• Αναζήτηση
  • Εμπειρίες από το συγγραφικό εργαστήρι και τη σχολική τάξη

    «Τους έλληνες μεταπολεμικούς μυθιστοριογράφους δεν τους γνώριζα, τώρα τους ανακαλύπτω» έλεγε προσφάτως νέος βραβευμένος συγγραφέας ιδιαίτερα εξοικειωμένος με την αμερικανική μυθιστοριογραφία, «δεν μας τους δίδαξαν στο σχολείο».

    «Τους έλληνες μεταπολεμικούς μυθιστοριογράφους δεν τους γνώριζα, τώρα τους ανακαλύπτω» έλεγε προσφάτως νέος βραβευμένος συγγραφέας ιδιαίτερα εξοικειωμένος με την αμερικανική μυθιστοριογραφία, «δεν μας τους δίδαξαν στο σχολείο». Στο σχολείο δεν του είχαν διδάξει ούτε τους Αμερικανούς, προκύπτει όμως ότι αναγνωστικά βρήκε ευκολότερα τον δρόμο του προς το ξένο μυθιστόρημα παρά προς το ελληνικό.

    Στο ξένο μυθιστόρημα οι νέοι έλληνες συγγραφείς ανακαλύπτουν τρόπους έκφρασης πρωτόγνωρους, των οποίων αγνοούν την εμφάνιση και τη λειτουργία σε ελληνικά μυθιστορήματα. Πώς περιμένουμε να καλλιεργηθεί η μνήμη του ελληνικού μυθιστορήματος – που θα ενθαρρύνει τη συνέχεια και την εξέλιξή του, όπως γράφαμε την περασμένη εβδομάδα – αν η εκπαίδευση δεν φροντίσει για αυτό; Το μυθιστόρημα απουσιάζει από το δημόσιο σχολείο. Διδάσκεται κατακρεουργημένο, σε αποσπάσματα, κυρίως από την εμβληματική παραγωγή του μεσοπολεμικού μυθιστορήματος. Η Γεωργία Πρέκα, φιλόλογος ιδιωτικού σχολείου του οποίου το πρόγραμμα σπουδών περιλαμβάνει τη διδασκαλία ολόκληρων μυθιστορημάτων, μας μεταφέρει σήμερα την εμπειρία της από το μυθιστόρημα στην τάξη και την ανταπόκριση των μαθητών.

    Την προσωπική εμπειρία του δημιουργού εκτυλίσσει ένας συγγραφέας της νέας γενιάς. Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, ο οποίος τιμήθηκε το 2013 με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα ως ποιητής, έκανε δεύτερη εμφάνιση ως μυθιστοριογράφος. Παρά τη θετική κριτική και αναγνωστική υποδοχή του μυθιστορήματός του, το τρίτο του βιβλίο θα είναι μια συλλογή διηγημάτων και όχι ένα νέο μυθιστόρημα. Λιγοψύχησε ο μυθιστοριογράφος μέσα του; Είναι το βιβλίο που ετοιμάζει ένα πισωγύρισμα σε μια ατελέστερη – συγκριτικά με το μυθιστόρημα – μορφή αφήγησης; «Το διήγημα έχει την καρδιά ενός ποιήματος και το μυαλό ενός μυθιστορήματος» λέει ο ίδιος, σε μια διατύπωση πυκνή για τις σχέσεις των δυο πεζογραφικών ειδών, που αξίζει να συλλογιστούμε.

    Γεωργία Πρέκα: Η αφήγηση μεγάλης φόρμας στο σχολείο

    Πόσο αξίζει η λογοτεχνία, και ειδικότερα η ελληνική; Υπερτερεί κάποιο είδος της; Στην έως τώρα διαδρομή μου στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Διεθνούς Απολυτηρίου (International Baccalaureate, IB), διετούς κύκλου σπουδών που αντιστοιχεί στη Β’ και στη Γ’ Λυκείου, έχω έρθει συχνά αντιμέτωπη με τέτοια ερωτήματα. Στην αίθουσα διδασκαλίας, θες δεν θες, ακόμη και οι βεβαιότητές σου τίθενται, ευτυχώς, υπό εξέταση. Πόσο μάλλον που στο ΙΒ η παρακολούθηση μαθήματος λογοτεχνίας είναι υποχρεωτική και, άρα, το ενδιαφέρον των μαθητών για το μάθημα δεν προκαταβάλλεται, κερδίζεται. Το κίνητρο διπλό: πρόκειται για δεκαεξάχρονους που μπαίνουν στην τελική ευθεία για τις σπουδές τους σε άλλες χώρες και γλώσσες, άρα το μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας θα αποτελέσει την τελευταία, τουλάχιστον σε σχολικό πλαίσιο, συστηματική επαφή τους με τη λογοτεχνία της μητρικής τους γλώσσας και ίσως κρίνει τη σχέση τους με τη λογοτεχνία γενικότερα.

    Είδη συμπληρωματικά στη διδασκαλία
    Σε αντίθεση με το Γενικό Λύκειο, οι μαθητές του ΙΒ μελετούν ολόκληρα λογοτεχνικά έργα και όχι επιλεγμένα αποσπάσματά τους, οπότε η διαφορά μυθιστορήματος – διηγήματος γίνεται προφανής. Διότι, η δουλειά με απόσπασμα μυθιστορήματος και διηγήματος τα εξομοιώνει στα μάτια του μαθητή, ακυρώνοντας, στην ουσία, τη διαφορά των ειδών που αλλιώς θα ήταν ολοφάνερη ήδη από την υλική υπόσταση του έργου.
    Τα δεκατρία έργα που αποτελούν τη διδακτέα ύλη του μαθήματος επιλέγονται ανά σχολείο, κυρίως από κατάλογο συγγραφέων που καταρτίζει ο υπεύθυνος για το πρόγραμμα Οργανισμός (ΙΒΟ), έτσι ώστε να καλύπτουν ποικίλα λογοτεχνικά είδη και περιόδους. Θα αποτελέσουν, αναπόφευκτα, το πλαίσιο για να κριθεί κάθε φορά, άμεσα ή έμμεσα, η αξία της ελληνικής λογοτεχνίας για κάθε μαθητή. Ως εκπαιδευτικός, αναζητάς, λοιπόν, τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα σε απαιτητικά κείμενα-σταθμούς στη γραμματεία μας, κείμενα κοντύτερα στις δυνατότητες, τις εμπειρίες και τα ενδιαφέροντα των μαθητών, κείμενα για διαφορετικές διαθέσεις, ωρίμανση, γούστα. Αλλωστε, στόχος του μαθήματος είναι να οξύνει το ενδιαφέρον και την κρίση των μαθητών, να τους ωθήσει να συνδεθούν προσωπικά και διά βίου, ει δυνατόν, με τη λογοτεχνία. Ειδικότερα, το μυθιστόρημα και το διήγημα, ως ισότιμα είδη, αποτελούν βασικούς πυλώνες του μαθήματος, έχουν συμπληρωματικό μεταξύ τους ρόλο και η εναλλαγή τους στη διδασκαλία είναι αποδοτική.
    Στο σχολείο μας, όπως και σε άλλα ΙΒ σχολεία που προσφέρουν το μάθημα, το μυθιστόρημα έχει επιλεγεί ως το είδος στο οποίο θα εξεταστούν οι μαθητές στις τελικές γραπτές εξετάσεις τους, γεγονός που του δίνει μια αυξημένη βαρύτητα στη διδασκαλία. Τα τέσσερα μυθιστορήματα που χρησιμοποιούνται για τις εξετάσεις αυτές αντιπροσωπεύουν σημαντικούς συγγραφείς και τάσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας – από τον Ροΐδη, τον Καζαντζάκη και τον Θεοτόκη μέχρι τη γενιά του ’30, τον Μάτεσι, τη Γαλανάκη, την Καρυστιάνη, τη Δούκα κ.ά. Ο σύνθετος κόσμος που αναπαριστά το μυθιστόρημα επιτρέπει στον μαθητή να εμβαθύνει στην κατασκευή αφηγηματικού κειμένου και στο πώς διαφορετικοί συγγραφικοί στόχοι οδηγούν σε διαφορετικές συγγραφικές επιλογές, δίνοντάς του παράλληλα τα αναλυτικά κλειδιά για να χειριστεί με άνεση και συντομότερες αφηγήσεις. Η «δύσκολη», λοιπόν, μαθητεία στο μυθιστόρημα πιάνει συνήθως τόπο – και στις καρδιές – παρ’ όλο που κάποιοι θα γκρινιάξουν πάντα για το ηθογραφικό πλαίσιο του Καραβέλα, τους καθηλωμένους ήρωες της Μενεξεδένιας Πολιτείας, τη νεωτερική γραφή της Εroica, τα «στενάχωρα» θέματα των έργων.
    Ο «μαραθώνιος» του μυθιστορήματος δίνει σποραδικά τη θέση του στο «κατοστάρι» του διηγήματος, με επιλογές από τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό έως τον Χατζή, τον Βαλτινό, τον Κουμανταρέα, τον Χάκκα, τον Δημητρίου κ.ά. Η συντομία, η γρήγορη ανάφλεξη, η έκπληξη, η ανατροπή, η μετατόπιση του κέντρου θέασης, η ανάδειξη της αποκαλυπτικής λεπτομέρειας, αρετές συχνά εμφανέστερες στο διήγημα, διευκολύνουν την προσέλκυση του ενδιαφέροντος των μαθητών και, συνεπώς, τη διδακτική πράξη. Το διήγημα διαβάζεται πιο γρήγορα και πιο εύκολα, άρα περισσότεροι θα έχουν διαβάσει και προετοιμάσει το κείμενο ώστε να είναι σε θέση να το σχολιάσουν στην τάξη. Στη σχολική πραγματικότητα – όπου υπάρχει ενίοτε φτωχό αναγνωστικό υπόβαθρο, δυσκολία με τα εκτενή κείμενα και περιορισμένο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία, που, δυστυχώς, συνυφαίνεται με τον καταναγκασμό και την αγωνία των εξετάσεων – η συντομία, και ό,τι αυτή συνεπάγεται, είναι κάποτε επαρκής λόγος να ξεκινήσεις προθυμότερα τη σχέση σου με ένα βιβλίο.
    Ο εκπαιδευτικός ως αναγνώστης
    Ως αναγνώστρια, αισθάνομαι ότι το μυθιστόρημα, κάποτε μάλιστα το ογκώδες, κυριάρχησε στην προτίμηση εκδοτών, στις παρουσιάσεις-κριτικές, στα εξώφυλλα των διακοπών, στις λίστες των ευπωλήτων. Και παραμένει δημοφιλέστερο, ανεξάρτητα από την ποιότητα των εκδιδόμενων έργων. Το διήγημα ζει στη σκιά του. Η συντομία, η αυτοτέλεια, η ποικιλία των ιστοριών μιας συλλογής, η ενδιαφέρουσα ποιητική της ψηφίδας που διακρίνει το είδος, μοιάζει να μην αποτελούν επαρκή λόγο προτίμησής του. Γράφουμε και διαβάζουμε κυρίως μυθιστορήματα, παρά τη γρήγορη και στριμωγμένη, από κάθε άποψη, εποχή μας, νοσταλγοί ίσως μιας, δυσεύρετης στη ζωή, «ενότητας». Η πρόσφατη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το διήγημα και η θερμή υποδοχή αξιόλογων συλλογών δεν αλλάζουν, για την ώρα, το τοπίο. Ισως όμως να αποτελεί ένδειξη για το βασικό ζητούμενο: τη συγγραφή αξιανάγνωστων κειμένων, κάθε είδους. Κειμένων που θα συνομιλούν με τη σύγχρονη εμπειρία και θα αντέχουν στο διεθνές περιβάλλον στο οποίο θέλουμε να ανήκουμε, πείθοντας και τους εκκολαπτόμενους αναγνώστες ότι η λογοτεχνία – και η εγχώρια – αξίζει τον κόπο. Ως προς το τελευταίο, η εγρήγορση του εκπαιδευτικού, ως αναγνώστη πρωτίστως, μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο.
    *Η κυρία Γεωργία Πρέκα είναι φιλόλογος, Ηead of Modern Greek Department στο IB της Σχολής Μωραΐτη.

    Χρήστος Αρμάντο Γκέζος: Από την ποίησηστο διήγημαμε ενδιάμεσο σταθμό

    Το Γεράκι της Μάλτας έκλεινε με τον Μπόγκαρτ να παραφράζει τον Σαίξπηρ, μιλώντας για «το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα». Η φαντασία είναι για εμένα αυτό το υλικό, και η γλώσσα είναι το μέσον με το οποίο προσπαθώ να της δίνω ένα όσο το δυνατόν ακριβέστερο και αυθεντικότερο σχήμα. Καταλήγει έτσι η λέξη μια πρώτη ύλη θεμελιώδης, εφάμιλλη όχι με τον κόκκο άμμου αλλά με το άτομο και με όλα τα απειροελάχιστα σωματίδια που το αποτελούν.

      
    Κάπως έτσι έχτισα το πρώτο μου γραπτό, σε ηλικία δεκαεννέα ετών, ένα διήγημα σχετικά εκτενές. Στη συνέχεια έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα, ενώ κάποια στιγμή ολοκλήρωσα κι ένα μυθιστόρημα το οποίο επέλεξα να μη δημοσιεύσω γιατί είχε αρκετές από τις νεανικές αδυναμίες ενός πρωτόλειου. Ξεκίνησα λοιπόν με τα ποιήματα Ανεκπλήρωτοι φόβοι (Πολύτροπον, 2012), ακολούθησε το μυθιστόρημα Η λάσπη (Μελάνι, 2014) και το φθινόπωρο του 2016 θα κυκλοφορήσει η Τραμπάλα, μια συλλογή διηγημάτων που γράφτηκαν στο διάστημα των τελευταίων τριών-τεσσάρων χρόνων.
    Τρόποι αφήγησης του εαυτού και του κόσμου
    Τα τρία αυτά βιβλία δεν δημιουργήθηκαν βάσει κάποιου προγράμματος, αλλά ούτε κι εντελώς τυχαία: τα βλέπω ως τρεις αυτόνομους πλανήτες που περιστρέφονται γύρω μου, στο δικό μου ηλιακό σύστημα· τα βλέπω ως διαφορετικούς τρόπους να αφηγηθώ τον εαυτό μου, τον κόσμο και τον τρόπο που αυτοί οι δύο πόλοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Είναι το γράψιμο ο τρόπος να ασκώ στον μέγιστο βαθμό την ελευθερία μου, ένα γήπεδο δίχως όρια στο οποίο βρίσκομαι παιδί με μια μπάλα και μπορώ να την κλωτσήσω όπως εγώ κάθε φορά θέλω, χωρίς να μπορεί κανείς να με ψέξει για τον τρόπο που το κάνω – βέβαια, το αν αυτός ο τρόπος γοητεύει ή όχι είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία.
    Θέλω με αυτά να πω ότι εκείνο που θα κρίνει σε εμένα αν θα γράψω ένα διήγημα ή ένα μυθιστόρημα δεν είναι ούτε ο διαθέσιμος χρόνος, ούτε η πνευματική εγρήγορση τη δεδομένη περίοδο, αλλά το είδος της ιστορίας που θέλω να αφηγηθώ: πολύ απλά, κάποιες ιστορίες καλύτερο είναι (ή μπορούν μόνο) να ειπωθούν συνοπτικά και κάποιες άλλες εκτενέστερα – αν και υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις που αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι τόσο ξεκάθαρος.
    Είναι αλήθεια πως το διήγημα βολεύει περισσότερο από άποψη χρόνου. Το μυθιστόρημα απαιτεί πολύ μεγαλύτερη αφοσίωση, ακόμη κι όταν μια συλλογή διηγημάτων διαθέτει θεματικό άξονα. Αυτό όμως έχει να κάνει κυρίως με μια μετάθεση στο μέλλον: αν δεν υλοποιήσεις ποτέ μια ιδέα για μυθιστόρημα λόγω έλλειψης χρόνου, πιθανώς δεν θα το έκανες έτσι κι αλλιώς ή δεν άξιζε πραγματικά τον κόπο. Ο πυρήνας της Λάσπης υπήρχε μέσα μου τρία χρόνια, αλλά περίμενα τη στιγμή που θα ένιωθα έτοιμος να χαλιναγωγήσω γλωσσικά το κείμενο πριν ξεκινήσω· ήθελα επίσης να ζήσω με την ιδέα να επιπλέει στο μυαλό μου και να εμπλουτίζεται, πολλές φορές και ασυναίσθητα, από τη δική μου πορεία στον χρόνο και την καθημερινότητά μου.  
    Μυθιστοριογραφική ελευθερία, διηγηματογραφικοί πειραματισμοί
    Δεν θα έλεγα πάντως πως το διήγημα είναι κατώτερο από το μυθιστόρημα. Κατ’ αρχάς το διήγημα μπορεί να είναι και πιο δύσκολο, γιατί πρέπει σε έναν περιορισμένο χώρο να αποδώσεις συμπυκνωμένη μια ολόκληρη πραγματικότητα που θα συγκινήσει αισθητικά κάποιον άλλον πέρα από σένα.
    Επίσης, επιτελούν και διαφορετικό ρόλο: το μυθιστόρημα αποτυπώνει τη ζωή ως μια ολότητα, μια ρέουσα συνέχεια· το διήγημα ως ένα σύνολο θραυσμάτων. Το μυθιστόρημα αναδεικνύει την καθοριστική σημασία που παίζει ο χρόνος ως καταλύτης της ύπαρξης και της εμπειρίας· το διήγημα αναδεικνύει την ανυπολόγιστη σημασία της στιγμής και του απρόσμενου.
    Το διήγημα για τον συγγραφέα μπορεί να είναι και πιο διασκεδαστικό: μπορείς να γράφεις δυο-τρία ταυτόχρονα, ένα σήμερα και το επόμενο σε έναν μήνα, να ξεκινήσεις κάποιο και να το παρατήσεις έπειτα χωρίς ιδιαίτερες τύψεις, να πειραματιστείς με εναλλαγές στυλ, ταχύτητας και θερμοκρασίας μεταξύ των διηγημάτων. Από την άλλη βέβαια, η ικανοποίηση που σου προσφέρει ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα μετά από καιρό κοπιαστικού γραψίματος νομίζω πως είναι ασύγκριτη. Στο μυθιστόρημα επίσης έχεις μεγαλύτερη ελευθερία να φτάσεις στα όριά του το προσωπικό σου ύφος και στυλ.
    Στην Ελλάδα το διήγημα έχει πράγματι μεγαλύτερη παράδοση από το μυθιστόρημα, χωρίς αυτό να πιστεύω ότι σχετίζεται με κάποια πνευματική οκνηρία που χαρακτηρίζει τον έλληνα συγγραφέα, αφού ένα μέτριο ή κακό μυθιστόρημα είναι συχνά πιο εύκολη υπόθεση από μια πραγματικά αξιόλογη συλλογή διηγημάτων. Ισως έχει να κάνει περισσότερο με τη μεγάλη παράδοση της ποίησης στη χώρα: θα έλεγα ότι το διήγημα έχει την καρδιά ενός ποιήματος και το μυαλό ενός μυθιστορήματος. Τα περισσότερα διηγήματά μου, όπως και τα ποιήματα, έχουν γεννηθεί από μια εικόνα, πραγματική ή φαντασιακή, την οποία έπειτα διανθίζω και διευρύνω – υπάρχουν περιπτώσεις που την εικόνα αυτή την έχω υλοποιήσει τόσο ως διήγημα όσο και ως ποίημα.
      
    Ενα ποίημα λοιπόν το οποίο δουλεύω ως μυθιστόρημα; Ισως, δεν ξέρω. Συχνά νιώθω ότι δεν ξέρω πώς πρέπει να είναι το οτιδήποτε και ότι τα πάντα μπορεί να είναι έτσι ή αλλιώς. Ενα διήγημα συνήθως (πρέπει να) διαθέτει μια εντοπίσιμη κορύφωση και μια ανατροπή στο τέλος, μπορεί όμως και να μην έχει τίποτε από αυτά. Ενα μυθιστόρημα συνήθως (πρέπει να) έχει ανάπτυξη χαρακτήρων και αρχή – μέση – τέλος, μπορεί όμως και τίποτε από αυτά. Το καλό και το όμορφο μπορείς να τα φτάσεις από πολλούς και διαφορετικούς δρόμους.
    *Ο κ. Χρήστος Αρμάντο Γκέζος είναι συγγραφέας.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία