Δημοσθένης Κοκκινίδης: Προσθετική ζωγραφική

Και ξαφνικά τα καθαρά χρώματα του Δημοσθένη Κοκκινίδη (1929) φώτισαν το πρωθυπουργικό γραφείο στο Μέγαρο Μαξίμου και έλαμψαν στην πρώτη σελίδα της επικαιρότητας.

Και ξαφνικά τα καθαρά χρώματα του Δημοσθένη Κοκκινίδη (1929) φώτισαν το πρωθυπουργικό γραφείο στο Μέγαρο Μαξίμου και έλαμψαν στην πρώτη σελίδα της επικαιρότητας. Ολοι έμειναν στο φαινόμενο και λίγοι, μυημένοι, ήξεραν ότι αυτά τα έντονα χρώματα ήταν μία από τις πολλές «Διαμαρτυρίες» του ζωγράφου που φιλοτέχνησε αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, όταν οι πολίτες έβγαιναν στους δρόμους και ζητούσαν δημοκρατία. «Τις είπα έτσι για να μην τις πω διαδηλώσεις» μας είχε πει τον περασμένο Ιούνιο στον Πόρο και συμπλήρωσε: «Εγώ πάντα έργα-ταυτότητες έκανα». Και πράγματι, θα δυσκολευθούμε πάρα πολύ να σκεφθούμε κάποιον άλλον ζωγράφο που να προβαίνει σε τόσο έντονη και χρωματικά, διαμαρτυρόμενη ζωγραφική.
Ο δημιουργός αρνείται να αφαιρέσει με οποιονδήποτε τρόπο κάτι από τη μαγεία της ζωγραφικής. Εμμένει στα εξωτικά χρώματα του πραγματικού κόσμου που τον περιβάλλει. Δεκαετίες ολόκληρες αφοσιώθηκε στην προσθετική ζωγραφική, προσπερνώντας την αφαιρετική ζωγραφική που την εποχή κατά την οποία αναζητούσε τον δικό του ζωγραφικό δρόμο ηχούσε σαγηνευτικά στα αφτιά των νέων καλλιτεχνών. Ο ζωγράφος προσθέτει χρώματα, ένταση και συναίσθημα στην εικόνα των πραγμάτων. Προσθέτει, εν τέλει, μαγεία στον πραγματικό κόσμο μας. Μία από τις δύο βασικές ουσίες της τέχνης. Αλλά και η δεύτερη βασική ουσία της τέχνης, η ονειρική ερμηνεία του πραγματικού κόσμου, εμφανίζεται εξίσου έντονα στη ζωγραφική του Δημοσθένη Κοκκινίδη. Η ίδια ματιά, η ίδια ιδεολογία, η ίδια τεχνική διαπερνούν όλες τις ενότητες των έργων του, από τα αρχέγονα «Συνοικίες» και «Προσφυγικά» ως το «Βιετνάμ», τις «Ταυτότητες», τη «Μητρότητα», «…των δε κακών μνήμη» και «Από τον Πειραιά στις Κυκλάδες». Ειδικά τα «Λησμονημένα ρολά ζωγραφικής 1952-1974», η έκθεση που πραγματοποιείται στο Μουσείο Μπενάκη, είναι νομίζουμε τα πλέον αντιπροσωπευτικά της γραφής του ζωγράφου.
Απόηχος της Γενιάς του ’30


«Την εποχή του ’60» λέει ο ομότιμος καθηγητής της ΑΣΚΤ «κολυμπούσαμε όλοι στην αφαιρετική τέχνη. Αυτοί που έμειναν στην Ελλάδα, όπως εγώ, έμαθαν να κάνουν ανθρώπους και τη φύση. Αρνήθηκα να προσχωρήσω με τα όλα μου στην αφαιρετική τέχνη. Δεν μου έλεγε και πολλά πράγματα να πω την αλήθεια η απόλυτη αφαίρεση. Δηλαδή να κυνηγάς να βρεις το νόημα της εικόνας. Βέβαια ο άλλος σού λέει δεν χρειάζεται να ψάχνεις για νόημα. Σου αρέσει; Αυτό είναι. Είναι μια άποψη, σεβαστότατη».
Ο Δημοσθένης Κοκκινίδης είναι ζωντανός απόηχος της Γενιάς του ’30. Βαθύς γνώστης της ιστορίας της τέχνης, πιστεύει ότι η αφαίρεση ήταν μια επανάσταση που τάραξε τα νερά της ζωγραφικής στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όπως και τα άλλα ρηξικέλευθα κινήματα, ο κυβισμός, ο σουρεαλισμός, ο εξπρεσιονισμός. Και φυσικά, μετά τον Πόλεμο που γνώρισαν μεγάλες δόξες σε Ευρώπη και Αμερική, άγγιξαν τους τότε νέους ζωγράφους μέσω των δασκάλων τους. Η παρέα των Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Γιάννη Μόραλη, Διαμαντή Διαμαντόπουλου συνέχιζε να κυριαρχείται από την ιδεολογία της ελληνικότητας της Γενιάς του ’30 και να αναζητεί την ταυτότητα του δημιουργού που η τέχνη του ζει και εξελίσσεται αρμονικά με το περιβάλλον του. Ο ζωγράφος βρισκόταν στο εργαστήριο της Καλών Τεχνών, την πρώτη χρονιά που μπήκε για να διδάξει ο Γιάννης Μόραλης. Πεταγόταν όμως και δίπλα, στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου, για να παρακολουθήσει τα μαθήματα σχεδίου του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα.

«Το ’60 σηματοδοτεί μια αναστάτωση για εμάς»
θυμάται ο Δημοσθένης Κοκκινίδης. «Μας τραβάγανε οι δάσκαλοί μας, οι οποίοι ψάχνανε την ταυτότητα την ελλαδική, για να βρούμε στη ζωγραφική που κάνουμε μιαν απόχρωση ελλαδική. Εγώ είχα παρασυρθεί από αυτό. Γύριζα στις γειτονιές και ζωγράφιζα τη φτωχολογιά και το 1964 έκανα μια μεγάλη έκθεση στην γκαλερί Μέρλιν με τις «Συνοικίες» της Δραπετσώνας. Εκεί γεννήθηκα, σε πλίνθινο σπίτι, από πρόσφυγες γονείς. Φτώχεια μεγάλη».
Ταραχή καθαρών χρωμάτων


Πώς γίνεται ένας ζωγράφος που είναι τόσο επηρεασμένος από το «γκρίζο» κοινωνικό περιβάλλον της Κατοχής και των μεταπολεμικών χρόνων να κάνει τελικά τόσο πολύχρωμη τέχνη; «Στην αρχή τα χρώματα που δούλευα ήταν καφετιά. Προς το τέλος των σπουδών μου πάω στη Σίφνο και βλέπω αυτά τα λαμπερά χρώματα, τα ασβεστωμένα σπίτια, τις κόκκινες και πράσινες πόρτες που έβαφαν οι ψαράδες με τα περισσεύματα των μπογιών από τη βάρκα τους. Βλέπω και τα προσφυγικά, τα οποία οι πρόσφυγες βάφανε με ασβέστη, λουλάκι και χοντροκόκκινο. Αυτό με επηρεάζει όταν κάνω τις «Συνοικίες» και έτσι αρχίζει να ανοίγει η παλέτα μου».
Ο Μόραλης έλεγε στους φοιτητές του να βάζουν στα έργα τους τα καθαρά χρώματα, όπως το κόκκινο, ως μικρή ένδειξη για να ταράξουν τον χώρο. Φανταστείτε λοιπόν πόση ταραχή προκαλούν τα έργα του Κοκκινίδη που είναι φτιαγμένα μόνο με καθαρά χρώματα. Α, και πολλή μνήμη, που κι αυτή προκαλεί κύματα ταραχών. Κι ας ήταν καταχωνιασμένη στο πατάρι, όπως τα ξεχασμένα ρολά που εκτίθενται τώρα για να θυμίζουν ακριβώς το αντίθετο, ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε: «Εμεινα κι εγώ έκπληκτος όταν τα ανακάλυψε ο Κωνσταντίνος Φιολάκης από το ΜΙΕΤ που τακτοποιούσε το αρχείο μου. Τριάντα χρόνια τα είχα ξεχάσει κι εγώ. Κι όταν η Ελευθερία Γκούφα από το Μουσείο Μπενάκη έκανε καταπληκτική δουλειά και τα ξανάνιωσε, είπα: Και τώρα τι κάνουμε; Αφού είναι άγνωστα, δεν έχουν εκτεθεί ποτέ, και αφορούν και κάποιες περιόδους όπως της Χούντας που δεν πρέπει να ξεχαστεί, αξίζει τον κόπο να τα δείξουμε για να τα δει ο κόσμος».

πότε & πού:

Τα «Λησμονημένα ρολά ζωγραφικής 1952-1974» εκτίθενται στο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς 138) ως τις 31 Ιανουαρίου

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
  • Βηματοδότης Περί εκπροσώπων…έρημων και απρόσωπων Με αφορμή τα επαναλαμβανόμενα φαινόμενα πολιτικής κακοφωνίας και, αν μη τι άλλο, ατυχούς ενημέρωσης και... ΒΗΜΑτοδότης |
Σίβυλλα
Helios Kiosk