Στις 7 Φεβρουαρίου 1957, ο πρώτος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, ο Χάστινγκς Ισμέι, έστειλε από το ιδιαίτερό του γραφείο μία επιστολή προς όλους τους μονίμους αντιπροσώπους της Συμμαχίας. Σε αυτό το άκρως αποκαλυπτικό έγγραφο, βασικά σημεία του οποίου φέρνει σήμερα στο φως «Το Βήμα», κρύβεται ένας από τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος, «σπόρος» της προσπάθειας της Αγκυρας να θέσει ζήτημα αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών του Αιγαίου, με στόχο μάλιστα τη Λέρο, εν μέσω κορύφωσης του Ψυχρού Πολέμου! Η γειτονική χώρα αποφάσισε τότε να εγείρει, μόλις πέντε χρόνια αφότου Ελλάδα και Τουρκία έγιναν μέλη της Συμμαχίας, το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης στηριζόμενη στη Συνθήκη των Παρισίων του 1947 με την οποία παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα. Το δε αίτημα της Αγκυρας έγινε δεκτό από τον λόρδο Ισμέι, απόφαση που άνοιξε τον δρόμο τόσο για τις περιώνυμες, πλέον, Οδηγίες Λουνς (Luns Rulings) του 1980 – με σημείο τριβής τη Λήμνο – αλλά και την Οδηγία Πολιτικής για τα Νησιά του Αιγαίου (Aegean Islands’ Policy Guidance) του 2006, με την οποία η ίδια η Συμμαχία ουσιαστικά «γκρίζαρε» μεγάλο μέρος του Αιγαίου. Στη δε παρούσα συγκυρία, με τον τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να φέρεται έτοιμος να εγείρει θέμα αποστρατιωτικοποίησης αλλά ενδεχομένως και αμφισβήτησης της κυριαρχίας των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων στην προσεχή Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη (29-30 Ιουνίου), η Αθήνα δεν μπορεί παρά να ετοιμάζεται για όλα τα σενάρια, έχοντας κατά νου το «βαρύ παρελθόν».

Η εμπλοκή του 1957

Η επιστολή Ισμέι τιτλοφορείται «Υποδομές Λέρου» (Leros Infrastructures) και γράφτηκε όταν ακόμη η έδρα του ΝΑΤΟ βρισκόταν στο Palais de Chaillot στο Παρίσι. Αφορούσε τα ζητήματα των νατοϊκών υποδομών που έχουν πολλάκις αποτελέσει «αγκάθι» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οπως αναφέρει στην επιστολή του προς τους μονίμους αντιπροσώπους ο βρετανός αξιωματούχος, «θα ενθυμείστε ότι τον Δεκέμβριο του 1953, το (Βορειοατλαντικό) Συμβούλιο είχε εγκρίνει, υπό το Πέμπτο Μερίδιο (Slice) του Προγράμματος Υποδομών, 436.000 στερλίνες για την κατασκευή υπογείων αποθηκευτικών εγκαταστάσεων για καύσιμα (POL) και πυρομαχικά στη νήσο Λέρο. Επιπλέον 12.000 στερλίνες για αυτά τα έργα συμπεριελήφθησαν στο Πρόγραμμα για το Εκτο Μερίδιο. Επιπρόσθετα, το Πρόγραμμα Υποδομών συμπεριέλαβε έναν τερματικό σταθμό ραδιοτηλεπικοινωνιών στη Λέρο».

Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας για την κατασκευή νατοϊκών υποδομών υπήρξαν συνεχείς τα επόμενα χρόνια. Η περίπτωση της Λέρου όμως έχει ιδιαίτερη σημασία διότι ουσιαστικά η Αγκυρα ήγειρε εμπόδια σε έργα που είχαν ήδη αρχίσει να κατασκευάζονται και όχι κατά τη διαπραγμάτευσή τους! Οπως συνεχίζει η επιστολή, «μετά την αρχική έγκριση των δαπανών και αφού είχε ξεκινήσει η κατασκευή των εγκαταστάσεων, ηγέρθη το ερώτημα περί μίας πιθανής σύγκρουσης με τις προβλέψεις της Συμφωνίας Ειρήνης με την Ιταλία (πρόκειται για τη Συνθήκη των Παρισίων), η οποία προβλέπει την αποστρατιωτικοποίηση της Λέρου (Μέρος V, Αρθρο 14). Κυβερνήσεις που ενδιαφέρονται σχετικά (χρησιμοποιείται η έκφραση «interested governments»)», σημειώνει ο λόρδος Ισμέι, «ένιωσαν ότι είναι αναγκαίο να επανεξεταστούν τα έργα υποδομής στη Λέρο υπό την οπτική της ανάπτυξης μίας φόρμουλας που θα μπορούσε στο μεσοδιάστημα να ικανοποιήσει τις στρατιωτικές ανάγκες του ΝΑΤΟ, ενώ παράλληλα θα απεφεύγετο μία σύγκρουση με τη Συνθήκη».

Ο τότε γενικός γραμματέας της Συμμαχίας συνοδεύει την επιστολή του με μία σειρά έξι προτάσεων για την άρση του αδιεξόδου και «την ολοκλήρωση ορισμένων εργασιών των υποδομών στη Λέρο». Οι προϋποθέσεις αυτές ήταν οι ακόλουθες:

α) καμία ναυτική, αεροπορική ή στρατιωτική μονάδα δεν θα έχει βάση ή θα σταθμεύει στο νησί σε καιρό ειρήνης και ούτε η βάση θα χρησιμοποιείται για ελιγμούς,

β) οι εγκαταστάσεις θα πρέπει να συντηρούνται αποκλειστικά από πολιτικό προσωπικό,

γ) καμία από τις κατασκευές στη Λέρο δεν θα είναι φανερά στρατιωτική,

δ) ο σταθμός σημάτων (ραδιοσταθμός αναμετάδοσης Αθήνας – Λέρου) μπορεί να ολοκληρωθεί και δεν υπάρχει ένσταση στη χρήση του,

ε) δεν υπάρχει ένσταση στην ολοκλήρωση των εγκαταστάσεων αποθήκευσης καυσίμων. Σκάφη του Πολεμικού Ναυτικού όμως δεν μπορούν να χρησιμοποιούν το νησί ως σημείο εφοδιασμού και κάθε αναγκαία εργασία θα πρέπει να πραγματοποιείται με την αποστολή τάνκερ για τη μεταφορά καυσίμων αλλού,

στ) η αποθήκη πυρομαχικών μπορεί να ολοκληρωθεί, αλλά πυρομαχικά δεν μπορούν να αποθηκευθούν εκεί σε καιρό ειρήνης.

Οι «Οδηγίες Λουνς» του 1980

Ηδη από τη δεκαετία του 1960 λοιπόν η Αγκυρα είχε επιδιώξει – και επιτύχει – να αξιοποιήσει προβλέψεις ακόμη και της Συνθήκης των Παρισίων (της οποίας δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος) για να εγείρει σε υψηλό επίπεδο το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης. Η έκβαση της υπόθεσης της Λέρου όμως δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο γεγονός. Αποτέλεσε τη βάση και για άλλες κινήσεις της νατοϊκής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας από το 1980 και μετά όταν η Αθήνα επανήλθε στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ – αποδυναμωμένη μετά την απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή για αποχώρηση από αυτό το 1974.

Το πρώτο χτύπημα ήταν οι περιώνυμες πλέον «Οδηγίες Λουνς». Στις 8 Μαΐου 1980, ο τότε γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, ο Ολλανδός Γιόζεφ Λουνς, έστειλε μία επιστολή στον ανώτατο διοικητή των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ευρώπη (SACEUR), στρατηγό Μπέρναρντ Ρότζερς, η οποία συνοδευόταν από επιστολή και προς τους μονίμους αντιπροσώπους των κρατών-μελών. Οπως και ο λόρδος Ισμέι, ο Λουνς έστειλε την επιστολή από το ιδιαίτερό του γραφείο (Private Office). Αυτές οι επιστολές τυπικώς δεν δεσμεύουν τα κράτη-μέλη, όπως επισημαίνουν πηγές με διαχρονική γνώση των διεργασιών πίσω από τις βαριές πόρτες της Συμμαχίας. Το γεγονός όμως ότι επικράτησαν πολιτικά όλα αυτά τα χρόνια δείχνει ότι σε πρακτικό επίπεδο ισχύει ακριβώς το αντίθετο.

Στην επιστολή του ο Λουνς αναφέρεται στην πρόταση για συμπερίληψη στο Μερίδιο 32 του Προγράμματος Υποδομών «μίας εγκατάστασης επικοινωνιών στη νήσο Λήμνο ώστε να ενταχθεί σύστημα NATO Air Defense Ground Environment (NADGE). Το SHAPE (το στρατιωτικό αρχηγείο του ΝΑΤΟ) σωστά επεσήμανε τα νομικά ζητήματα που εγείρονται σε σχέση με τη μελέτη και τη διευθέτησή του. Αυτή η υπόθεση», συνεχίζει ο Λουνς, «παρέχει την ευκαιρία να επαναβεβαιωθεί ένα σημείο αρχής που καθιερώθηκε ήδη από το 1957 με τη δημοσίευση της ΡΟ/57/142 (πρόκειται για τον αριθμό πρωτοκόλλου της επιστολής Ισμέι). Αναφέρομαι φυσικά στην ανάγκη να εκπληρωθούν, όσο αυτό είναι εφικτό, οι στρατιωτικές ανάγκες του ΝΑΤΟ, ενώ κατά την ίδια στιγμή να αποφευχθούν νομικά ζητήματα που αφορούν διευθετήσεις Συνθηκών μεταξύ μελών της Συμμαχίας, τα οποία δεν βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του ΝΑΤΟ να κρίνει νομικά ή να επιλύσει. Το έργο που αφορά τη Λήμνο και αναφέρθηκε άνωθεν αντιπροσωπεύει μία τέτοια κατάσταση» σημειώνεται στην επιστολή, η οποία καταλήγει: «Θα ήμουν ευγνώμων για τη διαβεβαίωσή σας ότι κάθε μελλοντική υποβολή έργων τα οποία, υπό την οπτική του κατάλληλου στρατιωτικού διοικητή, θα ήγειρε νομικά ερωτήματα περί διευθετήσεων Συνθηκών μεταξύ κρατών δεν θα λαμβάνονται υπόψη στις εισηγήσεις σας για τα Μερίδια».

Σειρά ελληνικών κυβερνήσεων προσπάθησαν να άρουν τους περιορισμούς των «Luns Rulings», αλλά επί ματαίω. Την επιστολή Λουνς ακολούθησε έτερη επιστολή, αυτή τη φορά του ναυάρχου Ουίλιαμ Κρόου, διοικητή του Συμμαχικού Στρατηγείου Νότιας Ευρώπης με έδρα τη Νάπολη και ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 1981 προς τον έλληνα Α/ΓΕΕΘΑ, με την οποία επανεπιβεβαιώνεται η αρχή που εμπεριέχεται στις επιστολές Ισμέι και Λουνς. Ενδιαμέσως, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών (με τηλεγράφημά του με ημερομηνία 6 Φεβρουαρίου 1981) το οποίο φέρει την υπογραφή του τότε υπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη προχώρησε σε διάβημα τόσο προς τον Λουνς όσο και προς τον στρατηγό Ρότζερς σε σχέση με τα έργα υποδομών σε Λήμνο – κατά κύριο λόγο – αλλά και Κάρπαθο. Οι προσπάθειες έπεσαν στο κενό. Η κατάσταση είχε εμπεδωθεί και αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και μετά την υπόθεση της Λέρου, ελήφθησαν ανάλογες αποφάσεις που αφορούσαν υποδομές του ΝΑΤΟ που είχαν ληφθεί το 1965 και το 1968 και σχετίζονταν, ξανά, με τη Λήμνο.

Η «γκρίζα» Οδηγία του SACEUR

Η εικόνα ολοκληρώνεται το 2006. Οι συνεχιζόμενες ελληνοτουρκικές τριβές σε σχέση όχι μόνο με έργα υποδομών αλλά και με τον σχεδιασμό ασκήσεων προκάλεσαν την παρέμβαση του τότε SACEUR, στρατηγού Τζέιμς Τζόουνς, ο οποίος εξέδωσε στις 15 Αυγούστου 2006 την «Οδηγία Πολιτικής του SHAPE για τα Νησιά του Αιγαίου» (τα βασικά σημεία της οδηγίας είχαν δημοσιευθεί μερικά χρόνια αργότερα στην εφημερίδα «Εθνος») με αποδέκτη τόσο τον συμμαχικό διοικητή στη Νάπολη όσο επίσης την Αθήνα και την Αγκυρα. Η οδηγία αυτή, όπως αναφέρει το κείμενο, «βασίζεται σε υπάρχουσα οδηγία του γενικού γραμματέα καθώς και σε μακρόχρονη πολιτική και πρακτική του SHAPE. Δεν καθιερώνει προηγούμενο για οποιαδήποτε μελλοντική επίλυση διμερών πολιτικών ή νομικών ζητημάτων σχετικά με την ερμηνεία συνθηκών ή άλλων διεθνών κειμένων. Ούτε επίσης υπονοεί την υποστήριξη του ΝΑΤΟ για τη θέση οποιασδήποτε πλευράς σε μία σχετική διαμάχη».

Τα βασικά σημεία της οδηγίας είναι δύο και μάλλον η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Το πρώτο σημείο είναι ότι «εκείνα τα νησιά του Αιγαίου, των οποίων το καθεστώς στρατιωτικοποίησης περιορίζεται από Συνθήκες, δεν θα χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια ασκήσεων ή άλλων δραστηριοτήτων του ΝΑΤΟ εν καιρώ ειρήνης». Η έμμεση, στο σημείο αυτό, υιοθέτηση της τουρκικής θέσης σχετικά με το καθεστώς των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου με βάση τη Συνθήκη της Λωζάννης είναι εμφανής, παρά τις άνωθεν διαβεβαιώσεις του SACEUR.

Το δεύτερο σημείο εστιάζει στη «μοναδική περίπτωση» της Λήμνου. Ο SACEUR επαναβεβαιώνει ότι «με βάση προηγούμενη οδηγία του γενικού γραμματέα και πολιτικές και διαδικασίες του SHAPE που υιοθετήθηκαν και με συνέπεια εφαρμόστηκαν από τη δεκαετία του 1980» ισχύουν τα κάτωθι:

l
Εργα στη Λήμνο δεν θα υποβληθούν για νατοϊκή χρηματοδότηση.

l
Ασκήσεις και άλλες νατοϊκές δραστηριότητες εν καιρώ ειρήνης δεν θα διεξαχθούν χρησιμοποιώντας τη Λήμνο και τις δυνάμεις ή τις εγκαταστάσεις σε αυτήν.

l
Δυνάμεις στη Λήμνο οι οποίες προσφέρθηκαν στο ΝΑΤΟ θα συμπεριληφθούν σε συμμαχικές επιχειρήσεις (ACO ORBAT), αλλά ο SACEUR δεν θα αναλάβει τη διοίκηση αυτών των δυνάμεων μέχρι ένταση ή κρίση ενεργοποιήσουν το σύστημα συναγερμού του ΝΑΤΟ.

l
Εφόσον απαιτηθεί με βάση εμπεριστατωμένη στρατιωτική εκτίμηση, η Λήμνος και/ή οι δυνάμεις και οι εγκαταστάσεις της ίσως χρησιμοποιηθούν στον ενδεχόμενο πολεμικό σχεδιασμό.

Συναγερμός στην Αθήνα για τις κινήσεις Ερντογάν στη Μαδρίτη

Σήμερα  Τετάρτη και αύριο Πέμπτη, 29 και 30 Ιουνίου, αναμένεται να διεξαχθεί στη Μαδρίτη μία από τις κρισιμότερες Συνόδους Κορυφής του ΝΑΤΟ μετά το 1990. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία «ανατίναξε» όλη τη μεταψυχροπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ευρώπη. Με δεδομένο δε ότι η Συμμαχία πρόκειται να υιοθετήσει το νέο Στρατηγικό της Δόγμα με το βλέμμα στο 2030, το περιεχόμενό του αναμένεται με έκδηλο ενδιαφέρον. Παράλληλα, το ζήτημα που εφόσον όλα κυλούσαν ομαλά θα συγκέντρωνε τα φώτα της δημοσιότητας θα ήταν η πρόσκληση ένταξης στη Σουηδία και στη Φινλανδία. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε όμως άλλα σχέδια.

Δεν είναι μόνο η «νάρκη» που έβαλε στις προσκλήσεις προς Στοκχόλμη και Ελσίνκι, απαιτώντας την ικανοποίηση σειράς αιτημάτων που εκκινούν από την έκδοση Κούρδων και γκιουλενιστών ως την άρση εμπάργκο όπλων. Οι διαρροές στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης περί πρόθεσης του τούρκου προέδρου να εγείρει μέσα στο Βορειοατλαντικό Συμβούλιο ζήτημα αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών και ενδεχομένως σύνδεσης αυτού με την ελληνική κυριαρχία επί αυτών σήμανε, όπως ήταν αναμενόμενο, συναγερμό στην Αθήνα. Σύμφωνα με πληροφορίες, διευρυμένη σύσκεψη επί του θέματος και με σκοπό την προετοιμασία εν όψει Μαδρίτης επρόκειτο να πραγματοποιηθεί την Πέμπτη στο υπουργείο Εξωτερικών, ενώ θα ακολουθήσουν και άλλες μετά την επιστροφή του Κυριάκου Μητσοτάκη από τις Βρυξέλλες, ώστε ο Πρωθυπουργός να εξετάσει κάθε σενάριο μίας νέας επίθεσης του κ. Ερντογάν με την οποία θα αμφισβητεί την εθνική κυριαρχία μίας συμμάχου χώρας.

Πεδία Βολής: Κίνηση εκτόνωσης ή ελιγμός της Αγκυρας;

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες κατεβλήθη μία έντονη παρασκηνιακή προσπάθεια να υπάρξει ένας δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας και να γίνουν ορισμένες κινήσεις μείωσης της έντασης στο στρατιωτικό σκέλος. Σε αυτή την προσπάθεια πρωταγωνίστησαν τα δύο υπουργεία Αμυνας και οι κ.κ. Νίκος Παναγιωτόπουλος (που βρισκόταν σε άμεσο συντονισμό με τον Πρωθυπουργό) και Χουλουσί Ακάρ και κομβικά στελέχη των δύο υπουργείων Εξωτερικών. Φαίνεται δε ότι η παρέμβαση της αμερικανικής πλευράς υπήρξε ισχυρή. Ηδη μάλιστα από την προηγούμενη Κυριακή «Το Βήμα» είχε παρουσιάσει τον πυρήνα της προσπάθειας που εστιαζόταν γύρω από τις προβλέψεις του Μνημονίου Παπούλια – Γιλμάζ του 1988.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Αγκυρα είχε προχωρήσει στην έκδοση δύο παράτυπων/παράνομων ΝΟΤΑΜs – μία πρακτική που έχει υιοθετήσει ήδη από το 2015 – δεσμεύοντας δύο περιοχές στο Αιγαίο για όλο τον χρόνο (πλην Σαββάτου, Κυριακής και αργιών) ως απάντηση (υπό μορφή αμοιβαιότητας, όπως η ίδια επιμένει) στη δέσμευση από την ελληνική πλευρά Πεδίων Βολής (κυρίως της Ψαθούρας και της Ανδρου) για όλο τον χρόνο. Η Αγκυρα θεωρεί, κατά μία – μειοψηφική στην ελληνική πλευρά – άποψη δικαίως με βάση τις προβλέψεις του Μνημονίου Παπούλια – Γιλμάζ, ότι η Αθήνα «κλείνει» αυτές τις περιοχές για μεγάλα χρονικά διαστήματα παρά τα συμφωνηθέντα. Οι ίδιες πηγές τονίζουν ότι η Τουρκία προχώρησε πριν από μερικές ημέρες στην απόσυρση των NOTAMs για την περίοδο 18 Ιουνίου – 15 Σεπτεμβρίου, για την περίοδο δηλαδή που προβλέπουν τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης του γνωστού Μνημονίου. Στο σύνολό τους βέβαια οι αγγελίες αυτές παραμένουν παράνομες/παράτυπες, αλλά εκτιμάται ότι η κίνηση αυτή μπορεί να ηρεμήσει λίγο την κατάσταση – όχι όμως και να την κρύψει κάτω από το χαλί.