Η μουσουλμάνα που παραιτήθηκε από τον Λευκό Οίκο του Τραμπ

Η είδηση της παραίτησης έφτασε μετά την αντιμουσουλμανική ρητορική του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Οκτώ ημέρες υπό το νέο καθεστώς ήταν αρκετές για να καταλάβει η γυναίκα με την μαντίλα, που εργαζόταν στον Λευκό Οίκο, ότι ο αγώνας που επί χρόνια έδινε δεν είχε πλέον αντίκρισμα. Από το 2011, οπότε και η Ραμάνα Αχμέντ αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο, εργαζόταν για τον Λευκό Οίκο.

Η είδηση της παραίτησης έφτασε μετά την αντιμουσουλμανική ρητορική του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Οκτώ ημέρες υπό το νέο καθεστώς ήταν αρκετές για να καταλάβει η γυναίκα με την μαντίλα, που εργαζόταν στον Λευκό Οίκο, ότι ο αγώνας που επί χρόνια έδινε δεν είχε πλέον αντίκρισμα.

Από το 2011, οπότε και η Ραμάνα Αχμέντ αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο, εργαζόταν για τον Λευκό Οίκο προσπαθώντας, πέρα από αποστεωμένες λογικές, να προασπίσει βασικές αξίες ως μουσουλμάνα των ΗΠΑ.

Δεν είχε μάθει να κλείνει την πόρτα στις προκλήσεις γι’αυτό και δέχτηκε να δουλέψει για το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας. Η μόνη γυναίκα με μαντίλα στο Σώμα παρακολουθώντας τον προεκλογικό πύρινο λόγο του Τραμπ, αμέσως σκέφτηκε την επόμενη ημέρα στον Λευκό Οίκο. Δεν «έπεσε» όμως αμαχητί, δεν παραιτήθηκε με την αλλαγή ηγεσίας, αλλά έμεινε. Η παραμονή ωστόσο ήταν προσωρινή, αφού δεν μπορούσε να αντέξει την νέα κυβέρνηση που «ακολουθεί αυταρχικές μεθόδους και μιλά με »εναλλακτικά γεγονότα»».

Κατά τη θητεία του Μπαράκ Ομπάμα, η Αχμέντ δεν αισθανόταν άβολα. Στην Τραμπ εποχή όμως τα συναισθήματα άλλαξαν, μόλις οκτώ ημέρες πρόλαβε να εργαστεί κάτω από το νέο καθεστώς.

Όπως αρκετοί μουσουλμάνοι των ΗΠΑ, έτσι και η Αχμέντ με αγωνία παρακολουθούσε την υπόθεση Τραμπ το περασμένο έτος. Προτού όμως έρθει αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες καταστάσεις, έτρεφε μια κρυφή ελπίδα. Ήλπιζε ότι η εκλογή Τραμπ δεν θα οδηγούσε στην αποχώρησή της από τον Λευκό Οίκο, αφού θα μπορούσε συμβουλεύσει την νέα κυβέρνηση σε θέματα σχετικά με το Ισλάμ.

Η ελπίδα όμως απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Όταν υπεγράφη από τον Ντόναλντ Τραμπ το διάταγμα που περιόριζε την είσοδο στη χώρα για σύρους πρόσφυγες και ταξιδιώτες από επτά χώρες με κυρίως μουσουλμανικό πληθυσμό, η Αχμέντ συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ευπρόσδεκτη, αλλά ότι αντιμετωπιζόταν ως απειλή.

Μια ημέρα προτού φύγει, αποχαιρέτησε τους συναδέλφους της και μίλησε για τη δική της αλήθεια στον ανώτερο σύμβουλο επικοινωνίας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, Μάικλ Άντον.

Χωρίς εκείνος να τη ρωτήσει την αιτία της αποχώρησης, του αποκάλυψε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη θέση καθώς υπονομεύονταν οι αξίες για τις οποίες επί χρόνια πάλευε ως μουσουλμάνα των ΗΠΑ. Η Αχμέντ μίλησε, ακόμη, για απαξίωση των αξιών της Δημοκρατίας, προειδοποιώντας τον σύμβουλο ότι με τις αποφάσεις της η κυβέρνηση θα βρεθεί εκτεθειμένη σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού ανά τον κόσμο.

Λίγο καιρό αργότερα, όπως αποκαλύπτει η Αχμέντ, ο Άντον χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο συνέταξε μια έκθεση στην οποία αναφερόταν ότι το Ισλάμ δεν συμβαδίζει με την κουλτούρα της Δύσης.

Η γυναίκα που γνώρισε στιγμές αμηχανίας κατά την εργασία της στον Λευκό Οίκο του Τραμπ, έφυγε με τους γονείς της από το Μπαγκλαντές για τις ΗΠΑ το 1978. Η μητέρα της εργαζόταν αρχικά ως ταμίας και αργότερα κατόρθωσε να λειτουργήσει τον δικό της παιδικό σταθμό.

Ο πατέρας της εργαζόταν για την Τράπεζα της Αμερικής και στην πορεία του ανατέθηκε η θέση του αντιπροέδρου σε ένα από τα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας.

Τα παιδικά χρόνια της Αχμέντ δανείστηκαν κάτι από το αμερικανικό όνειρο: ταξίδια, μαζώξεις με φίλους, ζωή με απολαύσεις. Το 1995, όμως, τις στιγμές ευτυχίας μαύρισε ο θάνατος του πατέρα της σε τροχαίο δυστύχημα.

Δυσκολίες συνάντησε και στα χρόνια του σχολείου. Μαντίλα ξεκίνησε να φορά 12 ετών, θέλοντας να δείξει, όπως αναφέρει, την ταυτότητα και την πίστη της. Η πραγματικότητα, ωστόσο, για την Αχμέντ έλαβε πιο άγρια όψη μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Αντιμετώπισε ρατσιστικές κι επιθετικές συμπεριφορές από συμμαθητές που την έφτυναν στο πρόσωπο λέγοντάς της ότι ήταν τρομοκράτισσα και ότι δεν είχε θέση στις ΗΠΑ.

Θυμήθηκε τότε όμως κάτι που της είχε πει ο πατέρας της: «Όταν κάποιος σε ρίξει κάτω, να σηκωθείς, να απλώσεις το χέρι σου και να τον αποκαλέσεις αδελφό».

Η Αχμέντ θυμάται ότι από τα χρόνια της διακυβέρνησης Ομπάμα είχαν ξεκινήσει να εξαπλώνονται ιστοσελίδες ρατσιστικού περιεχομένου που παρουσιάζουν θεωρίες συνωμοσίας για τους μουσουλμάνους των ΗΠΑ, ακόμη και για τους μουσουλμάνους που εργάζονται για την κυβέρνηση.

Δεν πίστευε όμως ότι κάποια ημέρα τα ρατσιστικά παραληρήματα θα ηχούσαν και εντός των γραφείων του Λευκού Οίκου. Η απεχθής εκείνη στιγμή έφτασε με τον Τραμπ. Ως περίεργες, άθλιες και ανησυχητικές περιγράφει τις οκτώ εκείνες ημέρες που δούλεψε υπό την κυβέρνηση Τραμπ.

Εργαζόταν στον Λευκό Οίκο από τα χρόνια της διακυβέρνησης Ρήγκαν και εκείνο που παρατήρησε έπειτα από 15, περίπου, χρόνια εργασίας ήταν μια δραματική μετάλλαξη, ένα χάος. «Αυτή δεν είναι μια τυπική ρεπουμπλικανική ηγεσία, αλλά μια κυβέρνηση που υιοθετεί αυταρχικές μεθόδους, πουλώντας ψέματα ως »εναλλακτικά γεγονότα»», είχε δηλώσει το απερχόμενο μέλος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ.

Στο αντίθετο ρεύμα, ο νέος σύμβουλος του Σώματος, Μάικλ Φλιν, έχει μιλήσει για δικαιολογημένο φόβο απέναντι στους μουσουλμάνους.

Μαθαίνοντας για αυτές τις δηλώσεις, η Αχμέντ θυμάται που μερικοί συνάδελφοί της πρότειναν να αποχωρήσει από τον Λευκό Οίκο για να μην κινδυνεύσει η ασφάλειά της.

Να σημειωθεί ότι μέσα στον τελευταίο χρόνο έχουν τριπλασιαστεί οι ομάδες που στοχοποιούν μουσουλμάνους στις ΗΠΑ, σύμφωνα με έκθεση της Μη Κερδοσκοπικής Οργάνωσης, The Southern Poverty Law Centre.

Ελισάβετ Σταμοπούλου

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk