Γεννημένος το 1818 στην πόλη Τρίερ της Γερμανίας, από γονείς Εβραίους, ο Κάρολος Μαρξ μεγάλωσε σε μια φιλελεύθερη και ανοιχτόμυαλη οικογένεια. Εξαιρετικά ευφυής, ανήσυχος και ταλαντούχος, δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερες δυσκολίες για να ακολουθήσει τον νομικό κλάδο, όπως ο γνωστός δικηγόρος πατέρας του. Πολύ σύντομα όμως ο νεαρός φοιτητής παραμελεί τις νομικές σπουδές που ξεκίνησε στη Βόννη και συνέχισε στο Βερολίνο, προτιμώντας να σπουδάσει φιλοσοφία και τέχνη, ενώ δεν ήταν μικρός ο πειρασμός να ασχοληθεί με την ποίηση. Το 1837 γράφει στον πατέρα του: «Η ποίηση πρέπει να είναι κάτι το συνοδευτικό και τίποτε άλλο· μου χρειάζεται να μελετήσω τα νομικά, αλλά αισθάνομαι πριν απ’ όλα την επιθυμία να αναμετρηθώ με τη φιλοσοφία».
Είναι η εποχή που κυριαρχεί στη Γερμανία η φιλοσοφία του Χέγκελ. Ο νεαρός Μαρξ έχει ήδη περίεργη σχέση με τη φιλοσοφία του μεγάλου Γερμανού, την οποία διαβάζει, παρ’ όλο που «η γκροτέσκα και σκληρή μελωδία της με δυσαρεστεί». Με μια ορμή που δεν θα χάσει ποτέ στη ζωή του γράφει περίπου 380 σελίδες με αντικείμενο τη φιλοσοφία του στωικού Κλεάνθη, όπου συνδυάζει τέχνη και επιστήμη με έναν στόχο: τη μάχη με τον Χέγκελ. Η ίδια μάχη συνεχίζεται με τη σύνταξη και την απόκτηση (1841) της διδακτορικής του διατριβής, όπου συγκρίνει τη φυσική φιλοσοφία του Δημόκριτου και του Επίκουρου, στηρίζοντας την αντίληψη της ελευθερίας που απαντά στον τελευταίο.

Η δράση του στο πανεπιστήμιο

Με τη συνολική του παρουσία αλλά και τη συγγραφική του εργασία ο νεαρός Μαρξ έχει αποκτήσει φήμη και ηγετική θέση στην ομάδα των «Νέων Εγελιανών», οι οποίοι κλίνουν στα αριστερά. Μάρτυρας ο Moses Hess που περιγράφει τον Μαρξ ως εξής: πρόκειται «για φαινόμενο, ίσως ο μοναδικός αυθεντικός φιλόσοφος εν ζωή, ο οποίος συνδυάζει το βαθύ φιλοσοφικό πνεύμα με το αιχμηρό ύφος». Με τα γνωρίσματα αυτά δεν είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τον Μαρξ στο πανεπιστήμιο. Ο ίδιος το γνωρίζει και προσπαθεί να κερδίσει τη ζωή του εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας, κυρίως ως συντάκτης της «Νέας Εφημερίδας του Ρήνου». Ταυτοχρόνως μελετά με έντονους ρυθμούς τη φιλοσοφία και στην προσπάθεια αυτή οφείλεται το σημαντικό ημιτελές χειρόγραφο που είναι γνωστό με τον τίτλο «Κριτική της φιλοσοφίας του Δικαίου» του Χέγκελ. Στο κείμενο αυτό το προβάδισμα ανήκει στην πολιτική και η κριτική στον Χέγκελ ασκείται με βάση την πολιτική σκέψη του φιλοσόφου. Για τον Χέγκελ, η αυθαιρεσία του μονάρχη, γεννημένου για να βασιλεύει, αντισταθμίζεται με την περιφρόνηση του πλήθους, γεννημένου για να υπακούει. Για τον Μαρξ, το πραγματικό κράτος είναι ο κυρίαρχος λαός, ο οποίος δημιουργεί το Σύνταγμα και καθιερώνει τη βασιλεία του. Η δημοκρατία, ως ελεύθερη δημιουργία των ανθρώπων, είναι το λυμένο αίνιγμα όλων των Συνταγμάτων.

Το Παρίσι και οι διώξεις

Οι αντιλήψεις αυτές, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσαν την αντίδραση της λογοκρισίας και ο Μαρξ αποχώρησε από την εφημερίδα το 1843 με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να εγκατασταθεί στην Ελβετία. Η ελπίδα διαψεύστηκε και ο Μαρξ αναγκάστηκε να μεταβεί στο Παρίσι. Εκεί συνέβη κάτι που προφανώς έπαιξε μεγάλο ρόλο στην τροπή που πήρε η σκέψη του. Αυτά που ο ίδιος και οι φίλοι του συζητούσαν στη Γερμανία, τα είδε με τα μάτια του στους δρόμους του Παρισίου: είδε για πρώτη φορά προλετάριους ζωντανούς να συζητούν έντονα στα καφενεία, να διαδηλώνουν στους δρόμους και να αμφισβητούν όχι μόνο την κυβέρνηση αλλά και την εξουσία της αστικής τάξης: η θεωρία είχε κατέβει στον δρόμο.
Η δραστηριότητα του Μαρξ δυσαρέστησε και ανησύχησε τις πρωσικές αρχές, οι οποίες απαίτησαν από τους Γάλλους την απέλασή του από τη χώρα. Στις 3 Φεβρουαρίου του 1845 ο Μαρξ και η οικογένειά του (είχε παντρευτεί την Τζένη φον Βεστφάλεν το 1843 και απέκτησαν επτά παιδιά, από τα οποία όμως επέζησαν μόνο τρεις κόρες) εκδιώχθηκαν από τη Γαλλία. Κατέφυγαν στις Βρυξέλλες το 1845 και ζήτησαν αμέσως άδεια παραμονής. Ο πρώσος πρεσβευτής, όμως τους είχε προλάβει και η βελγική κυβέρνηση δεν έκανε δεκτό το αίτημα του Μαρξ. Το τίμημα για να παραμείνει στο Βέλγιο ήταν η γραπτή υπόσχεση εκ μέρους του ότι δεν θα εξέδιδε κανένα κείμενο σχετικό με τη σύγχρονη πολιτική. Ο Μαρξ το υπέγραψε και έτσι εξασφάλισε την παραμονή του στη χώρα, αποποιούμενος ταυτοχρόνως την πρωσική υπηκοότητα. Με την επανάσταση του 1848, ο Μαρξ επέστρεψε στη Γαλλία και στη Γερμανία, όπου δικάστηκε αλλά αθωώθηκε. Τελικά το 1849 εγκαταστάθηκε οριστικά στο Λονδίνο, όπου και πέθανε το 1883.

Το Κεφάλαιο του έργου του

Δεν είναι καθόλου εύκολο να μιλήσει κανείς για το έργο του Μαρξ, το οποίο απλώνεται στη φιλοσοφία, στην πολιτική οικονομία, στην ιστορία και στην πολιτική. Αν μάλιστα προσθέσουμε στα βιβλία του τα σχόλια, τις ερμηνείες και τις εξηγήσεις που τα συνοδεύουν και, επιπλέον, αν σε όλα τα προηγούμενα συνυπολογίσουμε τη ζωντανή ιστορία μέσα στην οποία έχουν τη θέση τους, καθώς σε μεγάλο μέρος την έχουν διαμορφώσει, τότε το εγχείρημα μοιάζει αδύνατον. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να ανατρέξουμε σε ορισμένες προτάσεις που δείχνουν την τάση του συνόλου. Ετσι, για παράδειγμα, ο Μαρξ θεωρεί ότι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, όχι όμως αυθαίρετα με όρους που επέλεξαν οι ίδιοι, αλλά με άμεσα δεδομένους όρους που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Στις πολύπλοκες σχέσεις του παρελθόντος με το παρόν, ο Μαρξ θα αφιερώσει σημαντικό μέρος του έργου του, στο οποίο πρέπει να προσμετρήσουμε και το έργο ζωής που είναι το «Κεφάλαιο». Ταυτοχρόνως, αυτό που τον απασχολεί είναι η πολιτική συγκυρία στην οποία πρωταγωνίστησε με την ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς, αλλά και με θεωρητικές μελέτες όπως «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», με αντικείμενο την Κομμούνα του Παρισιού και «Η πάλη των τάξεων στη Γαλλία», με αντικείμενο την επανάσταση του 1848. Στο τελευταίο αυτό έργο υπάρχει μια περιγραφή του χρηματιστικού κεφαλαίου, που φαίνεται να γράφτηκε μόλις χθες: εκεί που η απόλαυση γίνεται ειδεχθής, αναμειγνύονται ο χρυσός, η λάσπη και το αίμα. Γιατί η χρηματιστική αριστοκρατία στον τρόπο με τον οποίο κερδίζει, όπως και στις απολαύσεις της, δεν είναι άλλο πράγμα από την αναβίωση του λούμπεν προλεταριάτου στις κορυφές της αστικής κοινωνίας (υπογραμμισμένο στο πρωτότυπο).
Στις μέρες μας δεν γίνεται μεγάλος λόγος για τον Μαρξ. Μένει ωστόσο να αναλογιστούμε πόσοι από τους φιλοσόφους, τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες με τους οποίους συνομιλούμε σήμερα θα υπήρχαν χωρίς το έργο του Μαρξ. Τέλος, έχει άραγε νόημα να αναζητήσουμε έναν μίτο ώστε να καταφέρουμε να προσανατολιστούμε στο πυκνό αυτό έργο; Τι είπε, τελοσπάντων, αυτός ο άνθρωπος ώστε τα γραπτά του να έχουν, κατά κάποιον τρόπο, ενσωματωθεί στην ιστορία; Αν με υποχρέωναν να διαλέξω μόνο μία πρότασή του, θα επέλεγα την ακόλουθη: «Οι φιλόσοφοι έχουν μόνο ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους· αυτό που μετράει είναι ο κόσμος να αλλάξει».

ΕΙΠΕ

«Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του».
«Kritik des Gothaer Programms» (1875)

«Οι φιλόσοφοι έχουν ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους. Το θέμα όμως είναι να τον αλλάξουμε».
«Θέσεις για τον Φόιερμπαχ», Θέση 11 (1845) – αυτά τα λόγια είναι χαραγμένα στον τάφο του
«Ο Χέγκελ κάνει κάπου την παρατήρηση πως όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα παρουσιάζονται, σαν να λέμε, δύο φορές. Ξέχασε να προσθέσει, τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλη σαν φάρσα».
«Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» (1852).
«Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν».
«Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» (1852).
«Στον βαθμό που θα καταργείται η εκμετάλλευση του ενός ατόμου από το άλλο, θα καταργείται και η εκμετάλλευση του ενός έθνους από το άλλο»
Από το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόματος», κεφ. «Προλετάριοι και κομμουνιστές», παρ. 57.
Ο κ. Γεράσιμος Βώκος είναι καθηγητής Φιλοσοφίας

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ