Με ενθουσιώδη χειροκροτήματα και διαδοχικά sold out (θυμίζουμε ότι τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν σε λιγότερο από τρεις ώρες), το Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα ολοκλήρωσε τον κύκλο των 12 παραστάσεων του στην Εθνική Λυρική Σκηνή στις 30 Ιανουαρίου, επιβεβαιώνοντας ότι το ιστορικό έργο της δεκαετίας του 1990, επανήλθε ως απαραίτητο σκηνικό κύτταρο για να εγείρει υπαρξιακά και πολιτικά ερωτήματα. Το πένθος και το τραύμα βεβαίως είναι τα πρωταρχικά του στοιχεία. Πένθος για τα θύματα του AIDS που συνάντησαν τον θάνατο με τον πιο βάναυσο τρόπο και τραύμα από την πληγή της περιθωριοποίησης που ανακαλείται συχνά πυκνά από το θυμικό.

Η σύμπραξη των Γιώργου Κουμεντάκη και Δημήτρη Παπαϊωάννου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1995 στο παλαιό εργοστάσιο της ΔΕΗ στο Νέο Φάληρο, ως μέρος της παράστασης-εγκατάστασης Ενός λεπτού σιγή της Ομάδας Εδάφους. Σε μια εποχή κατά την οποία η επιδημία του AIDS παρέμενε κοινωνικά αποσιωπημένη, το Ρέκβιεμ λειτούργησε ως μία από τις πρώτες δημόσιες καλλιτεχνικές πράξεις μνήμης, αναγνώρισης και διεκδίκησης φόρου τιμής στους πεσόντες της ασθένειας.

Τριάντα ένα χρόνια μετά, η – αναγκαία ως προς την ανανοηματοδότηση του περιεχομένου του – επιστροφή του φέρει το βάρος μιας νέας ιστορικής συνθήκης: διαπερνώντας το παρελθόν, το νεορομαντικό Ρέκβιεμ μιλάει στο συλλογικό παρόν με την επιβλητική σκοτεινή εικόνα, τη φθορά και την αργή πτώση των γυμνών σωμάτων από τη μεγάλη σκάλα, χωρίς να αρνείται τους συσχετισμούς με τις συσσωρευμένες τραγωδίες του τώρα, εντός κι εκτός του συλλογικού σώματος αυτής της χώρας. Οι προβολές δε της παράστασης, πλούσιες στους παραλληλισμούς τους με έργα της Αναγέννησης (όπως η Πιετά του Μιχαήλ Άγγελου) και υπαρξιακές καταβυθίσεις από την απόλαυση του έρωτα και της ηδονής μέχρι την πτώση και τον αφανισμό στην Κόλαση του Δάντη.

«Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα», Photograph by Julian Mommert

Η επανένωση του σκηνοθέτη και χορογράφου Δημήτρη Παπαϊωάννου και του συνθέτη (και καλλιτεχνικού διευθυντής της ΕΛΣ) Γιώργου Κουμεντάκη, σε νέα μουσική ανάγνωση από τον μαέστρο Θεόδωρο Κουρεντζή, ανέδειξε τούτο το ορόσημο της δεκαετίας του 1990 ως σύγχρονο πολιτιστικό γεγονός – πραγματικά τυχεροί όσοι αξιωθήκαμε να παρακολουθήσουμε την υποβλητική αυτή ελεγεία έρωτα και ζωής, στη διάρκεια 40 λεπτών δια χειρός τριών γιγάντων των τεχνών, διεθνούς απήχησης.

«Θα υπάρξει άλλη τέτοια στιγμή;» αναρωτιόταν θεατής στο διπλανό κάθισμα καθώς κύματα χειροκροτημάτων αποθέωναν τους συντελεστές επί σκηνής στην ολοκλήρωση της παράστασης. Στην έξοδο το πλήθος που αποχωρούσε έσμιξε με τους θεατές που δήλωναν με κάθε τρόπο την άφιξη τους για τη δεύτερη παράσταση της βραδιάς. Το κοινό από κάθε άκρη της πόλης είχε έναν κοινό στόχο: να βιώσει κάτι μοναδικό.

«Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα». Photograph by Giannis Antonoglou

Για τις γενιές που δεν έζησαν την επέλαση του AIDS η επαναφορά του Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα είναι διαδικασία αναγκαία στο σκάλισμα της συνείδησης, μια «ευκαιρία» αναδρομής μέσω εικόνων και μουσικών διαδρομών σε ένα άγνωστο τοπίο που μαρτυρά ακόμα πολλά για τη συνέχεια της κοινωνίας μας και την εξέλιξη της. Μια εξέλιξη που – όπως παρατηρεί και στο σημείωμά του «1995-2025: ο φόβος παραμένει» ο Γιώργος Κουμεντάκης – επανατοποθετεί το έργο σε έναν κόσμο πολύ πιο συντηρητικό από τον κόσμο της δεκαετίας του ’90.

Το Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα επέστρεψε στην Εθνική Λυρική Σκηνή σε νέα σκηνική κλίμακα, με τη δραματικά συμπαγή μουσική παρτιτούρα να βρίσκει στη διεύθυνση του Θεόδωρου Κουρεντζή μια νέα ένταση: όχι ως ερμηνευτική υπερβολή, αλλά ως τελετουργική ακρίβεια. Το έργο καθιστά τον θάνατο παρόντα και την απώλεια (ή τις πάμπολες βιωμένες απώλειες) κοινή πραγματικότητα. Στη διάρκειά του επανέρχεται ο στίχος «ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο» από το ποίημα του Δημητρίου Καπετανάκη Λάζαρος.

Η συμπαραγωγή της ΕΛΣ με το Théâtre du Châtelet και η παρουσίαση του έργου στο Παρίσι τον Νοέμβριο του 2027 αποτελούν το επόμενο βήμα της τωρινής διαδρομής που ξεκίνησε στην Αθήνα με ισχυρό αποτύπωμα. Στο καλλιτεχνικό αυτό επίτευγμα συμμετέχουν 50 άριστοι περφόρμερ ενώ το μουσικό σύνολο αποτελείται από σολίστ της ορχήστρας της ΕΛΣ, με τη συμμετοχή του ΜΕΙΖΟΝ Ensemble με 22 Έλληνες χορωδούς υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου. Συμμετέχουν επίσης οι Ρωσίδες υψίφωνοι Ντιάνα Νοσίρεβα και Ξένια Ντορόντοβα. Τη νέα εκδοχή του σκηνικού υπογράφουν ο Δημήτρης Παπαϊωάννου και ο Λουκάς Μπάκας, τα κοστούμια ο Βασίλης Παπατσαρούχας και τους φωτισμούς ο Δημήτρης Παπαϊωάννου και ο Στέφανος Δρουσιώτης.