• Αναζήτηση

Αφροδίτη Παναγιωτάκου: «Ποιοι θέλουμε να είμαστε όταν τελειώσει η κρίση; Θέλουμε να υπάρχουμε ή να είμαστε;»

Το πρώτο κεφάλαιο είχε τίτλο «Βραδινή προσευχή» και άρχιζε με την εξής φράση: «Είναι ώρα να πάω για ύπνο».

Φωτογραφίες: Ιωάννα Χατζηανδρέου

Το πρώτο κεφάλαιο είχε τίτλο «Βραδινή προσευχή» και άρχιζε με την εξής φράση: «Είναι ώρα να πάω για ύπνο». Δεν το είχε σχεδιάσει, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το βιβλίο του Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Ενας καλός γιος», που είχε πάνω πάνω στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι της, θα τη μετέφερε ξανά στη δουλειά, στο Hypnos Project, που προετοίμαζε μήνες μαζί με τους συνεργάτες της. Εκανε μια πρόχειρη σημείωση: ίσως και να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η συγκεκριμένη αναφορά στην ανάπτυξη του προγράμματος. Ισως, πάλι, όχι. Για την Αφροδίτη Παναγιωτάκου, αναπληρώτρια γενική διευθύντρια της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών και διευθύντρια επικοινωνίας του Ιδρύματος Ωνάση, τα πάντα μπορούν να αποτελέσουν μια αφορμή, να ανάψουν μια σπίθα ή να τροφοδοτήσουν μια σκέψη και να φέρουν κοντά ανθρώπους και ενέργειες. Η διαρκής εγρήγορση και οι ελεύθεροι συνειρμοί είναι, βεβαίως, ένα πολύ μικρό κομμάτι της δουλειάς της στον πλέον δραστήριο πολιτιστικό οργανισμό της χώρας, αλλά και στο ίδιο το Ιδρυμα που τον δημιούργησε.

Η Στέγη προσφέρει μια μεγάλη ανάσα ζωής στον ελληνικό καλλιτεχνικό κόσμο και είναι εκείνη, μια γυναίκα με τρομακτικό δυναμισμό αλλά προσιτή και απλή ταυτόχρονα, που ηγείται της μεγάλης προσπάθειας. Οχι ευκαιριακά και ακατάστατα, αλλά με πρόγραμμα και συγκεκριμένους στόχους που έχουν αλλάξει το πολιτιστικό τοπίο της πόλης. Μια εκστρατεία στήριξης του πολιτισμού που αγκαλιάζει και άλλους οργανισμούς όπως το Θέατρο Τέχνης, το οποίο συνέδραμε στην πρωτοβουλία act4Greece, προσφέροντας το μισό ποσό που απαιτείται για τον εκσυγχρονισμό του. Αποτελεί και ένα παράδειγμα του τι μπορεί να προσφέρει ένας άνθρωπος εξειδικευμένος στην πολιτιστική διαχείριση – η προϋπηρεσία της περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την επικοινωνία και το μάρκετινγκ τόσο στη Λυρική Σκηνή όσο και στο υπουργείο Πολιτισμού – και αυτό δεν έχει να κάνει με το γεμάτο ταμείο του Ιδρύματος Ωνάση. Είναι θέμα και σωστής κατεύθυνσης. «Κάποτε έλεγα ότι ο πολιτισμός δεν είναι αναγκαίος για να ζεις, είναι λόγος για να ζεις. Πλέον θέτω διαφορετικά το ερώτημα: Ποιοι θέλουμε να είμαστε όταν τελειώσει η κρίση; Θέλουμε να υπάρχουμε ή να είμαστε;».

Ας αρχίσουμε τη συζήτηση από τα παιδικά σας χρόνια. Πώς φανταζόσασταν τον εαυτό σας όταν θα μεγαλώνατε; «Οταν ήμουν μικρή έλεγα ότι θα γίνω διερμηνέας, διπλωμάτης και μετά σκηνοθέτις όπερας. Πολύ κοντά σε αυτό που κάνω, τελικά. Κυρίως, όμως, νόμιζα ότι όταν μεγαλώνουμε νιώθουμε μεγάλοι. Εκεί, έκανα λάθος».
Είχατε επίγνωση των χαρισμάτων σας; «Αυτά δεν τα συνειδητοποιούσαμε ούτε όταν ήμασταν παιδιά. Στο σπίτι που μεγάλωσα δεν υπήρχε το «μπράβο, κορίτσι μου, είσαι η καλύτερη». Πόσω μάλλον με τα χαρισματικά αδέλφια που έχω. Εάν δεν σου καλλιεργηθεί μια τέτοια νοοτροπία όταν είσαι παιδί, μετά πάντα νομίζεις ότι πρέπει να κάνεις κάτι ακόμη. Εκανες τριπλό άξελ; Δεν αρκεί, πρέπει να κάνεις τετραπλό».
Υπάρχει κάτι που νιώθετε ότι δεν θα μπορούσατε να διαχειριστείτε, που το φοβάστε; «Μεγαλώνοντας έχω αποχαιρετήσει τον φόβο της κακής γνώμης του άλλου. Με ενδιαφέρει, αλλά έως εκεί. Επειδή είμαι ένα παιδί μικρής κοινωνίας και η Ελλάδα συνολικά είναι μια μικρή κοινωνία, η γνώμη του άλλου είναι ένα φορτίο τεράστιο. Είναι τόσο κρίμα, όμως, να το κουβαλάμε σε μια ζωή που είναι μεν μικρή αλλά και πολύ μεγάλη. Χάρη στην οικογένεια που έκανα, ο φόβος μου δεν είναι πια εγωκεντρικός. Αφορά τι δεν θέλω να συμβεί σε οικείους μου. Μόνο αυτό. Φόβος για τα πολύ βασικά που δεν είναι ποτέ αυτονόητα».

Μεγαλώσατε σε ένα σπίτι με αριστερές καταβολές και βρεθήκατε σε έναν οργανισμό που φέρει το όνομα του Ωνάση, που έχει ταυτιστεί με τον αμύθητο πλούτο. Ποια είναι η σχέση σας με το χρήμα; «Το ότι μεγάλωσα σε ένα σπίτι με αριστερές καταβολές σημαίνει ακριβώς ότι συνειδητοποιώ τον ρόλο της οικονομίας και τη σχέση οικοδομήματος και εποικοδομήματος. Οτι αντιλαμβάνομαι την ανάγκη ισοτιμίας των πολιτών απέναντι στην αξιοπρέπεια της ζωής και την ύπαρξη ίσων ευκαιριών. Εργαζόμενη στο Ιδρυμα Ωνάση, ένα ίδρυμα που επανεπενδύει το 40% των κερδών που προκύπτουν από την επιχειρηματική του δραστηριότητα στο κοινό όφελος, κατάλαβα τι σημαίνει να μπορείς να πολλαπλασιάσεις τις ευκαιρίες για τους πολλούς: 650.000 πολίτες έχουν περάσει από το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο και δέχθηκαν δωρεάν περίθαλψη, 6.500 νέοι σπούδασαν χάρη στις υποτροφίες του Ωνασείου.
Αρα, το θέμα δεν είναι ο αμύθητος πλούτος. Υπήρξαν άλλοι πλουσιότεροι του Ωνάση. Ο Ωνάσης άφησε μία διαθήκη ορίζοντας ως διαχειριστές ανθρώπους άξιους να υποστηρίξουν και να προβάλουν το καλό πρόσωπο της Ελλάδας. Το Ιδρυμα αυτή τη στιγμή έχει δεκαπλασιάσει τα assets που άφησε ο Ωνάσης το 1975, και αυτό δεν είναι εύκολο. Οσο για εμένα, μέσα από το Ιδρυμα έχω αποκτήσει μια πολύ διαφορετική άποψη σε σχέση με το επιχειρείν. Αυτό, δεν το έμαθα στο σπίτι μου. Για πρώτη φορά στη ζωή μου μπορώ να καταλάβω όχι πόσα είναι τα πάρα πολλά χρήματα, αλλά τι μπορείς να κάνεις με αυτά. Βλέπω και πόσο δύσκολα βγαίνουν και πόσο σοφά θα πρέπει κανείς να τα δαπανά και να τα επενδύει για να αλλάζει την κοινωνία προς το καλύτερο».

Εχετε σκεφτεί το ενδεχόμενο να ασχοληθείτε με την πολιτική; «Μου το έχουν προτείνει, αλλά έχω πει όχι».
Γιατί; «Γιατί υπάρχει συχνά μια σαρωτική, μικρή και μικροπρεπής καθημερινότητα στην πολιτική που ξεφεύγει από τις μεγάλες και δύσκολες παρεμβάσεις. Πολύ συχνά, πολύ άξια πρόσωπα δεν μπορούν να ολοκληρώσουν μια θητεία έχοντας κάνει κάτι σημαντικό. Η πολιτική απαιτεί ένα επίπεδο κομματικής συναλλαγής στο οποίο δεν μπορώ να ανταποκριθώ και ένα στομάχι που ενδεχομένως δεν έχω. Το «ποτέ» είναι μια λέξη, βέβαια, που καλό είναι να μη λέμε «ποτέ». Σίγουρο παραμένει ότι προτεραιότητά μου είναι να είμαι πολίτις».

Αλήθεια, ποια προσωπικότητα έχει υπάρξει καθοριστική στη ζωή σας; «Οι άνθρωποι που αγαπώ και με αγαπούν. Η οικογένεια από την οποία προήλθα και η οικογένεια που δημιούργησα. Εκείνοι, και οι τρεις φίλοι μου».

Είναι εύκολο ή δύσκολο να συνδέεστε με τον Αντώνη Παπαδημητρίου, τον άνθρωπο που είναι και εργοδότης σας; «Ηταν πάρα πολύ δύσκολο μέχρι να μου συμβεί. Από τότε, είναι ό,τι καλύτερο μου συνέβη ποτέ».
Η τύχη μάς βρίσκει ή τη φτιάχνουμε μόνοι μας; «Τύχη είναι η υγεία. Κάποιος μου είχε πει ότι όταν ο Λαβουαζιέ πήρε το Νομπέλ Χημείας τον ρώτησαν αν έχει σταθεί τυχερός. Εκείνος απάντησε: «Ναι, ήμουν τυχερός, αλλά όταν η τύχη μού χτύπησε την πόρτα ήμουν αρκετά ευφυής για να της ανοίξω». Οταν σου χτυπήσει η τύχη την πόρτα θέλει προσοχή για να την ακούσεις, έναν κόπο για να της ανοίξεις, και από εκεί και πέρα δόσιμο και αφοσίωση για να την αξιοποιήσεις. Πόσο χαίρομαι, όμως, που υπήρξα άτυχη κάποιες φορές. Πιστεύω αληθινά στην τύχη της ατυχίας».

Το Hypnos Project είναι το νέο μεγάλο πρότζεκτ της Στέγης και περιλαμβάνει ένα πολύ πλούσιο εικαστικό πρόγραμμα με νέες αναθέσεις σε εικαστικούς. Γιατί δεν είναι πιο ενεργή η ανάμειξη της Στέγης στη σύγχρονη εικαστική δημιουργία; «Σεβόμαστε τον πολιτιστικό χάρτη, στον οποίο ο καθένας έχει τον ρόλο και την ταυτότητά του. Επίσης, δεν κάνουμε τα πάντα. Με την ίδια λογική που δεν ήρθε ποτέ στη Στέγη η Φιλαρμονική του Βερολίνου γιατί ανήκει, κατά τη γνώμη μας, στην ταυτότητα του Μεγάρου Μουσικής, με την ίδια λογική που δεν κάναμε την «Τραβιάτα» γιατί ανήκει στην ταυτότητα και αποστολή της Λυρικής Σκηνής, δεν κάναμε μια μεγάλη μονογραφία όπως θα έκανε η Εθνική Πινακοθήκη ή – προσεχώς – το ΕΜΣΤ ή ένα μεγάλο εικαστικό γεγονός σαν αυτό που κάνει ο ΝΕΟΝ. Τα εικαστικά έχουν τη θέση τους στη Στέγη με τον τρόπο της Στέγης».
Ποια είναι η πολιτιστική πολιτική της Στέγης; Ποια είναι η στρατηγική και ποιοι οι στόχοι; «Η Στέγη είναι παιδί του Ιδρύματος Ωνάση. Ενός ιδρύματος που επί 41 χρόνια υποστηρίζει την Παιδεία και τον πολιτισμό ως οχήματα κοινωνικής συνοχής. Οταν γεννήθηκε η Στέγη, λοιπόν, έφερε το DNA της οικογένειας από την οποία προήλθε. Η Στέγη εντάχθηκε στην Αθήνα και στην Ελλάδα για να καλύψει ένα κενό: αυτό της ύπαρξης ενός θεσμού με αποκλειστική αποστολή την υποστήριξη του σύγχρονου πολιτισμού, των ελλήνων δημιουργών, τις διεθνείς συνεργασίες, την εκπαίδευση με άξονα την τέχνη και τη σύνδεσή της με την κοινωνία. Ως κλειδιά παραμένουν για εμάς οι λέξεις Ελληνες – Σύγχρονος πολιτισμός – Εξωστρέφεια – Εκπαίδευση. Πλέον, η παρουσίαση ενός αξιόλογου καλλιτεχνικού προγράμματος είναι ένα μικρό μέρος της συνολικής πολιτικής μας. Θέλουμε να λειτουργούμε ως εφαλτήριο για να μπορέσουν οι έλληνες δημιουργοί να κάνουν αυτό που ονειρεύονται, αυτό που μπορούν, αλλά τους λείπουν τα εργαλεία. Να λειτουργούμε ως συγκολλητικό υλικό για πρόσωπα και φορείς. Αυτή τη στιγμή ο τομέας εξωστρέφειας της Στέγης ασχολείται μόνο με την εξαγωγή των ελληνικών παραγωγών. Τα τελευταία πέντε χρόνια, περισσότερες από 28 ελληνικές παραγωγές έχουν ενταχθεί στον επίσημο καλλιτεχνικό προγραμματισμό των σημαντικότερων οργανισμών του κόσμου. Αυτό απαιτεί στρατηγική και γνώση, λογική και ευαισθησία. Δουλειά μας είναι να δίνουμε σε εκείνους που παράγουν και εργάζονται στον χώρο του πολιτισμού – καλλιτέχνες και μη – τη δυνατότητα να στέκονται στα πόδια τους και να διαπρέπουν όπου κι αν βρίσκονται. Να φεύγουν, αλλά και να επιστρέφουν οι άξιοι που χάνουμε. Το ίδιο το Ιδρυμα Ωνάση έχει ορίσει και τον δικό μας στόχο: υποστήριξη και απελευθέρωση δυνάμεων».
Ποιο είναι το «γούστο» της Στέγης όσον αφορά τις καλλιτεχνικές επιλογές της; «Είναι η λοξή ματιά. Η πολιτική αφύπνιση. Η συνάντηση με τους ανθρώπους ως πρόσωπα. Η μανία να βγαίνει στους δρόμους και να συζητάει, η κοινωνική αγωνία. Η περιέργεια για τα πράγματα. Και επιπλέον έχει κάποιες αιχμές, δεν είναι όλα στρογγυλεμένα. Ο Χρήστος Καρράς, η Κάτια Αρφαρά κι εγώ έχουμε κοινό γούστο. Οταν το Ιδρυμα διάλεγε τους ανθρώπους του, επέλεξε ανθρώπους με κοινό γούστο και κοινό κριτήριο».
Στα εικαστικά, γιατί δεν υπάρχει μόνιμος καλλιτεχνικός διευθυντής/διευθύντρια; «Η Στέγη πραγματοποιεί περισσότερες από 190 παραστάσεις και συναυλίες κάθε χρόνο. Στον τομέα των εικαστικών, έχει δύο εικαστικούς σταθμούς μέσα στη χρονιά. Θέλαμε, λοιπόν, να απολαμβάνουμε την ελευθερία των συμπράξεων με «μη μόνιμους» συνεργάτες, ώστε κάθε τέτοιος σταθμός να έχει την ταυτότητα που κάθε φορά επιθυμούμε. Ετσι, ταξιδεύουμε από τις ψηφιακές τέχνες στο ντιζάιν και από τους καλλιτέχνες του 19ου αιώνα που βλέπουμε στο Hypnos στην επιστημονική φαντασία που θα ζήσουμε σύντομα».
Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη επιτυχία της Στέγης μέχρι σήμερα; «Το κοινό μας. Πρόσωπα που τα συνδέει η περιέργεια για τα πράγματα, το κριτικό πνεύμα, το βλέμμα που δεν περιορίζεται στον ορίζοντα της κουζίνας μας, αλλά αναρωτιέται παραμένοντας αφυπνισμένο για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο».
Υπάρχει κάτι που θα χαρακτηρίζατε λάθος ή αστοχία; «Η αλήθεια είναι κόρη του χρόνου. Κάτι που είναι λάθος τώρα μπορεί να είναι σωστό μετά, και το αντίστροφο. Προφανώς την ώρα που ζεις το δράμα δεν το αναλύεις ως προϋπόθεση του μεγαλείου που θα ακολουθήσει. Ακούω ανθρώπους να λένε «Δεν μετανιώνω για τίποτα» και τρελαίνομαι. Μετανιώνουμε, αλλά συχνά διαπιστώνουμε ότι τα λάθη είναι αναγκαστικά βήματα για να βρεθούμε κάπου ωραία, τελικά. Δεν είναι αστοχία μία κακή παραγωγή. Αυτό λέγεται ρίσκο. Την αστοχία την εντοπίζω μόνο στις στιγμές που δεν είμαστε τόσο τολμηροί όσο θέλουμε και μπορούμε».

Μια και μιλάμε για λάθη, ποια η γνώμη σας για την υπόθεση Φαμπρ; «Ελπίζω κάποια στιγμή να φύγουμε από τη λογική του θυμικού που μας διακατέχει ως Ελληνες, αυτός είναι persona non grata, ο άλλος είναι persona grata. Αυτό είναι το θέμα; Ο Φαμπρ; Πρώτα λες τι φεστιβάλ θέλεις να έχεις και μετά ποιον διευθυντή. Και για να πεις τι φεστιβάλ θέλεις να έχεις, θα πρέπει κεντρικά, ως πολιτεία, να αποφασίσεις συνολικά ως προς τον πολιτιστικό χάρτη που αφορά τους πολιτιστικούς οργανισμούς που βρίσκονται κάτω από τη δική σου σκέπη. Βρισκόμαστε σε μια γόνιμη περίοδο από πλευράς πολιτιστικών οργανισμών. Πρόκειται να καλωσορίσουμε στη γειτονιά μας το Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, το Μέγαρο Μουσικής μόλις πέρασε σε μια άλλη φάση ζωής, το Εθνικό Θέατρο είναι ένας οργανισμός πάρα πολύ μεγάλης σημασίας. Αυτοί οι οργανισμοί ανήκουν τρόπον τινά στον έλληνα πολίτη γιατί η ύπαρξή τους συνδέεται με την οικονομική συμμετοχή του. Είναι ακριβώς η στιγμή να δούμε συνολικά ποια είναι η θέση, η αποστολή, η ταυτότητα του συνόλου των πολιτιστικών φορέων που υποστηρίζονται από την ελληνική πολιτεία. Αλλά ας μην μπερδευόμαστε. Ο κάθε υπουργός Πολιτισμού δεν είναι καλλιτεχνικός διευθυντής. Η πρώτη αρχή του management είναι η ανάθεση. Αναθέτεις ανάλογα καθήκοντα στους σωστούς ανθρώπους και μετά τους δίνεις την ελευθερία να κάνουν το έργο τους. Αλλο κεντρική πολιτική, άλλο πατρονάρισμα. Αλλο η ανάθεση, άλλο η εξυπηρέτηση. Αλλο τα οργανογράμματα και άλλο η στρατηγική».
Με την εμπειρία σας ποια πιστεύετε ότι θα ήταν η ενδεδειγμένη μορφή διοίκησης; «Αξιοκρατική, διαφανής επιλογή ομάδας και όχι ενός υπερεργαλείου παντοκράτορος μέσα από εξω-υπουργικές διαδικασίες. Και σε αυτή την επιλογή ας εντάσσονται ως προαπαιτούμενα η εμπειρία αλλά και το όραμα, η τρέλα αλλά και η μέθοδος, η φιλοδοξία αλλά και η συνείδηση της ευθύνης ότι εκπροσωπείς το πολιτιστικό πρόσωπο της χώρας».
Η Στέγη στηρίζει έμπρακτα πολύ μεγάλο αριθμό ελλήνων δημιουργών τη στιγμή που η αδυναμία της πολιτείας να ενισχύσει τον σύγχρονο πολιτισμό παραμένει δεδομένη. Παρ’ όλα αυτά, οτιδήποτε τελεί υπό την αιγίδα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην Ελλάδα σχεδόν νομοτελειακά θα αντιμετωπιστεί με δυσπιστία. Γιατί πιστεύετε συμβαίνει αυτό; «Πάντα υπήρχε δυσπιστία. Και για όσους σήμερα ονομάζονται «εθνικοί ευεργέτες» υπήρχε δυσπιστία στον καιρό τους. Χρειάζεται, συχνά, ιστορική απόσταση για να θεωρηθεί ο πλούσιος ιδιώτης ευεργέτης. Τίθεται και θέμα πολιτικής ωριμότητας του καθενός μας. Ιδιώτης δεν σημαίνει κακός, όπως δεν σημαίνει και καλός. Αντιστοίχως, κράτος δεν σημαίνει κάτι κακό, όπως απευθείας δεν σημαίνει και κάτι καλό. Δεν προκύπτει το ποιόν μέσω του τίτλου, ούτε μέσω της ιδιότητας. Η δημοκρατία επιτρέπει τη συμπαρουσία όλων μας. Πράττουμε, ενεργούμε, κρινόμαστε».

Δεδομένου ότι είστε το πρόσωπο της Στέγης, ο άνθρωπος που επικοινωνεί τους στόχους και τις προθέσεις της, εισπράττεται την όποια δυσπιστία και σε προσωπικό επίπεδο;
«Κάποιες φορές, ναι. Και; Δεν είναι τρομερό κόστος αυτό. Πραγματικά δεν με πειράζει η διαφωνία επί των επιχειρημάτων. Με τρέφει. Ετσι γνωριστήκαμε με ορισμένους στενούς συνεργάτες μας. Δεν είμαι χοντρόπετση. Στενοχωριέμαι, αλλά ακούω. Και αλλάζω και γνώμη. Είναι θέμα φύσης και θέσης. Εκτίθεμαι, άρα κρίνομαι. Μου είναι πιο φυσικό να εισπράξω τη δυσπιστία από το να διαχειριστώ την κολακεία. Προτιμώ το κόστος της ελευθερίας από το κόστος της ασφάλειας».
Πιστεύετε ότι το κράτος εφησυχάζει με την παρουσία του ιδιώτη; «Το θέμα του καθήκοντος του ιδιώτη ο καθένας μπορεί να το προσδιορίσει διαφορετικά. Στην περίπτωση του Ιδρύματος Ωνάση, στόχος είναι η υποστήριξη της πολιτείας μέσα από τη συνεργασία και όχι η υποκατάστασή της. Η Ευρώπη επαναστάτησε και αγωνίστηκε ώστε η Υγεία, η Παιδεία και ο πολιτισμός να είναι αγαθά που παρέχονται σε όλους τους πολίτες. Δεν ανήκουμε καθόλου σε εκείνους που πιστεύουν ότι «αφού το κράτος δεν μπορεί, δεν πειράζει, θα το κάνουμε εμείς»».
Το γεγονός ότι η Στέγη είναι ένας από τους ελάχιστους, αν όχι ο μόνος εύρωστος πολιτιστικός οργανισμός σε θέση να χαράξει πολιτιστική πολιτική και να προσφέρει ευκαιρίες, σας δημιουργεί μια αίσθηση παντοδυναμίας; «Δεν είμαστε παντοδύναμοι. Κανείς δεν είναι. Γι’ αυτό καλό είναι να αντιληφθούμε ότι οι ανάγκες είναι περισσότερες από τις υφιστάμενες παροχές και γι’ αυτό οι συνεργασίες είναι απολύτως απαραίτητες. Οσο για εμένα, είμαι μία εργαζόμενη. Ανήκω στο δυναμικό μιας ομάδας με δυνατές προσωπικότητες και σπάνιες ικανότητες. Η προσωπική μου πορεία δεν είναι πορεία κάποιου ευνοημένου παιδιού που προσγειώθηκε ξαφνικά σε μία κομβική θέση. Στον ίδιο κόσμο ανήκουμε. Γνωριζόμαστε χρόνια. Αυτή η δουλειά έχει κόπο, πίεση, άγχος, προσωπική εμπλοκή τεράστια. Αλλωστε, δεν μπορείς να λες ότι καταπιάνεσαι με τον σύγχρονο πολιτισμό, αυτόν που εκφράζει το τώρα, αν δεν ανήκεις στο τώρα».

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Μ. Σάββατο 30 Απριλίου 2016

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

BHMAgazino
Σίβυλλα
Helios Kiosk