλά και από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Ο νόμος καθόρισε σαφείς προϋποθέσεις, όπως τη σύνταξη ληξιαρχικής πράξης θανάτου εντός τριών εργάσιμων ημερών, την προσκόμιση έγγραφης δήλωσης του θανόντος (ή των συγγενών α’ και β’ βαθμού) και την έγγραφη πιστοποίηση ιατροδικαστή που βεβαιώνει τον παθολογικό χαρακτήρα του θανάτου και την αφαίρεση ιατροτεχνικών μερών.

Στη συνέχεια, ο ν. 4368/2016 προσθέτει κανόνες για τη διαχείριση της τέφρας (άρθρο 49α: τεφροδόχος, τεφροφυλάκιο/ενταφιασμός/θάλασσα κ.ά.) και ρυθμίσεις για μονάδες αποτέφρωσης οστών. Ο ν. 4483/2017 ανοίγει ρητά την «πόρτα» σε ιδιώτες για εγκατάσταση/λειτουργία ΚΑΝ, πέρα από τους ΟΤΑ. Το 2018 (ν. 4555/2018) προστίθεται ισχυρό εργαλείο αυτοδιάθεσης, τη ρητή συμβολαιογραφική δήλωση για ταφή/αποτέφρωση, τόπο, τύπο τελετής και διαχείριση τέφρας, με υποχρέωση συμμόρφωσης των αρμόδιων οργάνων «χωρίς οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση ή διαδικασία», ακόμη και αν αντιδράσουν συγγενείς. Παράλληλα, τροποποιείται ρητά το άρθρο 49 ν. 4277/2014 ώστε «να μην απαιτείται η έκδοση άδειας» και να αρκεί η ληξιαρχική πράξη θανάτου στο ΚΑΝ.

Στο επίπεδο περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, η ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/38329/2517/2019 θέτει ενδεικτικά όρια εκπομπών (σκόνη, διοξείδιο του άνθρακα κ.ά.) για αποτεφρωτήρες ΚΑΝ. Τέλος, με τον ν. 5043/2023 τροποποιείται ξανά το άρθρο 49 (π.χ. προθεσμίες σύνταξης ληξιαρχικής πράξης) και προστίθενται ρυθμίσεις για μεταφορά τέφρας.

Το επιστέγασμα αυτής της πολυετούς διαδικασίας ήρθε τον Σεπτέμβριο του 2019, με την έναρξη λειτουργίας του πρώτου ΚΑΝ στη Ριτσώνα Εύβοιας, το οποίο υλοποιήθηκε από σύμπραξη ιδιωτών, συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής Εταιρείας Αποτέφρωσης (με ποσοστό 30%).

Όπως σημειώνει στο ΒΗΜΑ ο κ. Αλακιώτης «στις 30/09/2019 γίνεται στην Ριτσώνα η πρώτη αποτέφρωση νεκρών  στην νεότερη ιστορία της Ελλάδος».

Τι γίνεται με τα δημοτικά αποτεφρωτήρια;

Παρά τη νομοθετική ρύθμιση, δεν υπάρχουν ακόμη δημόσια αποτεφρωτήρια. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση καταγράφει σημαντικές καθυστερήσεις στην υλοποίηση δημοτικών ΚΑΝ, συχνά λόγω χωροταξικών εμποδίων, τοπικών αντιδράσεων και ελλείψεων χρηματοδότησης.

Ειδικότερα, στην Αθήνα ο πολυετής σχεδιασμός για την κατασκευή αποτεφρωτηρίου στον Ελαιώνα δεν έχει προχωρήσει. Ο Δήμος Αθηναίων έχει εστιάσει στην πλήρη λειτουργία ενός Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων (ΣΜΑ) δυναμικότητας 400 τόνων ημερησίως στην ίδια ευρύτερη περιοχή του Ελαιώνα. Ταυτόχρονα, εξασφαλίστηκε χρηματοδότηση από το Πράσινο Ταμείο για τη μετατροπή άλλων γειτονικών οικοπέδων (Ο.Τ. 33α και 34) σε κοινόχρηστους χώρους πρασίνου. Η χωρική γειτνίαση βιομηχανικών υποδομών διαχείρισης απορριμμάτων με τον δυνητικό χώρο ενός ΚΑΝ υποδηλώνει έναν σχεδιασμό, όπου το αποτεφρωτήριο να μένει εκτός κάδρου.

Στην Θεσσαλονίκη, ο Γιάννης Μπουτάρης ξεκίνησε την προσπάθεια το 2010, με το σχέδιο στη Σίνδο να ναυαγεί το 2015. Σήμερα, ωστόσο, καταγράφεται σημαντική πρόοδος, καθώς εγκρίθηκε ρυμοτομικό σχέδιο στα Κοιμητήρια Αναστάσεως του Κυρίου, ανατέθηκε μελέτη 92.000 ευρώ στη ΜΑΘ, και ήδη τρεις επενδυτές (μεταξύ τους και η εταιρεία της Ριτσώνας) εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τη σύμβαση παραχώρησης.

Η «κοινωνική αποδοχή» της αποτέφρωσης

Είκοσι χρόνια μετά τη θεσμική νομιμοποίησή της, η ιστορία της αποτέφρωσης στην Ελλάδα παραμένει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η κοινωνική ανάγκη συχνά προπορεύεται των κρατικών αντανακλαστικών. Μπορεί η χώρα μας να καταγράφει ακόμη μονοψήφια ποσοστά, παραμένοντας ουραγός στον ευρωπαϊκό χάρτη, ωστόσο η σταθερά αυξητική τάση αποδεικνύει πως το ζήτημα έχει πάψει πλέον να αποτελεί κοινωνικό ταμπού. Την ώρα που η ιδιωτική πρωτοβουλία κλήθηκε να καλύψει το τεράστιο κενό της Πολιτείας, απαλλάσσοντας χιλιάδες οικογένειες από την ψυχοφθόρα «μετανάστευση» στη Βουλγαρία, η Τοπική Αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να αναζητά τον βηματισμό της μέσα σε έναν λαβύρινθο γραφειοκρατίας, πολιτικού κόστους και σύνθετων ισορροπιών.