• Αναζήτηση
  • Καλοκαίρι και ελληνικό σινεμά: Οταν η Αλίκη δεν συνάντησε την Τζένη

    «Τζένη Καρέζη, Κώστας Κακαβάς, Αλίκη Βουγιουκλάκη εσύ θα τα φυλάς...».

    «Τζένη Καρέζη, Κώστας Κακαβάς, Αλίκη Βουγιουκλάκη εσύ θα τα φυλάς…». Υπήρξε μια εποχή που τα ονοματεπώνυμα των παραπάνω ηθοποιών αντικαθιστούσαν τις «λέξεις» στο γνωστό ποιηματάκι «α μπε μπα μπλομ του κίθε μπλομ», το οποίο τα παιδιά χρησιμοποιούν για να δουν ποιος ή ποια θα «τα φυλάξει» στο κρυφτό. Ηταν μια πιο αθώα εποχή, χωρίς τηλεοράσεις, χωρίς Internet και με μετρημένα στα δάχτυλα τα περιοδικά που φιλοξενούσαν στα εξώφυλλά τους σταρ σαν την Τζένη Καρέζη και την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Αλλά ήταν πραγματικές σταρ του κινηματογράφου, δύο μεγάλες σταρ της εγχώριας σοουμπίζνες, οι οποίες είχαν γίνει κομμάτι όχι μόνο της ποπ κουλτούρας αλλά της καθημερινότητας και ζωής πολλών Ελλήνων.  
    Πολλά έχουν γραφεί, πολλά ακόμη και σήμερα φημολογούνται για τις δύο ανταγωνίστριες ηθοποιούς. Βλαστάρια αστικών οικογενειών και οι δύο, απόφοιτες της Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, η Αλίκη Βουγιουκλάκη και η Ευγενία Καρπούζη τράβηξαν χωριστούς δρόμους και όχι μόνο δεν έπαιξαν ποτέ μαζί αλλά στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1960 κατάφεραν με τις ταινίες τους να χωρίσουν τους θεατές του κινηματογράφου σε «Βουγιουκλακικούς» και «Καρεζικούς».
    Ηταν φίλες ή εχθροί; Μα ποιος στ’ αλήθεια νοιάζεται; Το θέμα είναι ότι στο πανί της μεγάλης οθόνης μοιράζονταν για μπαμπάδες τους τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα προκαλώντας και στους δύο τρυφερό πονοκέφαλο και στους θεατές χαρά. Εφυγαν από αυτή τη ζωή και οι δύο Ιούλιο μήνα, αφήνοντας παρακαταθήκη αρκετές ταινίες. Και εδώ, σε ένα ταξίδι που θα χοροπηδά στον χρόνο, θα θυμηθούμε μερικά από τα κινηματογραφικά καλοκαίρια τους ανά την Ελλάδα.

    Η Μανταλένα και η Μαργαρίτα

    Πρώτο σταθμό επιλέξαμε την Κω με πρωταγωνίστρια την Τζένη Καρέζη στην ταινία «Ποια είναι η Μαργαρίτα;». Ο Ντίμης Δαδήρας στη σκηνοθεσία και στο σενάριο ο Γιάννης Δαλιανίδης, που ως σκηνοθέτης θα ταυτιζόταν αργότερα με το ελληνικό θέρος. Η Μαργαρίτα (Καρέζη) μπλέκει σε μια σειρά παρεξηγήσεων και παρέα με τον φουκαρά Θανάση Βέγγο καταλήγει στη Δωδεκάνησο, όπου πρόκειται να προωθήσει τα ακριβά ρούχα του μετρ Δημήτρη Νικολαΐδη. Η ρομαντζάδα ανάμεσα σε αυτήν και στον Γιαννη Φέρτη αναπόφευκτη και στην πιο χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας η Καρέζη κάνει ποδήλατο στο λιμάνι και στο Ενετικό Κάστρο του νησιού τραγουδώντας με περίσσιο μπρίο Μίκη Θεοδωράκη: «Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ».
    Εναν χρόνο πριν από τη «Μαργαρίτα», ένα άλλο όνομα από «Μα» θα εκτόξευε στα ουράνια την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Η ηθοποιός βρισκόταν στην Αντίπαρο για τη «Μανταλένα» της Φίνος Φιλμ, μια από τις χαρακτηριστικές καλοκαιρινές ταινίες της εποχής, η οποία γυρίστηκε ολόκληρη εκτός στούντιο, σε φυσικούς χώρους και υπό πρωτόγονες συνθήκες. Αθλος για την εποχή· στην κυριολεξία. Διά στόματος Βασίλη Καΐλα, του μοναδικού ζώντος από τους ηθοποιούς των βασικών ρόλων της ταινίας, μάθαμε ότι το νησί που επελέγη για τα γυρίσματα δεν είχε καν ηλεκτρικό. «Δουλεύαμε με γεννήτριες τις οποίες είχε στείλει ο ίδιος ο Φίνος. Ο φωτισμός προερχόταν από ρεφλεκτέρ (ανακλαστήρες) και από κάτι τεράστιους προβολείς που δούλευαν με κάρβουνο, όπως και οι μηχανές προβολής στους κινηματογράφους».
    Η ταινία περιγράφει την ιστορία της Μανταλένας (Βουγιουκλάκη), κόρης ενός φτωχού βαρκάρη (Λαυρέντης Διανέλλος), η οποία μετά τον θάνατό του αποφασίζει να ανταγωνιστεί η ίδια τον καλοβαλμένο καραβοκύρη του νησιού (Θόδωρος Μορίδης) προκειμένου να θρέψει τα έξι μικρά αδέλφια της (εκ των οποίων ένα είναι ο Παντελάρας – Καΐλας). Μόνο που ερωτεύεται τον Λάμπη (Δημήτρης Παπαμιχαήλ), κανέναν άλλον από τον γιο του πλοιοκτήτη. Οπότε τα πράγματα περιπλέκονται αλλά μαεστρικά ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος τα φέρνει σε ισορροπία. Η ατάκα «Αλλος με τη βάρκα μας» και το τραγούδι «Θάλασσα πλατιά» έγιναν το σήμα κατατεθέν της ταινίας που απέσπασε τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αλλά και μια παρουσία στο λαμπερό Φεστιβάλ των Καννών.
    Το 1960 ο Ντίμης Δαδήρας σκηνοθέτησε και πάλι την Καρέζη, αυτή τη φορά στο «Ραντεβού στην Κέρκυρα» σε σενάριο Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ενα κοσμοπολίτικο νησί στο Ιόνιο, Καρέζη και Αλεξανδράκης κάνουν παρέα διακοπές στο πασίγνωστο κλαμπ Μεντιτερανέ, με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι να μας νανουρίζει με το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου». Ο Αλεξανδράκης είναι δικηγόρος με την άποψη ότι οι γυναίκες είναι σαν ένα βιβλίο που το πετάς αφού το διαβάσεις. Και η Καρέζη, εργαζόμενη στο ξενοδοχείο της μητέρας του, αποδεικνύεται ο μάστοράς του. Τεράστια επιτυχία της εποχής και αυτή η ταινία, πέμπτη θέση στις εμπορικότερες των 52 που διανεμήθηκαν στη σεζόν της.

    Κακομαθημένες αλλά… επαναστάτριες

    Σε κάποιες περιπτώσεις οι ρόλοι των δύο ηθοποιών είχαν κάποια κοινά στοιχεία. Το 1955 η Καρέζη έκανε το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο παίζοντας στο κλασικό καλοκαιρινό road movie του Αλέκου Σακελλάριου «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο». Ψυχή της ταινίας οι Μίμης Φωτόπουλος και Βασίλης Αυλωνίτης που πρωταγωνιστούν ως καλόκαρδοι, πλανόδιοι λατερνατζήδες, οι οποίοι παίρνουν υπό την προστασία τους την Καρέζη, το πλουσιοκόριτσο που την έχει κοπανήσει από το σπίτι αρνούμενο να παντρευτεί έναν άνδρα που δεν θέλει. Η ταινία αποτελεί επίσης την πρώτη συνεργασία του Σακελλάριου με τον Μάνο Χατζιδάκι, που έγραψε για αυτήν δύο από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του. Το «Γαρίφαλο στ’ αφτί» και το «Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω». Επίσης, μέσα απ’ τον φακό του Αριστείδη Καρύδη-Φουκς η ταινία θα κάνει μια θαυμάσια καταγραφή της Πάτρας, τότε που η πόλη ήταν «ένα» με το λιμάνι της.
    Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1968, ανάμεσα στην Κέρκυρα, στην Ηγουμενίτσα, μα και στο Καβούρι, η Αλίκη επιστρέφει στη Φίνος Φιλμ με την ηθογραφική κωμωδία «Η αρχόντισσα και ο αλήτης» που γύρισε ο Ντίνος Δημόπουλος. Στην ταινία η Αλίκη φεύγει από το σπίτι της για τον ίδιο λόγο που η Καρέζη έφυγε στη «Λατέρνα» και αυτή είναι μια από τις λίγες φορές που η τότε εθνική σταρ της Ελλάδας «τσαλακώνει» την εμφάνισή της και παριστάνοντας τον άνδρα «μεταμορφώνεται» σε Πίπη. Υπερπαραγωγή για τα οικονομικά μεγέθη της εποχής, με κόστος περί τα 6.500.000 δραχμές, έκανε ρεκόρ εισιτηρίων ξεπερνώντας τα 750.000. Ο Νίκος Μαμαγκάκης μάς τυφλώνει ακόμα με τον «Ηλιο του μεσημεριού», ενώ η ταινία ανήκει στις μεγάλες επιτυχίες της καριέρας όσων συνέβαλαν στη δημιουργία της.

    Πολιτικό καλοκαίρι

    Το 1966, σε μια Ελλάδα πολιτικά ταραγμένη τα αμέσως προηγούμενα χρόνια (βασιλικό πραξικόπημα του 1965, Ιουλιανά, δολοφονία Γρηγόρη Λαμπράκη – 1963) εμφανίζονται δύο ελληνικές καλοκαιρινές κωμωδίες με πολιτικό χαρακτήρα: η «Τζένη, Τζένη» του Ντίνου Δημόπουλου με την Τζένη Καρέζη και η «Κόρη μου η σοσιαλίστρια» του Αλέκου Σακελλάριου, η οποία μάλιστα βρέθηκε στα πρόθυρα της λογοκρισίας.

    Στην «Τζένη, Τζένη» το περιβάλλον είναι καθαρά πολιτικό αλλά ακριβώς λόγω της αστάθειας στη χώρα τίποτε δεν είναι κομματικά ξεκάθαρο και όλα υπονοούνται. Στις Σπέτσες εκλέγεται ο (μάλλον κεντρώος) Γκόρτσος, τον οποίο δεν βλέπουμε ποτέ, και ο εφοπλιστής Κασσανδρής (Λ. Κωνσταντάρας) πρέπει να κάνει ό,τι περνά απ’ το χέρι του για να τοποθετήσει στο βουλευτικό αξίωμα τον ανιψιό του, τον Νικολάκη Μαντά (Ανδρέας Μπάρκουλης). Το σχέδιο είναι να μπει στο προσκήνιο η κόρη του Δ. Παπαγιαννόπουλου που παίζει τον φανατικό κομματάρχη του Γκόρτσου. Μόνο με τον «λευκό» γάμο Τζένης – Μαντά δεν θα μπει η μαγκούρα στη Βουλή. Και όλα αυτά κάτω από τον λαμπρό ήλιο του νησιού του Αργοσαρωνικού σε μια ταινία που όπως και το «Υπάρχει και φιλότιμο» μάς θυμίζει ότι τίποτα δεν αλλάζει στο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας.
    «Είναι το στρώμα μου μονό και το ’χω φτιάξει και στενό». Με τη χαρακτηριστική τσαχπινιά της, η δεσποινίς Δέλβη (Βουγιουκλάκη) τραγουδά Ζαμπέτα στην παραλία του Σχινιά πάνω σε ένα στρώμα θάλασσας. Είναι «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» του Αλέκου Σακελλάριου. Η Αλίκη μπορεί να είναι με το μέρος των εργατών, μπορεί να γουστάρει τον αρχισυνδικαλιστή Δημήτρη Παπαμιχαήλ, αλλά τα «συνολάκια» του Ντίμη Κρίτσα δίνουν και παίρνουν! Η εικόνα πάνω απ’ όλα, τότε που εξέλιπαν οι στυλίστες… Ομως η ταινία που ήρθε πρώτη σε εισιτήρια στη χρονιά της έχει και μια άλλη ιστορική σημασία. Περιέχει το θρυλικό σουξέ «Σήκω χόρεψε συρτάκι» του Γιώργου Ζαμπέτα, το οποίο ξέφυγε από τα ελληνικά σύνορα και αγαπήθηκε και στο εξωτερικό.

    Η «άλλη» Τζένη και η ελληνίδα Μπαρντό

    Πριν από λίγο καιρό βλέποντας μια φωτογραφία της Μπριζίτ Μπαρντό, ο Λευτέρης, ο 11χρονος γιος φιλικού ζευγαριού, είπε ότι του θυμίζει την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ενα απλό παράδειγμα του πώς ο θρύλος της Βουγιουκλάκη εξακολουθεί να παραμένει ζωντανός περνώντας στη συνείδηση παιδιών της εποχής μας. Το παράδοξο είναι ότι στην εποχή της Βουγιουκλάκη πολλοί πίστευαν ότι εκείνη αντέγραφε τη θρυλική Γαλλίδα· και ίσως να είναι αλήθεια. Και όχι μόνον αυτήν. Στο «Δόλωμα» π.χ. του Αλέκου Σακελλάριου, η Βουγιουκλάκη τραγουδώντας το «Μου αρέσουνε τ’ αγόρια» βρίσκεται πιο κοντά στα χνάρια της Μέριλιν Μονρόε και το «Ελα ν’ αγαπηθούμε».

    Ο Σακελλάριος βάζει δίπλα της μια πλειάδα καταξιωμένων ηθοποιών (Αλ. Αλεξανδράκης, Ντ. Ηλιόπουλος, Δ. Νικολαΐδης) για να φτιάξουν το τέλειο δόλωμα που με αυτό θα «τσιμπούν» πλούσιους παραθεριστές στην υπέρκομψη Ρόδο. Από τα καταγώγια της Τρούμπας λοιπόν, η Καιτούλα (Βουγιουκλάκη) μετατρέπεται σε κυρία Βαλέρη και το αστυνομικό στοιχείο εμπλέκεται με το αισθηματικό μέσα από φινετσάτα ρούχα, αποκαλυπτικά μαγιό και το ρουφηγμένο στομάχι της Βουγιουκλάκη σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες (και ταινίες) της.
    Το 1966, για χάρη της Τζένης Καρέζη, ο Φιλοποίμην Φίνος γυρίζει μια ταινία αλλιώτικη απ’ αυτές στις οποίες ο κόσμος την είχε συνηθίσει. Το «Εκείνος και εκείνη» δεν είχε στοιχεία από την αισθητική της εταιρείας Φίνος Φιλμ, όμως η ηθοποιός είχε φέρει πολλά εισιτήρια στον Φίνο και έτσι εκείνος δεν της χάλασε το χατίρι. Ο Ερρίκος Ανδρέου και το συνεργείο του πηγαίνουν στην Κρήτη και στο μέχρι τότε άγνωστο παρθένο φοινικόδασος στο Βάι. Εκείνη (Καρέζη) έρχεται απ’ τη φτιασιδωμένη πόλη και ζει σε μια καλύβα με ένα αγνό παιδί, τον Φαίδωνα Γεωργίτση. Το αποτέλεσμα μέτριο, με εικόνες που πνίγονται στη θάλασσα και στα ηλιοβασιλέματα.
    Tο 1969, μια ακόμα βόλτα στην Κρήτη με τη «Νεράιδα και το παλικάρι» του Nτίνου Δημόπουλου και πάλι. Στα Χανιά, στο χωριό Κολυμπάρι, στον Αγιο Νικόλαο. Σαν Ρωμαίος και Ιουλιέτα, το Κατερινιώ και ο Μανούσος (Βουγιουκλάκη – Παπαμιχαήλ) βρίσκονται στη μέση της βεντέτας των Βροντάκηδων και των Φουρτουνάκηδων και το «Θα κεντήσω» του Νίκου Μαμαγκάκη ένα καλοκαιρινό όνειρο…
    Η τελευταία αμιγώς καλοκαιρινή ταινία της Αλίκης Βουγιουκλάκη θα σηματοδοτούσε και το τέλος των συνεργασιών της με τον Ντίνο Δημόπουλο στον κινηματογράφο. Είναι η «Κόρη του ήλιου», ένα αγροτικό μελόδραμα του 1971, με την Αλίκη στον ρόλο της δυναμικής κόρης κολίγα η οποία θα έρθει σε σύγκρουση με τον μεγαλοτσιφλικά (Σπύρος Καλογήρου) που τη θέλει για τον εαυτό του εμποδίζοντας τον γάμο της με τον άνδρα που αγαπά (Κώστας Καρράς). Ολα αυτά κάτω από τον καυτό θεσσαλικό ήλιο των αρχών του 20ού αιώνα και με μια Αλίκη ντυμένη στα φανταχτερά κόκκινα, το τέλειο «κοντράστ» στην ξανθιά φύση όπου γυρίστηκε η μέτρια αυτή ταινία, η οποία ωστόσο κατάφερε και αυτή να γίνει επιτυχία ξεπερνώντας τις 315.000 εισιτήρια στην πρώτη προβολή της.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk