Καπιταλισμός ή κομμουνισμός στην αθλητική βιομηχανία;

Η παγκοσμιοποίηση και η κυριαρχία της τηλεόρασης την τελευταία 20ετία γιγάντωσαν μια ούτως ή άλλως ισχυρή βιομηχανία: την αθλητική, που εξαπλώνεται με ταχύτατους ρυθμούς δημιουργώντας ένα αχανές πεδίο εμπορικής δραστηριότητας.

Η παγκοσμιοποίηση και η κυριαρχία της τηλεόρασης την τελευταία 20ετία γιγάντωσαν μια ούτως ή άλλως ισχυρή βιομηχανία: την αθλητική, που εξαπλώνεται με ταχύτατους ρυθμούς δημιουργώντας ένα αχανές πεδίο εμπορικής δραστηριότητας.
Εταιρείες αθλητικών προϊόντων οι οποίες είναι αποφασισμένες να κάνουν τα πάντα για την προβολή τους, σπόνσορες, τηλεοπτικά δικαιώματα, συνδρομητικά κανάλια, εισιτήρια, νέες λίγκες σε πολλά αθλήματα, μάνατζερ, στοιχηματικές εταιρείες τριγυρίζουν πάνω από μια μπάλα όπως οι μέλισσες γύρω από τα λουλούδια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το μέλι είναι το χρήμα που παράγεται από τη γύρη των γηπέδων.
To καλύτερο σύστημα


Και εδώ προκύπτει εσχάτως ένα μείζον για το μέλλον του αθλητισμού και ιδιαίτερα των μεγάλων ευρωπαϊκών λιγκών ζήτημα που προκαλεί ανησυχία για το μέλλον, οδηγεί σε συγκρίσεις και φέρνει στον χώρο του (πρωτ)αθλητισμού το αιώνιο ερώτημα για το ποιο πολιτικό – οικονομικό σύστημα είναι το ορθότερο και δικαιότερο. Θα αναρωτηθείτε: Εχει θέση η πολιτική στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ, στο βόλεϊ και γενικότερα στον αθλητισμό; Σαφώς και όχι, όμως έχουν κυρίαρχη θέση τα πολιτικά συστήματα, διότι από αυτά προέρχονται οι κανόνες που διέπουν τα πρωταθλήματα.
Είναι λοιπόν αξιοκρατικό το καπιταλιστικό σύστημα που επικρατεί στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο; Βοηθά στον ανταγωνισμό ή τον καταπνίγει; Δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλες τις ομάδες ή δημιουργεί καθεστώτα και (ανά επίπεδα) μικρούς – αλλά και μεγάλους – τυράννους; Ή μήπως το «κομμουνιστικό» σύστημα που έχουν επιλέξει οι (ποιος θα το έλεγε) Αμερικανοί είναι πιο δίκαιο και πιο αποτρεπτικό σε κάθε μορφή ευνοιοκρατίας;
Οι φωνές που αμφισβητούν την αξιοκρατία του ευρωπαϊκού συστήματος και υποστηρίζουν ότι τα πρωταθλήματα των ΗΠΑ αποτελούν οργανισμούς πρόνοιας όπου η επιτυχία «τιμωρείται» και η αποτυχία «επιβραβεύεται» πληθαίνουν. Ιδιαίτερα για τη μέθοδο, το λεγόμενο «financial fair play» (οικονομικό ευ αγωνίζεσθαι), με την οποία η UEFA και ο πρόεδρός της κ. Μισέλ Πλατίνι πραγματοποιούν στο Τσάμπιονς Λιγκ τον καταμερισμό των χρημάτων στις ομάδες που συμμετέχουν. Σε βάθος χρόνου οι πριμοδοτήσεις που κάνει η UEFA φαίνεται ότι δημιουργούν ένα κλειστό κλαμπ που κυριαρχεί στον ευρωπαϊκό χάρτη του ποδοσφαίρου και παράλληλα επηρεάζει σε βαθμό που αγγίζει τα όρια αλλοίωσης τα εθνικά πρωταθλήματα. Μάλιστα στη δεύτερη περίπτωση η επίδραση είναι αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους κάθε πρωταθλήματος. Οσο μικρότερη ως αγορά είναι η εθνική διοργάνωση τόσο μεγαλύτερο είναι το πλεονέκτημα που αποκτά η ομάδα η οποία αγωνίζεται στο Τσάμπιονς Λιγκ και απολαμβάνει τα οικονομικά οφέλη της συμμετοχής της.
Ο κ. Μισέλ Πλατινί καλείται συχνά να λογοδοτήσει για την οικονομική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας και χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η συνέντευξη που έδωσε πριν από έναν χρόνο στην «Daily Mail». Ο γάλλος πρόεδρος της UEFA δέχθηκε στις 24 Μαΐου 2013 ασφυκτικό πρέσινγκ από τον διευθυντή του αθλητικού τμήματος της αγγλικής εφημερίδας κ. Μάρτιν Σάμιουελ για το οικονομικό σύστημα διαχείρισης που υιοθέτησε στο Τσάμπιονς Λιγκ. Ο άγγλος δημοσιογράφος επέμενε ότι οι κανονισμοί έχουν γιγαντώσει οικονομικά, επομένως και αγωνιστικά, ορισμένες ομάδες, με αποτέλεσμα τα εθνικά πρωταθλήματα να έχουν απαξιωθεί και ανέφερε ως παραδείγματα τη Σκωτία και τη Σέλτικ, τη Λευκορωσία, όπου η Μπάτε Μπορίσοβ έχει κατακτήσει επτά σερί πρωταθλήματα, αλλά και την Ελλάδα, όπου ο Ολυμπιακός έχει κατακτήσει 16 από τα τελευταία 18 πρωταθλήματα. «Και αυτό ονομάζεται fair play; Τα πρωταθλήματα στη Σκωτία και ακόμη χειρότερα στην περίπτωση της Ελλάδας καταρρέουν. Πώς θα το αντιμετωπίσετε αυτό;» επέμεινε ο κ. Σάμιουελ, αποσπώντας από τον Πλατινί την ομολογία προβλήματος σε αυτό το επίπεδο, αν και ο Γάλλος επιχείρησε να αναλύσει το θέμα με παραδείγματα από το υψηλότερο επίπεδο αναφέροντας ότι σημαντικό ρόλο παίζουν για τα έσοδα και την ισχυροποίηση των ομάδων τα γήπεδα. Οπου εν προκειμένω ο Ολυμπιακός με το «Γεώργιος Καραϊσκάκης» έχει επίσης τεράστιο πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων ομάδων.
Στα τέλη Απριλίου το θέμα έθιξε με ολοσέλιδο κείμενό της η γαλλική εφημερίδα «L’ Equipe», η οποία τόνιζε την ισχυροποίηση ορισμένων μεγάλων κλαμπ όπως οι Μπάγερν, Ρεάλ, Μπαρτσελόνα, Τσέλσι και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, που ουσιαστικά μονοπωλούν τις θέσεις της πρώτης οκτάδας του Τσάμπιονς Λιγκ, με ελάχιστες φωτεινές, σαν φωτοβολίδες, εξαιρέσεις. Φυσικό επόμενο είναι η Μπάγερν να κυριαρχεί στη Γερμανία και να είναι σταθερά σε ημιτελικούς και τελικούς του Τσάμπιονς Λιγκ όταν πέρυσι, π.χ., εισέπραξε 55 εκατ. ευρώ για την κατάκτηση της διοργάνωσης. Μάλιστα οι Βαυαροί μπορούν να θεωρηθούν και άτυχοι διότι, μολονότι πρωταθλητές, το ταμείο τους δεν ήταν στο τέλος της σεζόν το πιο γεμάτο, αφού έπρεπε να μοιραστούν τα χρήματα που αναλογούσαν στη Γερμανία με την Μπορούσια Ντόρτμουντ, η οποία ήταν φιναλίστ, και με τη Σάλκε. Τουναντίον η Γιουβέντους αποκόμισε 65,3 εκατ. ευρώ γιατί πολύ απλά μόνο η Μίλαν προκρίθηκε από τους ομίλους αλλά αποχώρησε από τον πρώτο νοκ άουτ αγώνα (φάση 16).
Το άδικο μάρκετ πουλ


Το τελευταίο κριτήριο, το επονομαζόμενο μάρκετ πουλ, δημιουργεί ίσως τη μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ των ομάδων που εκπροσωπούν μικρά πρωταθλήματα και των υπολοίπων που συμμετέχουν σε αυτά. Η UEFA πριμοδοτεί τους συμμετέχοντες στο Τσάμπιονς Λιγκ με ένα σταθερό ποσό και από εκεί και πέρα προσθέτει χρήματα ανάλογα με τους βαθμούς και την πορεία των ομάδων στη διοργάνωση αλλά και το μάρκετ πουλ, δηλαδή το ποσό που αναλογεί σε κάθε χώρα. Αν είναι μία η ομάδα το εισπράττει ολόκληρο εκείνη, ενώ αν είναι δύο δίνεται εξ ημισείας και πάει λέγοντας αν είναι τρεις, τέσσερις κτλ.
Τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης καπιταλιστικής, θα λέγαμε, οικονομικής πολιτικής είναι η αιτία που πολλαπλασιάζονται οι… αντιπολιτευόμενοί της και ολοένα αυξάνονται οι συγκρίσεις με το ΝΒΑ και τις υπόλοιπες, άγνωστες σε εμάς, λίγκες των Αμερικανών.


Η άλλη λύση
Το «κλειστό» αμερικανικό μοντέλο

Στα εθνικά πρωταθλήματα αν καταλάβεις τις τελευταίες θέσεις θα υποβιβαστείς στην αμέσως μικρότερη κατηγορία – στα μέρη μας βεβαίως για φορολογικούς λόγους ο υποβιβασμός συνήθως αποτελεί κατρακύλα πολλών κατηγοριών – με ό,τι συνεπακόλουθο έχει αυτό οικονομικά. Σκεφτείτε στο ΝΒΑ να πρέπει να υποστούν το ίδιο οι Μιλγουόκι Μπακς και οι Φιλαδέλφεια 76ερς και να βρεθούν σε μια από τις μικρότερες και παντελώς αδιάφορες Λίγκες, που χρησιμεύουν ως πεδίο εξέλιξης παικτών και ανεύρεσης λύσεων των ομάδων του ΝΒΑ!
Παράλληλα στο ΝΒΑ, όπου οι Μαϊάμι Χιτ εισέπραξαν από τη λίγκα για να μοιραστούν οι παίκτες της ομάδας ως πρωταθλητές μόλις 2,7 εκατ. ευρώ (αντίστοιχα στο MLB οι Μπόστον Ρεντ Σοξ πήραν για τους παίκτες τους 14,5 εκατ. ευρώ), ακόμη και αγωνιστικά οι καλύτεροι κερδίζουν λιγότερα γιατί προτεραιότητα έχει ο ανταγωνισμός. Σε αυτή τη λογική η χειρότερη ομάδα θα επιλέξει πρώτη στο ντραφτ, οπότε θα έχει την ευκαιρία να προσθέσει στο ρόστερ της ό,τι καλύτερο προέρχεται από το κολεγιακό πρωτάθλημα και θα ισχυροποιηθεί αγωνιστικά.
Επομένως μήπως μια κλειστή λίγκα, ανάλογη του ΝΒΑ, που θα έχει κεντρική διαχείριση των εσόδων είναι η καλύτερη λύση για ένα ανταγωνιστικό πρωτάθλημα; Ισως ναι! Αλλά δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι στην περίπτωση των Αμερικανών έχουμε να κάνουμε με εθνικά πρωταθλήματα, ενώ στην Ευρώπη το Τσάμπιονς Λιγκ είναι μια διοργάνωση που διεξάγεται παράλληλα με εκατοντάδες εθνικά πρωταθλήματα. Αρα μάλλον πρέπει να λυθούν τα προβλήματα της ενοποιημένης Ευρώπης και μετά να απαντήσουμε αν στις διοργανώσεις ταιριάζει καλύτερα το «καπιταλιστικό» οικονομικό σύστημα ή το «κομμουνιστικό». Ως τότε η όποια επόμενη αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης των (τεράστιων) εσόδων πιθανότατα να προκαλέσει άλλα προβλήματα και ανισότητες…

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αθλητισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk