Επί μια εικοσαετία και πλέον, η ένταξη των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) υπήρξε συνώνυμο της ασφάλειας και της ευημερίας της περιοχής και της ευρωπαϊκής ηπείρου γενικότερα. Σήμερα, πέντε από αυτά τα κράτη (Σερβία, Μαυροβούνιο, Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βόρεια Μακεδονία) διεκδικούν την είσοδό τους στην οικογένεια των «27», απολαμβάνοντας καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας, ενώ το Κόσοβο παραμένει «δυνάμει υποψήφιο», καθώς το ζήτημα της διεθνούς νομιμότητας και της κρατικής υπόστασής του παραμένει ανοικτό.
Την ίδια στιγμή, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία οδήγησε στη ραγδαία επιτάχυνση των αντίστοιχων διαδικασιών για την εμπόλεμη χώρα, ανοίγοντας μια παράλληλη συζήτηση για το ποιο είναι το μέλλον μιας περιοχής που φέρει πρόσφατα τραύματα από τους καταστροφικούς πολέμους της δεκαετίας του ’90 αλλά και την ελπίδα της ειρηνικής συνύπαρξης, εκφρασμένη στην περίπτωση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Παρόλα αυτά, κι ενώ τα επιμέρους ενδοβαλκανικά προβλήματα σοβούν, η ευρωπαϊκή προοπτική παραμένει ζητούμενο.
Ο Ειδικός Απεσταλμένος της Γαλλικής Δημοκρατίας για τα Δυτικά Βαλκάνια, Ρενέ Τροκάζ, που ήρθε στην Αθήνα σε εκδήλωση που φιλοξένησε το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), μίλησε στο «Βήμα» για τη διεύρυνση, τις δυσκολίες της, την εξέλιξη των διμερών μετώπων (Σερβία-Κόσοβο, Βουλγαρία-Β. Μακεδονία) αλλά και το πώς επηρεάζει η τεταμένη σχέση ΕΕ-ΗΠΑ τα ζητήματα της εύφλεκτης περιοχής.
«Ουκρανία και Δ. Βαλκάνια πάνε μαζί»
Κατά πόσο παραμένει η διεύρυνση της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια προτεραιότητα, τη στιγμή που συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία; «Η διεύρυνση αποτελεί προτεραιότητα για τη Γαλλία και φαντάζομαι για όλη την ΕΕ. Το ζήτημα δε της Ουκρανίας είναι συνδεδεμένο με αυτή, τίθεται εκ των πραγμάτων στο ίδιο πλαίσιο. Οι δύο εξελίξεις πηγαίνουν παράλληλα. Η διεύρυνση πρέπει να προχωρήσει και ταυτόχρονα να μην στρέψουμε το βλέμμα μας μακριά από την Ουκρανία και την ανάγκη να εξασφαλιστεί ειρήνη βιώσιμη και με καλούς όρους», λέει ο κ. Τροκάζ.
Τι συμβαίνει όμως με την διαδικασία της διεύρυνσης; Καταγράφεται ουσιαστική πρόοδος; Και τι διαφοροποιήσεις υπάρχουν ανά κράτος; «Είμαστε θετικοί στην ευρωπαϊκή ένταξη όλων των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων, πρέπει να ενταχθούν στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι συνολικά. Από εκεί και πέρα, βάση της κατάστασης της εκάστοτε χώρας, υπάρχουν διαδικασίες και είναι φυσιολογικό κάποιες χώρες να τρέχουν με ταχύτερο ρυθμό. Θα λέγαμε ότι Μαυροβούνιο και Αλβανία προπορεύονται, βρίσκονται σχετικά κοντά στην ένταξη, μια αισιόδοξη εκτίμηση θα ήταν ότι αυτό θα συμβεί εντός της επόμενης τριετίας. Αυτό όμως θέλουμε και για τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής» υπογραμμίζει ο κ. Τροκάζ κι εξηγεί γιατί θεωρεί κρίσιμη την συμμετοχή της Σερβίας:
«Δεν πρέπει να ξεχάσουμε τη Σερβία, που αποτελεί το 60% του πληθυσμού και του ΑΕΠ των Δ. Βαλκανίων, δεν γίνεται να σταθεροποιήσεις την χερσόνησο και την Νοτιοανατολική Ευρώπη χωρίς τη Σερβία» δηλώνει και υπενθυμίζει την ευρωπαϊκή υπόσχεση για ενσωμάτωση των βαλκανικών κρατών: «Στη Διάσκεψη Κορυφής ΕΕ-Δ. Βαλκανίων της Θεσσαλονίκης, που έγινε το 2003, είχε δοθεί η υπόσχεση προς τις χώρες της περιοχής ότι θα ενταχθούν στην ΕΕ. Μετά από 23 χρόνια δεν είμαστε ακόμη εκεί. Χρειάζεται ωστόσο να προχωρήσουμε κι ο πόλεμος στην Ουκρανία καθιστά πιο επιτακτική αυτή την προοπτική».
Δεν υπονομεύει όμως η ανάγκη για επιτάχυνση της ένταξης την εμβάθυνση σε επίπεδο θεσμών; «Και πάλι θα έλεγα ότι τα δύο αυτά πάνε μαζί. Είμαστε 27 σήμερα στην ΕΕ, πρέπει να υπολογίσουμε πώς θα λειτουργούμε όταν είμαστε 30, κανόνες και θεσμοί πρέπει να προσαρμοστούν και γίνεται συζήτηση πάνω σε αυτό. Είναι μια ισορροπία που πρέπει να έχει μόνιμη την έγνοια πώς θα λειτουργήσει αύριο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα εύρυθμα», απαντά ο γάλλος διπλωμάτης.
Δύσκολη συνύπαρξη Σερβίας και Κοσόβου
Η διεύρυνση ωστόσο θα πρέπει να υπερβεί μια σειρά από τοπικά «αγκάθια» που αφορούν διμερείς σχέσεις μεταξύ των βαλκανικών κρατών. Ένα από αυτά τη δύσκολη συνύπαρξη Σερβίας και Κοσόβου.
«Η ΕΕ έχει καταβάλει ήδη αρκετές προσπάθειες για την αποκλιμάκωση των εντάσεων και την εξομάλυνση των σχέσεων. Υπάρχει ένα πλαίσιο διαλόγου προκειμένου να καταλήξουμε σε συμβιβασμούς και να υπάρξει μια κατανόηση μεταξύ Βελιγραδίου και Πρίστινας, στη βάση της Συμφωνίας της Οχρίδας που υπεγράφη το 2023. Έχει οριστεί ο κ. Σόρενσεν ως ο αρμόδιος απεσταλμένος για τον διάλογο των δύο μερών και επιθυμούμε οι διμερείς διαφορές να επιλυθούν ώστε να προχωρήσει και το ζήτημα της ένταξης της Σερβίας. Οι σέρβοι εταίροι μας ξέρουν ότι η Ευρώπη βλέπει το όλο ζήτημα ως εμπόδιο και πρέπει να βρεθεί τρόπος να υπερβούμε τις δυσκολίες και να προχωρήσουμε. Υπάρχουν κόκκινες γραμμές εκατέρωθεν και κατανοούμε τις θέσεις κάθε πλευράς αλλά είναι ανάγκη να μείνουμε πιστοί στην εφαρμογή του πλαισίου» εξηγεί ο κ. Τροκάζ.
Και σε ό,τι αφορά το άλλο μεγάλο αγκάθι για την περιοχή, την τεταμένη σχέση ανάμεσα σε Βόρεια Μακεδονία και Βουλγαρία; «Συμβάλαμε ως Γαλλία, όταν είχαμε την προεδρία της ΕΕ το 2022, με μια πρόταση που αποσκοπούσε ακριβώς στην υπέρβαση των διαφορών [σ.σ. η συμφωνία προέβλεπε άρση του βουλγαρικού βέτο στην ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας σε αντάλλαγμα για την αναγνώριση της βουλγαρικής μειονότητας]. Πιστεύουμε πως είναι χρήσιμη αυτή η πρόταση –που είχε γίνει δεκτή και από τα δύο μέρη τότε- και δεν πρέπει να ξανανοίξουμε ζήτημα ισχύος ή όχι της συμφωνίας, πρέπει να μείνουμε σε ό,τι έχουμε. Πρέπει να προχωρήσει η Βόρεια Μακεδονία σε αλλαγές συνταγματικής φύσεως με πνεύμα καλής πίστης ώστε να ξεπεραστούν τα εμπόδια ανάμεσα στις δύο χώρες. Ως ΕΕ και Γαλλία είμαστε εδώ για να πείσουμε, όχι να πιέσουμε, έχοντας στο μυαλό μας ότι διατηρούμε σχέσεις αλληλεγγύης με τη Σόφια αλλά και φιλία με τα Σκόπια. Θα χρειαστούν προσπάθειες κι εδώ μας είναι χρήσιμο το παράδειγμα της Συμφωνίας των Πρεσπών».
Ο παράγοντας Τραμπ
Από την κουβέντα μας δεν θα μπορούσε να απουσιάζει έμμεσα ο παράγοντας Ντόναλντ Τραμπ. Πώς λοιπόν επηρεάζει η κρίση στις σχέσεις ΕΕ-ΗΠΑ το μέλλον των Δυτικών Βαλκανίων; «Μέχρι ώρας, και παρά την κρίση που περιγράψατε και η οποία αφήνει το αποτύπωμά της παντού, για τα Βαλκάνια, η ΕΕ και οι ΗΠΑ συμβαδίζουν. Στη Βοσνία μάλιστα είδαμε την Ουάσιγκτον να επεμβαίνει για την επίλυση της κρίσης στη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας. Οπότε για την ώρα
υπάρχει συνεργασία και συμπόρευση, πράγμα πολύ χρήσιμο για την περιοχή. Η διεθνής κοινότητα, έχει ευθύνη να συμβάλει στην ειρήνη και τη σταθερότητα, συνεπώς ΗΠΑ και ΕΕ επιμερίζονται κι αυτές τις δικές τους ευθύνες για να μη επαναληφθούν οι οδυνηρές αναμνήσεις του παρελθόντος».





