Η βιομηχανία ζάχαρης «επηρέασε τις έρευνες για την τερηδόνα»

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η βιομηχανία ζάχαρης κατάφερε να πείσει την αμερικανική κυβέρνηση να μην πιέσει για μείωση της κατανάλωσης γλυκών, αλλά να αναζητήσει άλλες μεθόδους πρόληψης της τερηδόνας, αποκαλύπτει η εξέταση εσωτερικών εγγράφων.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η βιομηχανία ζάχαρης κατάφερε να πείσει την αμερικανική κυβέρνηση να μην πιέσει για μείωση της κατανάλωσης γλυκών, αλλά να αναζητήσει άλλες μεθόδους πρόληψης της τερηδόνας, αποκαλύπτει η εξέταση εσωτερικών εγγράφων.

Η νέα μελέτη, η οποία δημοσιεύεται στην αμερικανική επιθεώρηση «PLoS Medicine», δείχνει ότι το αμερικανικό Εθνικό Πρόγραμμα Τερηδόνας, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1971, βασίστηκε στις απόψεις της βιομηχανίας για το πού έπρεπε να στραφούν οι έρευνες κατά της τερηδόνας.

Η μελέτη βασίστηκε σε 319 έγγραφα της βιομηχανίας ζάχαρης, τα οποία χρονολογούνται στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και βρέθηκαν αποθηκευμένα σε βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Ίλινοϊ.

Τα ντοκουμέντα δείχνουν ότι «ένας εμπορικός οργανισμός που εκπροσωπούσε 30 διεθνείς εταίρους είχε αποδεχτεί ακόμα και από το 1950 το γεγονός ότι η ζάχαρη προκαλεί τερηδόνα».

Η βιομηχανία όμως κατάφερε να πείσει την αμερικανική κυβέρνηση να μην τα βάλει με τη ζάχαρη: το 1969, τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ αποφάσισαν ότι η μείωση της κατανάλωσης ζάχαρης, «αν και είναι θεωρητικά εφικτή», δεν θα ήταν πρακτική ως μέτρο δημόσιας υγείας.

Η μεγάλη παρέμβαση ήρθε δύο χρόνια αργότερα, το 1971, όταν οι υπεύθυνοι του Εθνικού Προγράμματος Τερηδόνας ζήτησαν προτάσεις για ερευνητικά προγράμματα, και τελικά αποδέχτηκαν το 78% των ερευνητικών προτεραιοτήτων που υπέβαλε η βιομηχανία.

Ο αποπροσανατολισμός των αρχών και του κοινού

«Έρευνες που θα μπορούσαν να είναι επιζήμιες για τα συμφέροντα της βιομηχανίας ζάχαρης παραλήφθηκαν από τις προτεραιότητες που καθορίστηκαν κατά την έναρξη του προγράμματος» γράφουν οι συντάκτες της νέας μελέτης στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο.

«Η βιομηχανία ζάχαρης δεν μπορούσε να αρνηθεί το ρόλο της σουκρόζης [επιτραπέζιας ζάχαρης] στην εμφάνιση τερηδόνας, δεδομένου ότι υπήρχαν επιστημονικές ενδείξεις». Θέλοντας όμως να αποπροσανατολίσει τόσο τους επιστήμονες όσο και την κοινή γνώμη, η βιομηχανία έστρεψε την προσοχή σε μεθόδους που θα περιόριζαν τις επιπτώσεις της ζάχαρης, αντί να μειώσουν την κατανάλωσή της.

Για παράδειγμα, η βιομηχανία ζάχαρης χρηματοδότησε μελέτες σε ένζυμα που θα διασπούσαν την βακτηριακή πλάκα στο στόμα, ακόμα και σε εμβόλια κατά της τερηδόνας. Αναμείχθηκε όμως και άμεσα στην κυβερνητική πολιτική, καθώς όλα πλην ενός τα μέλη μιας επιτροπής ειδικών στο Εθνικό Ινστιτούτο Οδοντιατρικής Έρευνας ήταν επίσης μέλη μιας αντίστοιχης επιτροπής της βιομηχανίας.

«Οι τακτικές αυτές παρουσιάζουν εντυπωσιακή ομοιότητα με αυτές που εφάρμοζε η καπνοβιομηχανία την ίδια περίοδο» σχολιάζει στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Στάντον Γκλαντζ, μέλος της ερευνητικής ομάδας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, λένε οι ερευνητές, οι ερευνητικές προσπάθειες που προώθησε η βιομηχανία «απέτυχαν να οδηγήσουν σε αποτέλεσμα» όσον αφορά την καταπολέμηση της τερηδόνας, από την οποία πάσχουν σήμερα περίπου οι μισοί ενήλικες στις ΗΠΑ.

Σήμερα, η αιτιακή σχέση της ζάχαρης με την εμφάνιση τερηδόνας είναι καλά τεκμηριωμένη, και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει θέσει ανώτατο συνιστώμενο όριο στην κατανάλωση «ελεύθερων», ή πρόσθετων, σακχάρων.

Όπως σχολίασε η Κρίστιν Κιρς, πρώτη συγγραφέας της μελέτης, «είναι απογοητευτικό να συνειδητοποιούμε ότι οι πολιτικές που συζητάμε σήμερα θα μπορούσαν να είχαν διευθετηθεί πριν από 40 και πλέον χρόνια».

Science
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk