Ιδιαίτερα αυστηρό είναι το νομικό πλαίσιο όσον αφορά υποθέσεις κατασκοπείας και παραβίασης στρατιωτικών μυστικών από στρατιωτικούς. Σε αυτές τις υποθέσεις, όπως σε αυτή του σμήναρχου που συνελήφθη προ ημερών, εφαρμόζεται ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας (ΣΠΚ, Ν.2287/1995), που ορίζει σχετικά με εγκλήματα που αφορούν την υπηρεσιακή τους ιδιότητα.
Ο ΣΠΚ έχει άρθρο που αφορά στη συλλογή και παράδοση μυστικών στρατιωτικών πληροφοριών σε τρίτους, με σκοπό να προκαλέσει ζημιά στα εθνικά συμφέροντα, την οποία και τιμωρεί με βαριές ποινές που φθάνουν έως και ισόβια κάθειρξη.
Ποινές και κυρώσεις
Συγκεκριμένα, το άρθρο 146 Σ.Π.Κ. ορίζει: αν στρατιωτικός συλλέγει, ανακοινώνει, παραδίδει ή επιτρέπει πρόσβαση σε στρατιωτικά μυστικά ή πληροφορίες, που αφορούν την ασφάλεια της χώρας, υπέρ ξένης δύναμης, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών.
Αν η πράξη τελέστηκε σε καιρό πολέμου, ή είχε ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες για την εθνική άμυνα, η ποινή είναι υποχρεωτικά ισόβια.
Ανεξάρτητα από την ποινή φυλάκισης, προβλέπεται, αν καταδικασθεί – έως τη δίκη και την τελική απόφαση τίθεται σε διαθεσιμότητα- σε απόταξη από τις Ένοπλες Δυνάμεις, απώλεια βαθμού, απώλεια στρατιωτικών τιμών και δικαιωμάτων και διαγραφή από τα μητρώα στελεχών.
Τι γίνεται με την ελληνική ιθαγένεια;
Η ελληνική ιθαγένεια δεν αφαιρείται αυτόματα λόγω κατασκοπείας. Το Ελληνικό Σύνταγμα και ο Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας είναι πολύ αυστηροί στην αφαίρεσή της. Αφαίρεση ιθαγένειας γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με ειδική διοικητική πράξη, όχι απλώς με ποινική καταδίκη.
Στην πράξη, Έλληνας εκ γενετής σχεδόν ποτέ δε χάνει ιθαγένεια. Όσον αφορά πολιτογραφημένους, θεωρητικά μπορεί να κινηθεί διαδικασία, αλλά είναι σπάνιο και δύσκολο νομικά.
Υπάρχουν αναφορές ότι, υπό κάποιες νομικές συνθήκες, το Ελληνικό Κράτος μπορεί να προβεί σε διαδικασία αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας, αν η κατασκοπεία θεωρηθεί ιδιαιτέρως σοβαρή και ενέργεια κατά των εθνικών συμφερόντων. Ωστόσο, η απλή καταδίκη για κατασκοπεία δε σημαίνει αυτόματη απώλεια ιθαγένειας. Κάτι τέτοιο απαιτεί ειδική και ξεχωριστή διοικητική-νομική διαδικασία, βάσει του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας και του Συντάγματος και δεν ενεργοποιείται αυτόματα μόνο από την ποινική καταδίκη.
Όμως χάνει κάθε δημόσιο αξίωμα, χάνει δικαιώματα που συνδέονται με το στράτευμα και φέρει δια βίου ποινικό στίγμα.
Παρόλο που η πράξη είναι στρατιωτική, για περιεχόμενο και ποινικές βάσεις αναφέρονται συχνά και οι διατάξεις του κοινού Ποινικού Κώδικα, Άρθρο 148 που Ποινικού Κώδικα, που αφορά γενικά την κατασκοπεία και προβλέπει:
- Όποιος με πρόθεση και παράνομα πετυχαίνει να περιέλθουν στην κατοχή του ή στη γνώση του αντικείμενα ή ειδήσεις που αναφέρονται σε κρατικά μυστικά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
- Αν ο υπαίτιος ενήργησε με σκοπό να τα διαβιβάσει σε άλλον ή να τα ανακοινώσει με τρόπο που μπορεί να εκθέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του κράτους, τότε τιμωρείται με ποινή κάθειρξης σε ειδικές περιστάσεις και ισόβια κάθειρξη.
Αυτό το άρθρο του κοινού Ποινικού Κώδικα συμπληρώνει (νομικά και εννοιολογικά) το στρατιωτικό πλαίσιο, ειδικά για την εξωστρεφή πλευρά της κατασκοπείας.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση του σμήναρχου: Προβλέπεται βαρύτατη ποινή φυλάκισης, η οποία στον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα μπορεί να φτάσει έως και την ισόβια κάθειρξη (ανάλογα με τη βαρύτητα, το εύρος και τον κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια. Οι ποινές λαμβάνουν υπʼ όψιν τη δημόσια και στρατιωτική φύση των πληροφοριών, τη ζημιά στα εθνικά συμφέροντα και αν υπήρξε σκοπός ή συνεργασία με ξένη δύναμη. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η ποινή μπορεί να φτάσει έως και τα 20+ χρόνια ή ισόβια (αν αποδειχθεί πλήρως η πράξη και η πρόθεση).





