Η αποτελεσματική διαχείριση των κόκκινων δανείων και η επιστροφή των καταθέσεων αποτελούν τις δύο βασικές προτεραιότητες για τις τράπεζες μετά την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης.
Αυτό υποστήριξε ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Eurobank Θεόδωρος Καλαντώνης, μιλώντας σε ημερίδα που διοργάνωσε η ΕΣΕΕ.
Όπως είπε ο ίδιος χαρακτηριστικά, «η κατάσταση δεν είναι εύκολη. Το συνολικό ύψος των πάσης φύσεως μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, καθώς ξεπερνά τα 100 δισ. ευρώ, (επί συνόλου 206 δισ. Ευρώ δανείων) ή ποσοστό 55% του ΑΕΠ».
Πρόσθεσε ωστόσο πως παρά την αρνητική επίδραση και τη δυσλειτουργία που προκάλεσαν τα capital controls, ο ρυθμός αύξησης των επισφαλών δανείων δεν φαίνεται να επηρεάστηκε όσο αναμενόταν.
«Όσον αφορά στα δάνεια προς επιχειρήσεις, έχουμε δει ήδη την κορυφή του παγόβουνου. Ο ρυθμός σχηματισμού νέων καθυστερήσεων άνω των 90 ημερών ήδη κινείται σε μηδενικά ή και αρνητικά ποσοστά» τόνισε σχετικά.
Στο χώρο των ιδιωτών, υπογράμμισε ο κ. Καλαντώνης, οι καθυστερήσεις συνεχίζουν μεν να αυξάνονται αλλά με μειούμενο ρυθμό.
«Εκτιμούμε ότι το ποσό των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών θα φτάσει το μέγιστο σημείο του το καλοκαίρι του 2016, οπότε και θα σταθεροποιηθεί πριν ξεκινήσει η σταδιακή αποκλιμάκωσή του αργότερα» είπε ο κ. Καλαντώνης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πάντως, ότι αυτή η βελτίωση στο ρυθμό αύξησης των καθυστερήσεων, οφείλεται και στην υπεύθυνη στάση αρκετών οφειλετών οι οποίοι αντιμετώπισαν το πρόβλημα με πνεύμα συνεργασίας επ’ ωφέλεια και των δύο πλευρών».
Όπως είπε, σε μια αγορά που έχει ξεπεράσει προ πολλού τις αντοχές της, η συνεργασία μας αποτελεί επιτακτική ανάγκη και οφείλουμε όλοι να προσπαθήσουμε ώστε να αποφευχθεί η άδικη εξομοίωση εκείνων που αντιμετωπίζουν πραγματικά προβλήματα από τους «επαγγελματίες κακοπληρωτές».
Μόνο έτσι, τόνισε ότι θα δοθεί μια ουσιαστική ευκαιρία στις επιχειρήσεις εκείνες που μπορούν και πρέπει να προχωρήσουν σε αναγκαίες διαρθρωτικές κινήσεις.
Αναφερόμενος στο νέο Νόμο της Kυβέρνησης για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους, όσο και μια σειρά βελτιώσεων και αλλαγών που έχουν ήδη συντελεστεί στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και στο πτωχευτικό δίκαιο επιχειρήσεων, ο κ. Καλαντώνης υποστήριξε ότι δημιουργούν πλέον ένα περισσότερο ευέλικτο και δίκαιο πλαίσιο που θα επιτρέψει στις τράπεζες να διαχειριστούν το πρόβλημα πιο αποτελεσματικά:
α) προστατεύοντας εκείνους που αποδεδειγμένα έχουν ανάγκη και βρίσκονται σε πραγματική αδυναμία,
β) αλλά αυξάνοντας την πίεση προς εκείνους που μπορούν και πρέπει να αρχίσουν να πληρώνουν.
«Θα πρέπει επιτέλους να συμφωνήσουμε όλοι πως, όταν κάποιος –επιχείρηση ή ιδιώτης – μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς τις τράπεζες ή το δημόσιο και δεν το κάνει, τότε το πληρώνουν όλοι οι υπόλοιποι. Αυτό αποτελεί μια μεγάλη οικονομική και κοινωνική αδικία, την οποία πλέον μετά από έξι χρόνια κρίσης, δεν έχουμε την πολυτέλεια να ανεχόμαστε» υποστήριξε ο κ. Καλαντώνης.
Πρόσθεσε πάντως πως σε κάθε περίπτωση θα τεθούν κριτήρια, όπως η συνολική προηγούμενη συμπεριφορά του οφειλέτη, το ύψος, η διάρκεια και το ποσοστό αποπληρωμής του δανείου του, η οικογενειακή κατάσταση, καθώς και η αποδεδειγμένη κατοχή πλούτου.
«Με βάση τα κριτήρια αυτά, κάθε επιχείρηση αλλά και κάθε ιδιώτης, θα αξιολογείται ως προς τη δυνατότητα αλλά και τη διάθεση εξυπηρέτησης των οφειλών του με στόχο να βρεθεί μια αποδεκτή –και από τις δύο πλευρές – λύση» είπε ο κ. Καλαντώνης.
Και συμπλήρωσε πως οι οριζόντιες λύσεις, ευνοούν ορισμένους και αδικούν τους πολλούς, μα κυρίως αδικούν τους συνεπείς, τους οποίους δεν μας επιτρέπεται να αγνοούμε.
Οι καταθέσεις
Αναφερόμενος στις καταθέσεις, τόνισε ότι από την αρχή της κρίσης, το συνολικό ύψος των καταθέσεων της χώρας μειώθηκε κατά 120 δις ευρώ. Ιλιγγιώδες ποσό.
«Κατά το τελευταίο έτος μόνο, 45 δις ευρώ σε χαρτονομίσματα έφυγαν από τις τράπεζες, το 80% αυτών, ευτυχώς, παρέμεινε στη χώρα, στα σπίτια, στα χρηματοκιβώτια των εταιριών και στις τραπεζικές θυρίδες» είπε ο κ. Καλαντώνης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, είναι προφανές ότι η ρευστότητα αυτή (άνω του 25% του ΑΕΠ) που είναι εκτός τραπεζικού συστήματος, αν επέστρεφε πίσω στις τράπεζες, θα δρούσε καταλυτικά για την επανεκκίνηση της οικονομίας.
«Κατά την εκτίμησή μας, με την αποκατάσταση της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης, περίπου € 25 δις καταθέσεις μπορούν και πρέπει να επιστρέψουν εντός της επόμενης διετίας στο τραπεζικό σύστημα, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο τη ρευστότητα και την ικανότητά του να χρηματοδοτήσει την οικονομία» είπε ο κ. Καλαντώνης.
Όπως εξήγησε, «σίγουρα, η επιτυχημένη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών που μόλις ολοκληρώθηκε, θα βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση δεδομένου ότι απομακρύνθηκε οριστικά ο κίνδυνος κουρέματος των καταθέσεων. Όμως αυτό δεν αρκεί».
Υπογράμμισε πως για να επιταχυνθεί η αύξηση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, είναι επιτακτική ανάγκη να προχωρήσουμε άμεσα στην επόμενη φάση χαλάρωσης των capital controls, ξεκινώντας από την πλήρη απελευθέρωση των χρημάτων που, από τα σπίτια και τις θυρίδες, επιστρέφουν ξανά στο τραπεζικό σύστημα.
«Αυτό σημαίνει ότι το χαρτονόμισμα που επιστρέφει στο τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να είναι απολύτως ελεύθερο, να μην υπόκειται δηλαδή στους περιορισμούς των capital controls. Με άλλα λόγια, ο πελάτης θα μπορεί να ξαναπάρει σε χαρτονόμισμα οποιαδήποτε στιγμή το ποσό που καταθέτει, να το στείλει με έμβασμα στο εξωτερικό ή να κάνει πληρωμές στο εξωτερικό» είπε ο κ. Καλαντώνης.
Και κατέληξε τονίζοντας πως όσο βελτιώνεται η ρευστότητα των τραπεζών, τόσο θα ενισχύεται και η δυνατότητά τους να χρηματοδοτήσουν εκ νέου τις επιχειρήσεις και την οικονομία.

![Πώς θα ευρωποιήσετε τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο [πίνακες]](https://www.tovima.gr/wp-content/uploads/2025/09/10/ot_elvetiko_fragko2-90x90.jpg)

