Η Σύρος είναι μοναδική γιατί τέτοιοι ήταν και οι δρόμοι που ακολούθησαν τα καράβια που ξεκινούσαν από το λιμάνι της πάνω στους μεσημβρινούς και τους παραλλήλους της υδρογείου. Ηταν, βλέπετε, το πάθος για ζωή και δημιουργία των προσφύγων από τη Χίο, τα Ψαρά, την Κάσο, τις Κυδωνίες που έφεραν μαζί τους από τις κατακαμένες πατρίδες τους και ένωσαν τις οδύσσειές τους σε μια νέα πόλη προς τιμήν της προκοπής ή του Κερδώου Ερμή που εφέτος εορτάζει τα 190 χρόνια της ονοματοθεσίας της. Στους κόλπους τους είχαν και μια εικόνα, πρώιμο έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου που ζωγράφισε όταν ακόμα βρισκόταν στον Χάνδακα της Μεγαλονήσου, που σχετικά πρόσφατα αποκαλύφθηκε στην Παναγία των Ψαριανών.
Ο Μιχάλης Μακρουλάκης μοιάζει να αγιογραφεί το περιβάλλον του. Δεν είναι μόνο η τεχνική του που προσομοιάζει με την αγιογραφία, αλλά και οι ζωγραφιές του, αν και απολύτως φυσιοκρατικές, τελικά αποπνέουν την υπερβατικότητα των λατρευτικών εικόνων. Για εκείνον όλα έχουν ψυχή, και τα έμψυχα και τα «άψυχα», και χρειάζονται απομόνωση στο εργαστήριό του στον Φοίνικα για να αναδυθεί στα έργα του. Να, στις δυο εικόνες του Σα Τζώρτζη στην κορυφή του λόφου της μεσαιωνικής Ανω Σύρου δεν βλέπεις πουθενά ψυχή ζώσα, όμως είναι τόσο ζωντανή η αίσθηση των συναντήσεων της Ιστορίας, των πολιτισμών των Φράγκων και των αυτοχθόνων Κυκλαδιτών, συναντήσεις που διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία της Σύρας. Η διαφορά είναι ότι ο ζωγράφος κοιτάζει το νησί με τη ματιά του αυτόχθονα και όχι του επισκέπτη. Η ματιά του επισκέπτη καταγράφει μόλις μπαίνει στο λιμάνι την πιο εμβληματική εικόνα της Σύρου, τους δυο λόφους-κόσμους, της Ανω Σύρας που κορυφώνεται στον Σα Τζώρτζη και της Ερμούπολης στην Ανάσταση. Ο Μιχάλης Μακρουλάκης παρατηρεί την κορυφή της Ανω Σύρου από την εσωτερική της πλευρά, την πίσω. Και από την Ερμούπολη ζωγραφίζει το χαμηλότερο σημείο της, «Τα αστέρια», την τσιμεντένια προκυμαία κάτω από τα Βαπόρια που στα αρχοντικά σπίτια τους μπαινόβγαιναν οι Κασιωτίνες όπως τις αποκαλούσε η γιαγιά του ζωγράφου. Είναι που τα τοπία έχουν μνήμη:
«Οταν μου ζητήθηκε να γράψω (πράγμα παρά πολύ δύσκολο για μένα) κάτι για τον τόπο που μου αρέσει να ζω, η σκέψη μου αυτόματα πήγε στην αρχή, στις πρώτες εικόνες που είχα από το εξοχικό της οικογένειας της μητέρας μου, στην Παρακοπήτης Σύρου, όπου είχαμε καταφύγει για να γλιτώσουμε τουςβομβαρδισμούς των Ιταλών στο λιμάνι της Ερμούπολης στην αρχή του πολέμου και όπου μείναμε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Ηταν και οι αγγλικές βόμβες τώρα και η φοβερή πείνα στο αστικό κέντρο του νησιού, κάπου 8.000 χάθηκαν σε έναν πληθυσμό 28.000.
Ισως η πρώτη εικόνα που θυμάμαι, περίεργο βέβαια γιατί θα έπρεπε να ήμουν μόλις ενάμισι ετών, είναι όταν οι ιταλοί στρατιώτες πήραν την ηλεκτρική γεννήτρια και τα άδεια ντεπόζιτα. Μετά θυμάμαι την πικρή γεύση που έμεινε στο στόμα μου όταν σάλιωσα ταδάκτυλά μου, αφού είχα πιάσει προηγουμένως ένα θραύσμα οβίδας που είχε πέσει δίπλα μου στον κήπο, ακόμα καυτό!
Τη γιορτή που κάναμε όταν ο πατέρας μου έφερε στο σπίτι μια ολόκληρη «ρόδα» τυρί Βίτσερης όπως λέγαμε τότε το Εμενταλ. Την απόγνωση της μάνας μου όταν το τσουβαλάκι της ζάχαρης –που περιχαρής παρέλαβε και είχαμε θάψει έξω στον κήπο από φόβο μη ψάξουν οι δυνάμεις κατοχής και το κατάσχουν –έλιωσε και χάθηκε από την μπόρα που ήρθε εν τω μεταξύ… Ή την κόρη του ψαρά που έφερνε από τον Φοίνικα, όπου τώρα μένω, ψάρια κρυμμένα στον κόρφο της, πάλι από τον φόβο του κατοχικού στρατού. Και, τέλος, τα αγήματα των δυνάμεων κατοχής που περνούσαν από τον δρόμο φεύγοντας!
Αστεία μου φαίνονται όλα αυτά τώρα, αλλά ακόμα υπάρχει η ανάμνηση του φόβου που μου μετέδιδαν οι μεγάλοι.
Μετά την απελευθέρωση, όταν πρωτοείδα τη Χώρα, την πόλη, ένιωσα τέτοια έκπληξη και δέος για τα πολλά και πελώριακτίρια και την τεράστια πλατεία, τα πεζοδρόμια που δεν είχα ξαναδεί και συνήθως περπατούσα με το ένα πόδι πάνω και το άλλο κάτω στον δρόμο σαν κουτσός, προκαλώντας τον εκνευρισμό της μάνας μου που με κρατούσε από το χέρι. Την απορία μου όταν το 1946 πήγα σχολείο στο πρώτο δημοτικό στο «Ρολόι» και πολλά παιδιά, ίσως το 1/3 της τάξης, ήτανξυπόλυτα, το δελτίο στα τρόφιμα και τα καύσιμα, τις σοκολάτες που φέρανε μαζί τους οι ιερολοχίτες και τις κονσέρβες μελάσας, προφανώς αμερικανικής προέλευσης…
Σκέφτομαι τα τωρινά χρόνια της κρίσης που τότε, ακόμα και στη δεκαετία του ’60, δεν μπορούσαμε ούτε να ονειρευτούμε τις σύγχρονες ανέσεις και ανάγκες που έχουμε…
Τα καλοκαίρια, όταν έκλειναν τα σχολεία, η θάλασσα ήταν η κύρια διασκέδαση και το κολύμπι στη Χώρα, σε αυτόν τον ανοιχτόόρμο έξω από το λιμάνι, κάτω από τον Αγιο Νικόλαο, τη συνοικία «Βαπόρια». Οι τσιμεντένιες πλατφόρμες υπήρχαν από τότε, η τελευταία, τα «Αστέρια», είχε, θυμάμαι, ένα καφενείο ή στοιχειώδες εστιατόριο και ήταν το στέκι για τα παιδιά και τους νέους όπως και σήμερα, καθώς και το χειροποίητο κανό που είχαμε φτιάξει από καραβόπανο αδιαβροχοποιημένο με πολλά στρώματα λαδομπογιάς που κάθε χρόνο ήθελεφρεσκάρισμα. Τώρα χρησιμοποιούντα παλιές ιστιοσανίδες.
Εφυγα με τη μάνα μου –ο πατέρας μου είχε πεθάνει το ’50 –το 1957 για την Αθήνα αλλά ερχόμουν σχεδόν κάθε καλοκαίρι έστω και για μια μέρα. Σκέφτομαι τα σπίτια που έμεινα στο νησί, Παρακοπή, Ερμούπολη, πάλι Παρακοπή σε άλλο σπίτι και από το ’91 στον Φοίνικα, στην αρχή για καλοκαίρι μόνο, είχα τρέλα με το windsurfing…
Τώρα που ηρέμησα (εννοώ μεγάλωσα) το μόνο που με ενδιαφέρει είναι η ζωγραφική. Η ηλικία μου και η φυσική μου κατάσταση δεν μου επιτρέπουν πολλά άλλωστε… Θεωρώ σπίτι μου το μέρος που μένω εδώ στον Φοίνικα, όπου μπορώ να κάνω τις διακοπές μου. Διακοπές είναι αυτό που κάνω τον χειμώνα εδώ, μόνος μου, να ζωγραφίζω πρωί-βράδυ απόλυτα συγκεντρωμένος. Αναλογίζομαι μια κουβέντα του Τσαρούχη που ήθελε να ζωγραφίζει αυτόματα χωρίς πρόγραμμα, όπως περπατάει κανείς ή αναπνέει σαν φυσική ανάγκη. Το πέτυχε άραγε;
Η ζωγραφική είναι η ασφάλειά μου. κάτι σαν την παλιά κουβέρτα του Linus από τη σειράCharlie Brown-Peanuts. Ζωγραφίζω χωρίς πολλή σκέψη (θανάσιμο ελάττωμα;) ερμηνεύοντας τις φόρμες, τον ρυθμό, τη σύνθεση αυτών που με συναρπάζουν γύρω μου, ατενίζοντας με δέος τη δημιουργία στη θαλπωρή της απομόνωσης στο χειμωνιάτικο νησί. Οι περίπατοί μου στην Πάνω Μεριά πίσω από την Ανω Χώρα της Σύρας μαζεύοντας άγρια χόρτα είναι οι σπάνιες φορές που κάνω κάτι άλλο. Εδώ τα έχω όλα: τη θάλασσα, την ύπαιθρο, τους ανθρώπους, την απομόνωση. Αυτό που δεν ξέρω είναι πόσο χρόνο έχω ακόμη να μπορώ να κάνω αυτά που αγαπώ…
Και ίσως να έρθει ο καιρός που να μην μπορώ να ζήσω, ίσως και να μη θέλω πια, σε αυτό το μέρος, να μη θέλω να γυρίζω σε ληγμένους τόπους, Παρακοπή, Χώρα, πάλι Παρακοπή σε άλλο σπίτι, μετά Φοίνικα… Σαν τραγούδι του Μάρκου ακούγεται!».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ