Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το περιποιημένο περιβάλλον του John’s καφέ στη συμβολή της 66ης Οδού με το Μπρόντγουεϊ υποδεχόταν κάθε πρωί έναν αστυνομικό, πασίγνωστο στην υφήλιο για τον αδιάφθορο χαρακτήρα του. Ο Αλ Πατσίνο είχε «μπει» τόσο πολύ στον ρόλο του Σέρπικο, που ξάφνιαζε κάθε πρωί τον έλληνα ιδιοκτήτη του John’s Ευάγγελο Μπουρλότο, με το σοβαρό ύφος που τον κοίταζε όταν παράγγελνε τον καφέ του. Ο ίδιος θυμάται ακόμη και σήμερα τις πολλές (και πάντοτε ενδιαφέρουσες) συναντήσεις του με τον Αλ Πατσίνο, την περίοδο που ολόκληρη η Νέα Υόρκη μύριζε… Ελλάδα.

Εσωτερική άποψη του John’s coffee shop στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στα δεξιά διακρίνεται ο ελληνικής καταγωγής τηλεπαρουσιαστής ειδήσεων του ABC, Ένρι Ανέστος, ένας από τους πολλούς διάσημους θαμώνες του καφέ (Joanna Tully).
Εστιατόρια, diners, παντοπωλεία, φούρνοι. Οι ελληνικές επιχειρήσεις της περιόδου ήταν αμέτρητες και μαζί τους έφερναν την προσωπικότητα και τη «ζεστασιά» που απαθανάτισε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 αλλά και τα επόμενα χρόνια η φωτογράφος Κέι Ζακαριάσεν στους δρόμους του Μανχάταν και του Κουίνς. Τις φωτογραφίες αυτές μοιράστηκε η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, τιμώντας πρόσφατα τον «μήνα ελληνικής κληρονομιάς».
«Είναι υπέροχο να βλέπω τον πατέρα μου μπροστά στο Μητροπολιτικό Μουσείο να πουλά χοτ ντογκ. Μου φέρνει τόσες αναμνήσεις» λέει σήμερα στο «Βήμα» ο Φώτης Βέλης, που μαζί με τη κόρη του Φρανσίν υποδέχθηκαν τις προηγούμενες ημέρες με ενθουσιασμό τη σχετική ανάρτηση της Βιβλιοθήκης.

Ο Αναστάσιος Βέλης στο καρότσι του στη Νέα Υόρκη περί τα τέλη του 1970 (Φωτογραφικό αρχείο Αναστάσιου Βέλη).
Στα φωτογραφικά ντοκουμέντα, ο Φώτης και η Φρανσίν αναγνώρισαν έναν κύριο με σκούρα μπλε ουσανκά και λευκή ποδιά να χαμογελά δίπλα στο καροτσάκι του με την κίτρινη ομπρέλα της Sabrett, της εμβληματικής νεοϋορκέζικης μάρκας χοτ ντογκ, με φόντο την πρόσοψη του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης, μια ηλιόλουστη μέρα του 1976. Ο κύριος της φωτογραφίας ήταν ο Αναστάσιος Βέλης, πατέρας του Φώτη και παππούς της Φρανσίν.
Μοναδικό αρχείο της ελληνικής παρουσίας
Το πορτρέτο δρόμου του Αναστάσιου Βέλη ανήκει ακριβώς στη συλλογή που δώρισε το 2022 η Κέι Ζακαριάσεν στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για ένα μοναδικό αρχείο με περίπου 400 έγχρωμες διαφάνειες, αρνητικά, φωτοαντίγραφα, απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις και ερευνητικό υλικό από ένα φωτογραφικό δοκίμιο του 1976 για την ελληνική διασπορά της Νέας Υόρκης.
Στους φακέλους της Ζακαριάσεν, δίπλα στις φωτογραφίες σώζονται και οι φωνές των ίδιων των ανθρώπων: οι μεταγραμμένες – αλλά όχι ακόμα ψηφιακά διαθέσιμες – συνεντεύξεις ιδιοκτητών και εργαζομένων με τα ονόματά τους, τον τόπο καταγωγής τους στην Ελλάδα και την επιχείρηση όπου δούλευαν. Η Ζακαριάσεν, μετέπειτα επιμελήτρια φωτογραφίας στο περιοδικό «Natural History» του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της Νέας Υόρκης, είχε ήδη από τα φοιτητικά της χρόνια στρέψει το ενδιαφέρον της στις μεταναστευτικές κοινότητες των ΗΠΑ.
Ο σύζυγός της, Ντέιβιντ Χάνσον, λέει στο «Βήμα» πως όταν η Ζακαριάσεν εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, εντυπωσιάστηκε από το πόσο βαθιά είχαν ριζώσει οι Ελληνες στον κόσμο των diners και των μικρών μαγαζιών της πόλης. Πράγματι, σύμφωνα με μια έρευνα του 1972 που διεξήγαγε το Τμήμα Εύρεσης Εργασίας της Ελληνοαμερικανικής Επιτροπής Δράσης Γειτονιάς, το 92% των εστιατορίων στους πέντε δήμους της Νέας Υόρκης και στις γύρω περιοχές είτε ανήκαν είτε «έτρεχαν» από έλληνες μετανάστες.
Από τη Ναύπακτο στο μεγάλο ταξίδι
Κάθε ιστορία διαφορετική. Πολλές από αυτές εντυπωσιακές. Πριν βρεθεί πίσω από το μεταλλικό καροτσάκι πουλώντας παντός καιρού χοτ ντογκ στο Μητροπολιτικό Μουσείο και σε άλλα πολυσύχναστα σημεία της Νέας Υόρκης, ο Αναστάσιος Βέλης είχε προσπαθήσει να στεριώσει στη γενέτειρά του, τη Ναύπακτο. Είχε δουλέψει στα υπεραστικά λεωφορεία, είχε φέρει το πρώτο ταξί στην πόλη – η οικογένειά του θυμάται ακόμη τη Chevrolet Bel-Air του 1956 –, ενώ μετέπειτα άνοιξε καφενείο. Τίποτα, όμως, από όλα αυτά δεν του έδωσε τη σταθερότητα που χρειαζόταν ο ίδιος για να μεγαλώσει την οικογένειά του.

Ο Αναστάσιος Βέλης με τη Chevrolet Bel-Air του 1956 στη Ναύπακτο τη δεκαετία του 1960 (Φωτογραφικό αρχείο Αναστάσιου Βέλη).
Ο γιος του, ο Φώτης, θυμάται μια ζωή οργανωμένη γύρω από την εργασία. Οταν ο πατέρας του έφτασε στη Νέα Υόρκη το 1966 με το «Ολυμπία», το «ασύγκριτον υπερωκεάνιον» που μετέφερε χιλιάδες Ελληνες στην Αμερική τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ήταν ήδη 35 ετών. Ταξίδευε μαζί με τη σύζυγό του, την Αγλαΐα, τα δύο παιδιά τους, τον επτάχρονο Φώτη και τη δεκάχρονη αδελφή του, και ένα τσεκ 150 δολαρίων στο όνομά του. Ούτε η ηλικία του ούτε το γεγονός ότι είχε ήδη οικογένεια τον προστάτευαν από τη σκληρή απόφαση της μετανάστευσης.
Στην ιστορία του Βέλη υπάρχει ένα επεισόδιο σχεδόν απίθανο, από εκείνα που δείχνουν ότι η μετανάστευση δεν γράφεται μόνο από πολιτικές αποφάσεις και οικονομικές ανάγκες αλλά και από τυχαίες επιστροφές του παρελθόντος. Οταν πήγε στην αμερικανική πρεσβεία για να βγάλει χαρτιά, η ουρά ήταν μεγάλη και οι πιθανότητες να αποκτήσει τη βίζα μετανάστευσης μικρές. Ενας φαντάρος που επέβλεπε την κατάσταση τον ξεχώρισε και τον πέρασε μπροστά. Ο Βέλης δεν κατάλαβε γιατί. Αργότερα έμαθε ότι χρόνια πριν, ο ίδιος είχε μεταφέρει με το ταξί τη μητέρα του φαντάρου σε νοσοκομείο στην Αθήνα.
«Από τις έξι το πρωί ως τις δώδεκα το βράδυ»
Το πρώτο βήμα του Αναστάσιου Βέλη στη Νέα Υόρκη ήταν ένα ελληνικό εστιατόριο. Οπως θυμάται ο γιος του, δούλευε «από τις έξι το πρωί ως τις δώδεκα το βράδυ, έξι μέρες την εβδομάδα». Η Κυριακή ήταν η μοναδική του αργία. Ο μισθός του ήταν 60 δολάρια την εβδομάδα. «Δυσκολευόταν να πληρώσει το νοίκι». H πρώτη χαραμάδα εξόδου από την επισφάλεια ήρθε μέσα από μια μικρή αγγελία σε ελληνική εφημερίδα. «Γίνε αφεντικό του εαυτού σου» έγραφε, δίπλα σε μια εικόνα από καντίνα με χοτ ντογκ.
Ο παππούς μου άφησε την Ελλάδα, το σπίτι που αγαπούσε, για να μπει στο άγνωστο. Κουβαλούσε θάρρος και αποφασιστικότητα για να χτίσει κάτι για την οικογένειά του.
Ο Βέλης αποφάσισε να κάνει το επόμενο βήμα. Εφτιαξε το δικό του καροτσάκι και σιγά-σιγά έστησε τη δική του μικρή επιχείρηση. Δεν σταμάτησε να δουλεύει σκληρά. Απλώς ο κόπος του απέκτησε άλλη μορφή. Από εργάτης κάποιου άλλου έγινε άνθρωπος του δρόμου με δικό του μεροκάματο, δικό του ρίσκο, δική του ευθύνη. Αργότερα απασχόλησε και άλλους. Για την οικογένεια, εκείνο το βήμα αποτέλεσε την αρχή μιας νέας ζωής με μόχθο αλλά μεγαλύτερη σταθερότητα.
«Ο παππούς μου άφησε την Ελλάδα, το σπίτι που αγαπούσε, για να μπει στο άγνωστο» αναφέρει στο «Βήμα» η Φρανσίν. «Κουβαλούσε θάρρος και αποφασιστικότητα για να χτίσει κάτι για την οικογένειά του». Το αποτέλεσμα, όπως το βλέπει σήμερα, δεν είναι μόνο ότι «τα κατάφερε». Είναι ότι ο δικός του κόπος επέτρεψε σε άλλους να ζήσουν αλλιώς. «Η δική μου καριέρα ως δικηγόρου στη Νέα Υόρκη και στο Νιου Τζέρσεϊ κατέστη δυνατή χάρη στα θεμέλια που εκείνος δημιούργησε. Η θυσία και το θάρρος του άλλαξαν την πορεία της ζωής μας μέσα στις επόμενες γενιές» συμπληρώνει.
Η Αμερική δεν αντικατέστησε ποτέ για εκείνον τη γενέτειρά του. Η Φρανσίν πιστεύει ότι ο παππούς της «νοστάλγησε την Ελλάδα από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο “Ολυμπία”». Η φράση μοιάζει στερεοτυπική, αλλά ποιος είπε ότι τα στερεότυπα έπεσαν από τον ουρανό; «Υπάρχει μια ομορφιά στη Ναύπακτο που μένει μαζί σου. Οι άνθρωποι, η παραλία, το τοπίο. Ολα εκεί μοιάζουν πιο αργά, πιο γαλήνια, σαν να είναι έτσι όπως πρέπει να είναι» αναφέρει η Φρανσίν.
Ισως γι’ αυτό, έπειτα από τριάντα χρόνια σκληρής δουλειάς στους δρόμους της Νέας Υόρκης, ο κ. Βέλης πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Τον ερχόμενο Νοέμβριο ο χαμογελαστός κύριος με την ουσανκά και τη λευκή ποδιά δίπλα στο καροτσάκι με τα χοντ ντογκ, όπως τον απαθανάτισε πριν μισό αιώνα η Ζακαριάσεν, θα γιορτάσει τα ενενηκοστά έβδομα γενέθλιά του. «Είναι ο καλύτερος πατέρας που θα μπορούσε να έχει κανείς. Δούλεψε πολύ σκληρά για την οικογένειά του και δεν θα μπορούσα να ζητήσω καλύτερο πατέρα» λέει στο «Βήμα» ο Φώτης.
Ο…Σέρπικο και ο Μίκης Θεοδωράκης
Η ιστορία του Ευάγγελου Μπουρλότου φωτίζει μια άλλη όψη του «ελληνικού» Μανχάταν, αυτή του περιβόητου κόσμου των diners και των coffee shops. Ο κ. Μπουρλότος έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες από τον Πειραιά σε ηλικία 15 ετών. Θυμάται τη μετανάστευση ως περιπέτεια αλλά και ως ρήγμα. «Ημουν συντετριμμένος» αναφέρει στο «Βήμα». Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Μπρούκλιν και εκείνος ξεκίνησε το σχολείο. «Ο κόσμος μου είχε χαθεί, αλλά αποφάσισα να δουλέψω σκληρά σε όλα τα επίπεδα». Η φράση αυτή περιγράφει με ακρίβεια εκείνη τη μορφή μετανάστευσης που βιώνεται στην εφηβεία. Αρκετά νωρίς ώστε να μπορέσεις να προσαρμοστείς, αρκετά αργά ώστε να ξέρεις πολύ καλά τι έχεις αφήσει πίσω.

Εξωτερική άποψη του John’s coffee shop στις αρχές της δεκαετίας του 1990 (Joanna Tully).
Με περιορισμένα αγγλικά αλλά με αποφασιστικότητα μπήκε γρήγορα στον κόσμο της εστίασης. Βρήκε δουλειά στο John’s. «Εκείνη την εποχή δεν είχα καταλάβει πού ακριβώς ήμουν». Κι όμως, ήταν στην καρδιά ενός άλλου Μανχάταν: απέναντι από το Juilliard, δίπλα στο Λίνκολν Σέντερ, κοντά στη Μητροπολιτική Οπερα και στο New York State Theater.
«Τους είδα χωρίς να πληρώσω εισιτήριο»
Από εκείνο το σημείο είδε μια Νέα Υόρκη που οι περισσότεροι απλώς φαντάζονται. Επειδή γνώριζε τους πάντες στη γειτονιά, κατάφερνε να βλέπει παραστάσεις χωρίς να πληρώνει. «Είδα τον Παβαρότι, τον Πλάσιντο Ντομίνγκο και τον Χοσέ Καρέρας ζωντανά, χωρίς να πληρώσω εισιτήριο». Θυμάται ακόμη τον Μίκη Θεοδωράκη και τον ενθουσιασμό που προκάλεσε στην ελληνική κοινότητα. Η πόλη ήταν σκληρή, αλλά άφηνε και μικρά ανοίγματα πολιτισμικής εγγύτητας σε όσους ζούσαν μέσα στον ρυθμό της.

Ο Ευάγγελος Mπουρλότος (δεξιά) με τον συνέταιρό του Σωτήρη Φραγκιά στην κουζίνα του John’s coffee shop γύρω στο 1977. (Φωτογραφικό αρχείο Ευάγγελου Μπουρλότου).
Αργότερα, μαζί με τον φίλο του Σωτήρη Φραγκιά, αγόρασε το John’s. «Η ζωή μου άλλαξε για πάντα» αναφέρει. Το John’s ήταν ανοιχτό είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. «Δεν ξέραμε πού ήταν το κλειδί». Από εκεί περνούσαν καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, υπάλληλοι του τηλεοπτικού καναλιού ABC, εργάτες και, κατά καιρούς, διάσημοι. Στα γυρίσματα του «Σέρπικο», όπως θυμάται ακόμη και σήμερα με ενθουσιασμό, ο Αλ Πατσίνο έμπαινε συχνά για καφέ. Θυμάται και άλλα ονόματα. Την Αντζέλικα Χιούστον, τον Τζον Χιούστον, τον Κάρολ Ο’Κόνορ να περνούν από το μαγαζί σαν σκιές μιας πόλης που άλλαζε πρόσωπα χωρίς να σταματά ποτέ.
Η αφήγηση του Ευάγγελου Μπουρλότου δεν υποκύπτει στη γοητεία της «διάσημης Νέας Υόρκης». Οι μνήμες επιστρέφουν ξανά και ξανά στην αδιάκοπη δουλειά, στην ένταση, στην εκμετάλλευση, στην αναπόφευκτη φθορά. Θυμάται, για παράδειγμα, ότι ο ανερχόμενος τότε δημοσιογράφος του ABC Χεράλντο Ριβέρα ήρθε στο καφέ για να μαζέψει υλικό για τις άσχημες συνθήκες εργασίας των Ελλήνων στα diners και στα εστιατόρια. Ο Ριβέρα φόρεσε ποδιά και έψησε μπιφτέκια δίπλα στον Ευάγγελο. Ομως, ακόμη και μέσα στην εφήμερη λάμψη της δημοσιότητας, υπήρχε πάντα η σκιά της κόπωσης.
«Δάκρυζαν επειδή τους έλειπε η πατρίδα»
Ο Μπουρλότος θυμάται επίσης το περίφημο μπλακάουτ του Ιουλίου του 1977. «Για να προστατευθούν, πολλοί άνθρωποι μπήκαν στο μαγαζί αφού δεν μπορούσαν να φύγουν από την περιοχή. Πουλήσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε μέσα σε λίγες ώρες. Σερβίραμε αβγά με ντόνατς αντί για ψωμί». Εξω, η πόλη φλεγόταν. «Λεηλασίες και φωτιές, μια ξεκάθαρη ένδειξη απελπισίας και φτώχειας» που χαρακτήρισε τη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70.
Ενας Ελληνας που δεν έφυγε ποτέ από τη γη του δεν θα καταλάβει ποτέ το αίσθημα νοσταλγίας για τον τόπο όπου γεννήθηκες
Και στο βάθος όλων αυτών, η ίδια σταθερά, η πατρίδα. «Αυτό το αίσθημα κυριαρχεί, ως έναν βαθμό, σε όλους τους έλληνες μετανάστες στην Αμερική» σημειώνει ο κ. Μπουρλότος. «Ενας Ελληνας που δεν έφυγε ποτέ από τη γη του δεν θα καταλάβει ποτέ το αίσθημα νοσταλγίας για τον τόπο όπου γεννήθηκες». Θυμάται έλληνες τραγουδιστές να περνούν από τη Νέα Υόρκη και το κοινό να λυγίζει. «Μου έχουν μείνει πολύ ζωντανά τα δάκρυα στα πρόσωπα των ανθρώπων στο θέατρο, από τον πόνο που ένιωθαν επειδή τους έλειπε η πατρίδα». Ανθρωποι που είχαν περάσει σε μια άλλη ζωή να συγκεντρώνονται για να ακούσουν τη μουσική της παλιάς και να κλαίνε όχι μόνο για όσα έχασαν, αλλά και για όσα δεν μπορούσαν πια να ξαναβρούν ακέραια.
Ο Μπουρλότος επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα το 2016 και σήμερα ζει με την αμερικανίδα σύζυγό του στον Βόλο. «Η ζωή μου στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο ομαλή όσο περίμενα» αναφέρει στο «Βήμα», «αλλά κατάφερα να ξεπεράσω τις δυσκολίες και σήμερα μπορώ να παραδεχθώ στον εαυτό μου ότι πήρα τη σωστή απόφαση».
Φως σε αυτά που υποτιμούμε
Το φωτογραφικό δοκίμιο της Κέι Ζακαριάσεν αποκτά σήμερα ξεχωριστή αξία επειδή διασώζει ένα παραγνωρισμένο κεφάλαιο της ελληνικής κοινότητας της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του ’70, επιτρέποντάς μας να αναρωτηθούμε για το ήθος των «συνηθισμένων ανθρώπων» που συγκρότησαν το τελευταίο μεγάλο μεταναστευτικό κύμα του ελληνικού 20ού αιώνα. Και που στρέφουν το βλέμμα σε αυτά που τείνουμε να υποτιμούμε: την αξιοπρέπεια, τη φιλοπονία, την ευθύνη και τον αυτοσεβασμό μιας γενιάς που έμαθε να ζει με τον κόπο, τη νοσταλγία και το ρίσκο χωρίς μεγάλες κουβέντες.
Το ενδιαφέρον για το φωτογραφικό δοκίμιο της Ζακαριάσεν δεν περιορίζεται πλέον στο αρχειακό του βάρος. Η γκαλερί ΝΙΝΕΤΤΟ στην Αθήνα προετοιμάζει για το τέλος του έτους έκθεση αφιερωμένη στο έργο της, μαζί με ειδική έκδοση που θα αντλεί σε μεγάλο βαθμό από τις συνεντεύξεις που είχε πραγματοποιήσει η ίδια την εποχή εκείνη. Σχεδόν μισό αιώνα μετά, οι φωτογραφίες-ντοκουμέντα δεν επιστρέφουν μόνο ως εικόνες μιας ελληνικής νοσταλγίας αλλά και ως αφορμή για έναν νέο στοχασμό πάνω στο ανήκειν, τον εκτοπισμό, τη διασπορική ταυτότητα και μνήμη.


