Είναι δυνατόν το κύμα επιστροφής των καταναλωτών στα συνοικιακά καταστήματα, όπως καταγράφεται τους τελευταίους μήνες, να αλλάξει την εικόνα στο σύνολο της αγοράς; Η μετατόπιση της κατανάλωσης προς τη γειτονιά εμφανίζεται ολοένα συχνότερα στις συναλλαγές και στις καθημερινές επιλογές των νοικοκυριών, δημιουργώντας την εντύπωση μιας νέας ισορροπίας μακριά από τα κεντρικά εμπορικά σημεία. Η εικόνα αυτή, αντανακλά κυρίως μια προσαρμογή σε συνθήκες περιορισμένου διαθέσιμου εισοδήματος λόγω της ακρίβειας, όπου η συντομότερη μετακίνηση και το χαμηλότερο κόστος υπερισχύουν της ποικιλίας και των περισσότερων επιλογών.
Τα διαθέσιμα στοιχεία συναλλαγών δείχνουν ότι ο αριθμός των αγορών σε μικρά καταστήματα αυξάνεται. Δεν συμβαίνει το ίδιο όμως και με την καταναλωτική δαπάνη, η οποία υποχωρεί σταθερά. Οι καταναλωτές επιλέγουν να κάνουν συχνότερα τις αγορές τους, οι οποίες ομως είναι μικρότερες αγορές, μειώνοντας το κόστος μετακίνησης και αποφεύγοντας μεγαλύτερες δαπάνες συγκεντρωμένης κατανάλωσης. Η τάση αυτή, ωστόσο, δεν εκδηλώνεται ομοιόμορφα. Σε γειτονιές με μόνιμους κατοίκους και βασικές υπηρεσίες σε κοντινή απόσταση, η κατανάλωση «κρατά». Αντίθετα, περιοχές που βασίζονταν στη ροή εργαζομένων, επισκεπτών ή αγοραστών από άλλες συνοικίες αρχίζουν να χάνουν σταδιακά το κοινό τους, χωρίς να βρίσκουν εύκολα υποκατάστατο.
Η μετατόπιση αυτή αλλάζει τη λειτουργία της αγοράς χωρίς να αυξάνει το συνολικό επίπεδο της κατανάλωσης. Για τις μικρές επιχειρήσεις γειτονιάς, σημαίνει περισσότερη κίνηση αλλά όχι απαραίτητα υψηλότερα περιθώρια, καθώς το κόστος παραμένει αυξημένο. Για τα εμπορικά κέντρα των πόλεων, σημαίνει μεγαλύτερη εξάρτηση από εποχική κατανάλωση και εξωτερικούς παράγοντες. Και για την οικονομία συνολικά, αποκαλύπτει μια σιωπηλή ανακατανομή που λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας, όχι ως ένδειξη νέας αναπτυξιακής δυναμικής.
Πού «κερδίζει» η γειτονιά
Η εικόνα της ενίσχυσης των συνοικιακών καταστημάτων δεν είναι καθολική. Σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, με σταθερό πληθυσμό και χαμηλότερα εμπορικά ενοίκια, η καθημερινή κατανάλωση στρέφεται στη γειτονιά. Φούρνοι, μικρά παντοπωλεία, καφέ take away και καταστήματα βασικών υπηρεσιών απορροφούν μέρος της ζήτησης που παλαιότερα κατευθυνόταν σε κεντρικούς δρόμους.
Αντίθετα, καταγράφουν απώλειες γειτονιές και εμπορικές ζώνες που ζούσαν από την παρουσία εργαζομένων σε επιχειρήσεις, φοιτητές, επισκέπτες. Η μείωση της φυσικής παρουσίας, η τηλεργασία και η περιορισμένη διάθεση για μετακινήσεις στερούν από αυτά τα σημεία τον βασικό τους «αιμοδότη». Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς χαμηλότερος τζίρος, αλλά ημέρες αιχμής εναλλάσσονται με περιόδους αισθητής υποχώρησης.
Τι δείχνουν οι έρευνες
Οι έρευνες του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ αποτυπώνουν αυτή τη διπλή εικόνα. Από τη μία πλευρά, ένα σημαντικό ποσοστό πολύ μικρών επιχειρήσεων δηλώνει ότι η κίνηση «κρατά» σε σχέση με το 2024. Από την άλλη, περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις αναφέρουν ότι τα περιθώρια κέρδους πιέζονται έντονα από το κόστος ενέργειας, τις πρώτες ύλες και τα ενοίκια.
Η αύξηση της κίνησης δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε οικονομική άνεση. Η μέση αξία συναλλαγής παραμένει χαμηλή, γεγονός που σημαίνει ότι ο τζίρος στηρίζεται στον όγκο και όχι στην αξία. Πρόκειται για μια μορφή κατανάλωσης που διατηρεί την αγορά «ζωντανή», χωρίς όμως να δημιουργεί ισχυρή αναπτυξιακή ώθηση.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η ανακατανομή της κατανάλωσης δεν αλλάζει το συνολικό της ύψος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η ιδιωτική κατανάλωση στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπερβαίνει το 70% του ΑΕΠ, από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ. Αυτό που αλλάζει είναι η σύνθεσή της: περισσότερη δαπάνη σε βασικά αγαθά, λιγότερη σε υπηρεσίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Η μετατόπιση αυτή έχει και δημοσιονομική σημασία. Η κατανάλωση βασικών αγαθών αποδίδει ΦΠΑ, αλλά με χαμηλότερη δυναμική σε σχέση με τη δαπάνη για υπηρεσίες και διαρκή αγαθά. Έτσι, τα έσοδα μπορεί να παραμένουν σταθερά βραχυπρόθεσμα, αλλά η δυνατότητα περαιτέρω ενίσχυσής τους περιορίζεται. Η αντοχή της κατανάλωσης μετατρέπεται σε στατιστική σταθερότητα, όχι σε ένδειξη διεύρυνσης της οικονομικής βάσης.
Η «μετακόμιση» της κατανάλωσης προς τη γειτονιά δεν αποτελεί επιστροφή σε ένα παλαιότερο μοντέλο τοπικής οικονομίας. Αντανακλά τη στρατηγική επιβίωσης των νοικοκυριών σε περιβάλλον υψηλού κόστους ζωής και περιορισμένων εισοδηματικών περιθωρίων.
ΠΗΓΗ: ot.gr



