Εξω από ένα καφέ, κάτω από έναν γενναιόδωρο ήλιο, χαμογελαστές λοβοτομημένες φατσούλες κοιτούν από απόσταση αναπνοής την οθόνη του κινητού τους. Την κοιτούν σαν να θέλουν να της κάνουν έρωτα. Φλερτάρουν μαζί της, προσπαθούν να κρύψουν τις ατέλειες που τους έχουν κληροδοτήσει τα γονίδιά τους, όλα αυτά που στο τέλος θα νικήσει το φίλτρο της φωτογραφίας, η γωνία του φακού, η ασάφεια της εικόνας. Από πίσω τους, διακρίνεται ένας ήρεμος δρόμος· ένας ανησυχητικά ήρεμος δρόμος. Μια κανονική εικόνα μιας κανονικής πόλης οπουδήποτε στον κόσμο. Μόνο που για αυτές τις selfies, ακόμη και ο ίδιος ο Νάρκισσος θα μπορούσε να κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας –αν δεν φοβόταν μήπως σπάσει η επιδερμίδα του.
Πίσω από τους ανθρώπους που ήθελαν να σημαδέψουν με μια φωτό το «ήμουν και εγώ εκεί», την προηγούμενη Δευτέρα, πέθαιναν άνθρωποι, κατά τη διάρκεια της αιματηρής ομηρείας σε καφέ, στο κέντρο του Σίδνεϊ. Δεν ήταν οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι που έβαλαν την ψηφιακή ζωή τους πάνω από την κανονική. Πρόσφατα, μια φίλη μού διηγήθηκε έντρομη (για το ανθρώπινο είδος) πως έπειτα από την αναίμακτη ανατροπή του αυτοκινήτου της είδε τον κόσμο ανάποδα. Κυριολεκτικά: Από την άβολη θέση του ανάποδου οχήματος, είδε τρία αυτοκίνητα να κόβουν ταχύτητα για να βγάλουν φωτογραφία το θέαμα και έπειτα να εξαφανιστούν –προφανώς για να ανεβάσουν το θέαμα στα social media. Το τέταρτο σταμάτησε για να βοηθήσει πραγματικά. Εχω βρεθεί σε βαρετά πάρτι, τα οποία αν τα δεις μέσα από το πρίσμα των social media ήταν το καλύτερο γεγονός της τελευταίας δεκαετίας. Εχω δει ανθρώπους να χασμουριούνται από ανία, τη στιγμή που πληκτρολογούν πόσο υπέροχα περνούν. Σε μια συναυλία τις προάλλες, δεν μπορούσες να δεις τη σκηνή από τα κινητά που λειτουργούσαν ως ένα υποκατάστατο του κανονικού βλέμματος.
Τι έχουµε πάθει; Ζούμε στην καλύτερη εποχή της Ιστορίας και εξελισσόμαστε στα μεγαλύτερα καθίκια της Ιστορίας. Η συναισθηματική νοημοσύνη, η έννοια της ενσυναίσθησης, του πόνου του άλλου, έχει εξαφανιστεί κάτω από τον πανικό της διαρκούς ανάγκης τού να «είσαι εκεί», να «έχεις άποψη για όλα», να «εμφανίζεσαι, άρα να υπάρχεις». Ορισμένοι άνθρωποι μοιάζουν ικανοί να φωτογραφήσουν και τον δικό τους θάνατο –αν δεν ήταν απασχολημένοι με το να πεθάνουν.
Πρόσφατα, κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο «Ο Κύκλος» του Ντέιβ Εγκερς (εκδ. Κέδρος). Χωρίς να είναι λογοτεχνικά άρτιο, το παγκόσμιο αυτό μπεστ σέλερ περιγράφει απολαυστικά τη ζωή στο φανταστικό –αλλά ίσως όχι μακρινό –μέλλον. Σύμφωνα με τη μυθοπλασία, η εταιρεία Ο Κύκλος (που μοιάζει ανησυχητικά με την Google), μια μοντέρνα εταιρεία με γυάλινα γραφεία, αθλοπαιδιές και πολύχρωμες εγκαταστάσεις, κρυμμένη πίσω από επιχειρήματα για τη «χαρά τού να μοιράζεσαι», θα κάνει σταδιακά όλο και πιο αδύνατο το να μην υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στην ψηφιακή και στην κανονική ζωή.
Οι πολιτικοί είναι οι πρώτοι που πειραματίζονται με κάμερες που ενσωματώνονται πάνω τους και τους επιτρέπουν να δείχνουν πώς ζουν 24/7 σε συνθήκες «πλήρους διαφάνειας» (φαντάζεστε το κανάλι του Αδωνι Γεωργιάδη;). Οι υπάλληλοι χάνουν πόντους στην ιεραρχία αν ασχολούνται με ζητήματα όπως η φροντίδα των γονιών τους και ξεχνούν να ενημερώσουν για την πορεία της ημέρας τους στα social media. Σιγά σιγά, γίνεται παράνομο το να μην είσαι ενεργός στον κύκλο των social media γιατί «εσύ τι έχεις να κρύψεις;». Δεδομένου πως το κάθε πραγματικό έτος μοιάζει με δεκαετίες σε τεχνολογικό χρόνο, μπορούν να συμβούν όλα αυτά το 2015; Αν δεν μπει ένα αναλογικό όριο στην ψηφιακή ζωή του καθενός, ασφαλώς και μπορούν.
Τεχνοφοβικές ανοησίες ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν πως η εποχή αλλάζει, ακούγεται από το βάθος (του timeline). Σύµφωνοι, όλα αυτά είναι ανήκουστα. Οπως ανήκουστο είναι άνθρωποι να βγάζουν χαµογελαστά selfies, ενώ δίπλα τους συνάνθρωποι πεθαίνουν.

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ