Γεννήθηκε στη Μόσχα, μεγάλωσε στην Πάτρα. Οταν ήταν 5 ετών οι γονείς του τον ρώτησαν αν ήθελε να μάθει βιολί και εκείνος απάντησε καταφατικά. «Παρ’ όλα αυτά, η παιδική μου ηλικία ήταν περισσότερο συνδεδεμένη με την ανάγκη να τρέξω για ποδόσφαιρο ή μπάσκετ» θυμάται ο Δημήτρης Μποτίνης. «Μεγάλη αγάπη και μεγάλη ανάγκη τότε, ιδιαίτερα το μπάσκετ. Αυτή η ορμή και η θέληση για άθληση δεν έμεναν ποτέ ανεκπλήρωτες. Το βιολί, όμως, ήταν πάντα μέρος της ζωής μου. Μεγάλωνα σε ένα περιβάλλον εμποτισμένο με μουσική». Ο πατέρας του ήταν ιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής των «Σολίστ της Πάτρας» (αργότερα «Ορχήστρα Πατρών»), η μητέρα του ήταν μέλος της ορχήστρας που εμφανιζόταν επίσης και ως σολίστ. Ο Δημήτρης βρέθηκε να παρακολουθεί από μικρός τη δουλειά της ορχήστρας. «Ημουν αυτό που λέμε γέννημα-θρέμμα της. Η κλασική μουσική ήταν μέρος της ζωής μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.  Με τον καιρό τα πράγματα άρχισαν να αντιστρέφονται (σε σχέση με το μπάσκετ) και το ενδιαφέρον μου για τη μουσική μεγάλωνε». Ετσι, ανοίχτηκε μπροστά του ο δρόμος που σήμερα τον φέρνει στο πόντιουμ σημαντικών ορχηστρών ως έναν από τους ταχέως ανερχόμενους μαέστρους της εποχής μας.

Πώς ήταν η ζωή σας τους τελευταίους μήνες;

«Από τα μέσα Μαρτίου έχουν ακυρωθεί όλες οι συναυλίες και προς το παρόν δεν γνωρίζουμε πότε θα επανέλθουμε. Παρ’ όλα αυτά, η περίοδος αυτή για μένα είναι εξαιρετικά παραγωγική. Εάν εξαιρέσουμε τη γενικότερη ανησυχία των καιρών μας, έχω εκλάβει την παύση αυτή σαν ένα δώρο, καθώς άλλοτε, στην καθημερινότητά μου (με περιοδείες, πτήσεις, αϋπνίες, συναυλίες, νέα προγράμματα το ένα μετά το άλλο κ.λπ.) παραμελούσα πολλά σημαντικά πράγματα στη ζωή μου. Από αυτή την άποψη, τα τελευταία χρόνια ήταν υπερφορτωμένα, αλλά μου έκαναν καλό, και τα είχα μάλιστα ανάγκη. Τώρα όμως έχω τη δυνατότητα να μελετήσω και να προετοιμαστώ με ηρεμία για τις μελλοντικές παραγωγές».

 Είστε άνθρωπος αισιόδοξος; Πώς βλέπετε την «επόμενη μέρα»;

«Προσπαθώ να σκέφτομαι θετικά, ακόμη κι όταν αυτό είναι δύσκολο. Υπάρχουν, όμως, και πράγματα στον κόσμο μας που με προβληματίζουν, πάνω στα οποία όταν αρχίζω να σκέφτομαι θετικά νιώθω ουτοπιστής. Σε ό,τι αφορά την «επόμενη μέρα», κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι για όλους τους ανθρώπους. Αυτή η περίοδος μας αποκαλύπτει αλήθειες και ξεγυμνώνει μασκαρεμένες πραγματικότητες. Εάν δούμε τα πράγματα πιο σφαιρικά, διαπιστώνουμε ότι η ανθρωπότητα περνά μέσα από μια δοκιμασία, πέραν του ιού. Ας είναι λοιπόν η καραντίνα το μεγαλύτερο κακό που θα μπορούσε να μας συμβεί. Ας μας βρει η «επόμενη μέρα» λιγάκι πιο σοφούς».

 Ο πατέρας σας, ο επίσης μαέστρος Δημήτρης Μποτίνης, έχει γεννηθεί στο Τσιρτσίκ της Τασκένδης. Πώς βρέθηκε εκεί η οικογένειά του;

«Στα μέσα του 20ού αιώνα οι γονείς του πατέρα μου βρέθηκαν ως πολιτικοί πρόσφυγες στην περιοχή της Τασκένδης. Εκεί γεννήθηκε ο ίδιος και 16 χρόνων έφυγε για σπουδές στη Μόσχα, όπου έζησε για αρκετά χρόνια. Εκεί γνώρισε τη μητέρα μου, που είναι πιανίστρια. Γι’ αυτό κι εγώ γεννήθηκα στη Μόσχα, στην οποία επέστρεψα – μέσω Πάτρας και Αγίας Πετρούπολης – έπειτα από αρκετά χρόνια».

 Ποια τα οφέλη της μετακίνησης ανάμεσα σε «δύο πατρίδες»; Πόσο εύκολο είναι τελικά να είσαι και Ελληνας και Ρώσος;

«Πολύ εύκολο, αρκεί να μην το σκέφτεσαι. Εν τέλει, ανεξαρτήτως εθνικότητας, είμαστε όλοι άνθρωποι, σωστά; Οταν ήμουν μικρός, φανταζόμουν τον εαυτό μου να κοιτάζει τη γη από το Διάστημα. Ακόμη το φαντάζομαι, καμιά φορά, και πιάνω τον εαυτό μου με τη σκέψη πως όσα μας χωρίζουν εμάς τους ανθρώπους και όσα μας προβληματίζουν κατά τη διάρκεια της σύντομης επίσκεψής μας στον κόσμο αυτόν είναι πολύ μικρά. Αξίζει άραγε να χωριζόμαστε σε «στρατόπεδα»; Με τη σκέψη αυτή προχωρώ και προσπαθώ να κάνω καλά ό,τι κάνω. Για να το κάνω όμως καλά, απαντώντας στο πρώτο σκέλος της ερώτησής σας (και επιστρέφοντας από το Διάστημα), έπρεπε να πάρω μιαν απόφαση: Να επιλέξω το περιβάλλον όπου θα συνέχιζα την εκπαίδευσή μου. Τότε ήμουν 19 χρόνων και έφυγα για την Αγία Πετρούπολη. Η ζωή τα έφερε έτσι ώστε έκτοτε μετακινούμαι στον κόσμο έχοντας ως βάση τη Ρωσία. Με τον καιρό έρχονται η εξέλιξη και η εμπειρία. Tο περιβάλλον στο οποίο ζει και δημιουργεί ένας καλλιτέχνης παίζει πολύ σημαντικό ρόλο για την εξέλιξή του».

 Ποιες ήταν οι στιγμές που επέδρασαν καταλυτικά στην εξέλιξή σας;

 

«Η ζωή στην Αγία Πετρούπολη. Αυτό επέδρασε καταλυτικά. Δεν ήταν μόνο το Κονσερβατόριο, με τους δασκάλους και την τεράστια ιστορία του που σχετίζεται με τους περισσότερους μεγάλους ρώσους δημιουργούς, αλλά η όλη ατμόσφαιρα μιας πόλης με ανεξίτηλη ενέργεια. Είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω και να παρακολουθήσω από κοντά τη δουλειά μεγάλων μαέστρων. Να γνωρίσω ενδιαφέρουσες προσωπικότητες του χώρου. Αυτή ήταν η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε η μετέπειτα πορεία. Με τον καιρό ήρθαν και οι συνεργασίες μου με διάσημες ορχήστρες και σολίστ. Σίγουρα, και οι διαγωνισμοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο. Ομως θεωρώ ότι οι διαγωνισμοί δεν έχουν τόσο σχέση με την τέχνη όσο με την ανάγκη εύρεσης ταλέντων, την ύπαρξη των οποίων δεν γνωρίζουμε. Κερδίζοντας, δηλαδή, έναν διαγωνισμό, έχει κανείς άμεσα μια αναγνώριση, η οποία ενδεχομένως στο μέλλον να παίξει σημαντικό ρόλο. Ακόμα και αν δεν κερδίσει, η προετοιμασία του αυτή καθαυτή ήταν εξίσου σημαντική για την πρόοδο. Η όλη διαδικασία είναι αρκετά ψυχοφθόρα, αλλά πρέπει κανείς να την περάσει. Κάτι σαν αναγκαίο κακό δηλαδή».

 Ποια είναι τα προσόντα που πρέπει να έχει ένας μουσικός για να είναι κατάλληλος για μαέστρος;

«Το σημαντικότερο είναι η αγάπη για τη μουσική. Από εκεί και πέρα, η ικανότητα να βλέπει «ανάμεσα από τις νότες». Να διακρίνει, δηλαδή, την κρυφή σημασία του μουσικού κειμένου. Ας μην ξεχνάμε ότι μια απλή αναπαραγωγή της παρτιτούρας, όσο τεχνικά άρτια κι αν είναι, καλλιτεχνικά δεν έχει κανένα νόημα. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τους μαέστρους, αλλά όλους τους μουσικούς. Απλά η διαφορά έγκειται στο ότι, όλοι οι μουσικοί έχουν τη δυνατότητα μελέτης με το όργανό τους από την παιδική τους ηλικία, ενώ ο μαέστρος, όσο καλός κι αν είναι στο όργανο που παίζει ο ίδιος, κρίνεται εκ του αποτελέσματος το οποίο επιτυγχάνει διευθύνοντας μια ορχήστρα. Κι εδώ είναι το ζητούμενο. Επιτυγχάνει κάτι ιδιαίτερο ή όχι; Κι αν ναι, πώς; Η διεύθυνση ορχήστρας, λοιπόν, απαιτεί εκπαίδευση, σκληρή δουλειά, προσήλωση και υπομονή. Πάντοτε, όμως, υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης εμφανούς και λαμπερού μουσικού ταλέντου και της ανάγκης να εκφραστεί».

Τι κάνει, τελικά, ένας μαέστρος;

«Ενας καλός μαέστρος ψυχολογεί τους μουσικούς της ορχήστρας. Καταφέρνει να κάνει την ιδέα του δική τους. Είναι σε θέση με τις κινήσεις, με τη φυσιογνωμία και γενικά με την παρουσία του στο πόντιουμ να «διηγείται χωρίς λόγια». Περνά στους μουσικούς τα συναισθήματά του, εκείνοι του απαντούν με ένα συναρπαστικό ενεργειακό κύμα, και έτσι μαζί δημιουργούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Τότε γίνεται εκείνο το θαύμα που μας ταξιδεύει».

Είναι, αλήθεια, το ταλέντο αρκετό για να κάνει έναν αρχιμουσικό σταρ;

«Σαφώς και όχι. Προσωπικά είμαι επικεντρωμένος στις τέχνες. Αυτό είναι το ενδιαφέρον μου, η αγάπη μου, ο κόσμος μου. Βλέπω τέχνη όπου κι αν κοιτάξω. Ευχή και επιδίωξή μου είναι μέσα από την τέχνη να εξελίσσομαι ως άνθρωπος και να προσφέρω, όσο μπορώ, με τον τρόπο μου στην κοινωνία. Στη συνέχεια, οι χαρακτηρισμοί που σου προσδίδουν είναι ένα άλλο θέμα. Κάποιοι από αυτούς έχουν περισσότερο σχέση με τον χώρο της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, παρά με την ουσία της τέχνης. Ως εκ τούτου, τα καλλιτεχνικά γραφεία μπορούν να πουν περισσότερα επί του θέματος. Το σίγουρο πάντως είναι πως η καλή διαφήμιση αποτελεί σημαντικό εργαλείο στον  χώρο της κλασικής μουσικής, καθώς μπορεί να έχει θετικότατα αποτελέσματα στην προσπάθεια ευρύτερης διάδοσής της και ιδιαίτερα εκεί όπου είναι παρεξηγημένη ως μουσική για γάμους, βαφτίσια, κηδείες, και ό,τι άλλο…».

Πώς είναι μια συνηθισμένη μέρα σας; Υπάρχει χρόνος για να χαλαρώσετε, ή ό,τι κάνετε έχει πάντα σχέση με τη μουσική;

«Οχι βέβαια. Πλέον προσπαθώ, όσο είναι δυνατόν, να αφήνω μερικές ελεύθερες μέρες στο πρόγραμμά μου για να χαλαρώνω κάνοντας άλλα πράγματα. Οπως σας είπα, τα τελευταία χρόνια ήταν υπερφορτωμένα και είχαν δημιουργήσει διάφορες δύσκολες καταστάσεις, οι οποίες απλούστατα δεν άφηναν περιθώριο για κάτι άλλο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα όμορφο πρωινό, κάπου στα μέσα της περασμένης καλλιτεχνικής περιόδου (από τα ελάχιστα ελεύθερα τότε), όπου συνειδητοποίησα ότι κάθε μέρα που περνά διευθύνω κάπου μια ορχήστρα. Είτε αυτό ήταν πρόβα, είτε συναυλία. Επίσης συνειδητοποίησα ότι κάθε ελεύθερη μέρα μου (συνήθως η επομένη κάποιας συναυλίας) είχα πάντα πτήση. Προσπάθησα τότε να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία μέρα που δεν είχα ούτε πρόβα, ούτε συναυλία, ούτε πτήση. Κοιτώντας λοιπόν το ημερολόγιο συνειδητοποίησα πως είχα μία ελεύθερη μέρα πριν από δύο μήνες, και η επόμενη θα ήταν πάλι έπειτα από δύο μήνες. Χάνει κανείς πολλά έτσι. Ξυπνά το πρωί και χρειάζεται λίγο χρόνο για να συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται. Φρόντισα και η τρέχουσα σεζόν ήταν δομημένη σοφότερα, με περισσότερα ενδιάμεσα κενά. Ετσι έχει στηθεί και η επόμενη, αλλά κι εκεί προβλέπω μερικούς «συννεφιασμένους» μήνες. Ωστόσο, όλες αυτές οι δύσκολες και πιεστικές καταστάσεις έχουν και θετικά στοιχεία. Αποκτά κανείς έτσι ουσιαστική πείρα, η οποία έχει ανεκτίμητη αξία για έναν μαέστρο. Επίσης, μπορεί να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, να νιώσει τα όριά του, κι αν πιστεύει ότι χρειάζεται, να προσπαθήσει να τα επεκτείνει».

Πόσο χρόνο αφήνει η καριέρα σε έναν τόσο απαιτητικό χώρο για προσωπική ζωή;

«Εδώ είναι απαραίτητες η κατάλληλη ισορροπία και η κατανόηση από όλες τις πλευρές. Παρά την καριέρα και όλα όσα αυτή απαιτεί, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είμαστε άνθρωποι, και η προσωπική ζωή είναι ανάγκη μας. Δεν είναι απλό αυτό. Αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση, και σίγουρα ναι, πρέπει να θυσιάσει κανείς κάποια πράγματα. Αλλά με σκέψη».

«Νιώθω ως προορισμό μου την “Ιθάκη”»

Αν μπορούσατε να δείτε τον εαυτό σας σε μερικές δεκαετίες, τι θα θέλατε να έχει κάνει για να θεωρήσετε πως όλη αυτή η πορεία άξιζε τον κόπο;

«Θα ήθελα να ζήσω κάθε στιγμή αυτής της πορείας με ευγνωμοσύνη και ευχαρίστηση. Νιώθω ως προορισμό μου την «Ιθάκη». Σε μερικές δεκαετίες, όσο το δυνατόν αργότερα, θα ήθελα να φτάσω γέρος πια στο «νησί» έχοντας απολαύσει το ταξίδι και ξέροντας τότε μέσ’ από τη ζωή μου «…ἡ ᾿Ιθάκες τί σημαίνουν»».

 

 Μετά τις ανατροπές που έφερε η πανδημία, υπάρχουν πλάνα για τα οποία ήδη μελετάτε;

 

«Βέβαια. Μελετώ νέα για μένα έργα, τα οποία έχουν προγραμματιστεί για την επόμενη καλλιτεχνική περίοδο, που περιλαμβάνει ποικιλία εμφανίσεων σε Ρωσία και Ευρώπη.  Ενδεχομένως να υπάρξουν κι άλλες ακυρώσεις στο μέλλον, ανεξάρτητα όμως απ’ αυτό, εξακολουθώ να ζω μέσα στην τέχνη. Εκτός από τη μουσική, αφιερώνω πολύ χρόνο στη λογοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια διαβάζω κυρίως στη ρωσική γλώσσα. Τώρα, μετά την κουβέντα μας, νομίζω ότι το επόμενο βιβλίο θα είναι στην ελληνική».