• Αναζήτηση
  • Μελέτη: Μπορεί και χωρίς το λιγνίτη η Ελλάδα από το 2035

    Η συμμετοχή του λιγνίτη στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί σχεδόν να μηδενιστεί ήδη από το 2035, με ταυτόχρονο υπερτριπλασιασμό της συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και παράλληλη αξιοποίηση τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας.

    Η συμμετοχή του λιγνίτη στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί σχεδόν να μηδενιστεί ήδη από το 2035, με ταυτόχρονο υπερτριπλασιασμό της συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και παράλληλη αξιοποίηση τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας.
    Σύμφωνα με τη μελέτη για τον «Μακροχρόνιο Σχεδιασμό για το Ενεργειακό Σύστημα της Ελλάδας», η οποία εκπονήθηκε από την επιστημονική ομάδα του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, σε συνεργασία με το WWF Ελλάς, η επιλογή απεξάρτησης από τον λιγνίτη αποδεικνύεται παράλληλα και οικονομικά πιο συμφέρουσα σε βάθος χρόνου, αφού θα οδηγήσει σε φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια έως και 12% σε σχέση με τα σενάρια που εξετάστηκαν και βασίζονται στον λιγνίτη. Μόνο η εφαρμογή πολιτικών εξοικονόμησης ενέργειας μειώνει τα απαιτούμενα επενδυτικά κεφάλαια στα 28-30 δισεκ. ευρώ.
    Για την ερχόμενη δεκαετία το κόστος ηλεκτροπαραγωγής προβλέπεται να είναι παραπλήσιο και στα πέντε σενάρια που ανέλυσαν οι επιστήμονες, ωστόσο από το 2030 κι έπειτα αρχίζει να αποτυπώνεται η ευνοϊκή επίδραση των ΑΠΕ στο κόστος.
    Το φυσικό αέριο διατηρεί μια σημαντική θέση σε όλα τα σενάρια, καθώς το μερίδιο του στην παραγωγή κυμαίνεται στο 26%-33% το 2035 και στο 22%-32% το 2050, χωρίς ωστόσο να απαιτείται η κατασκευή νέων μονάδων φυσικού αερίου.
    Αντικείμενο της μελέτης ήταν η διερεύνηση των δυνατοτήτων της Ελλάδας να μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα με χρονικό ορίζοντα το 2035 και το 2050, δίνοντας έμφαση στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
    Μια τέτοια επιλογή σε συνδυασμό με πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας θα οδηγήσει σε σημαντική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενώ εάν η χώρα παραμείνει προσκολλημένη στον λιγνίτη, το 2050 θα εκπέμπεται όσο διοξείδιο του άνθρακα εξέπεμπε η Βουλγαρία το 2006.
    Αξιοσημείωτο είναι ένα εύρημα της μελέτης που καταδεικνύει το αδιέξοδο των λιγνιτικών επιλογών ΔΕΗ και κυβέρνησης. Η πολυδιαφημιζόμενη νέα λιγνιτική μονάδα «Πτολεμαΐδα V» εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια από αυτή του σταθμού του Αμυνταίου που χτίστηκε τη δεκαετία του 80, ακόμα και αν επενδυθούν σημαντικά ποσά για την αναβάθμισή του.
    Υπερτριπασιασμός των ΑΠΕ
    Όσον αφορά στη διείσδυση των ΑΠΕ, σε όλα τα σενάρια η συνεισφορά τους στην τελική κατανάλωση ενέργειας υπερτριπλασιάζεται την περίοδο 2005-2035, λόγω της πτώσης του κόστους των σχετικών τεχνολογιών αλλά και της αύξησης της χρήσης τους στον κτιριακό τομέα. Τα επόμενα χρόνια, έως το 2050, η συνεισφορά τους διατηρείται σταθερή ως ποσοστιαίο μερίδιο. Έτσι, ενώ ο εθνικός στόχος διείσδυσης ΑΠΕ για το 2020 προβλέπεται να επιτευχθεί στα εξεταζόμενα σενάρια, ο ευρωπαϊκός στόχος του 2030 (27%) επιτυγχάνεται μόνο στα σενάρια που υιοθετούν σε μεγάλο βαθμό πολιτικές φιλικές προς το περιβάλλον.
    Σχετικά με το μερίδιο ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρισμού, αυτό διαμορφώνεται σε επίπεδα από 45% έως 66% το 2035 και 47%-70% το 2050 αντίστοιχα. Τέλος, η επίτευξη του στόχου διείσδυσης των ΑΠΕ κατά 40% στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας το 2020 δεν θεωρείται εφικτή ούτε στο πιο φιλόδοξο σενάριο.
    Η εγκατεστημένη ισχύς των φωτοβολταϊκών το 2035 φθάνει στα επίπεδα 5,3-7 GW σε όλα τα σενάρια – πλην του σεναρίου που θέλει μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ και φθάνει τα 8,2 GW – , ενώ το 2050 μπορεί να αγγίξει έως και τα 11,3 GW. Η συνολική ισχύς των αιολικών σταθμών το 2035 κυμαίνεται μεταξύ 5,3 και 9,2 GW, και 6,7-10,6 GW το 2050.
    Ωστόσο, η μεγάλη διείσδυση αιολικών και φωτοβολταϊκών συστημάτων στο ηλεκτρικό σύστημα, δημιουργεί πρόσθετες ανάγκες για αποθήκευση ενέργειας, εξαιτίας της μεταβλητής φύσης της παραγωγής ενέργειας από τις συγκεκριμένες τεχνολογίες. Γι΄ αυτόν τον λόγο, στη μελέτη εξετάστηκε η αξιοποίηση υφιστάμενων ζευγών ταμιευτήρων της ΔΕΗ και η κατασκευή νέων αντλητικών σταθμών. Η μελέτη εκτιμά ότι οι πρόσθετες απαιτήσεις αποθήκευσης το 2050 θα κυμανθούν μεταξύ 1,45 και 3,5 GW.
    Ηλεκτροπαραγωγή στα νησιά
    Για τις πετρελαϊκές μονάδες στα ελληνικά νησιά, η μελέτη υποστηρίζει ότι η δυνατότητα δραστικού περιορισμού τους είναι εφικτή εάν προχωρήσει ο σχεδιασμός των διασυνδέσεων στην υλοποίηση και προωθηθούν τα προγραμματισμένα έργα διασύνδεσης με ορίζοντα το 2030, με την ταυτόχρονη ανάπτυξη υβριδικών συστημάτων ΑΠΕ σε απομακρυσμένα νησιά, τα οποία δεν προβλέπεται να διασυνδεθούν ως τότε.
    «Οι κυβερνήσεις εδώ και χρόνια επιχειρούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα δεσμεύοντας τεράστια ποσά για κατασκευή πανάκριβων λιγνιτικών μονάδων, χωρίς να έχει αποδειχτεί η οικονομική τους βιωσιμότητα ή να έχει εκτιμηθεί η επίπτωση της λειτουργίας τους στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας», σχολίασε ο υπεύθυνος του τομέα ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής του WWF κ. Νίκος Μάντζαρης. Και πρόσθεσε: «Η χώρα βαδίζει στα τυφλά χωρίς πυξίδα, αφού παρά τις υποσχέσεις ετών δεν έχει ακόμα παρουσιάσει η Πολιτεία οτιδήποτε συγκεκριμένο σε σχέση με τον Μακροχρόνιο Ενεργειακό Σχεδιασμό της Ελλάδας για τις επόμενες δεκαετίες. Τα αποτελέσματα της μελέτης που δίνουμε σήμερα στη δημοσιότητα δείχνουν πώς η έγκαιρη απεξάρτηση από τον λιγνίτη με ταυτόχρονη στροφή στις ΑΠΕ αποτελούν την ορθότερη επιλογή για το ενεργειακό μέλλον της χώρας».
    Δείτε εδώ το πλήρες κείμενο της μελέτης.
    Κοινωνία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk