Φωτιές στο Λιτόχωρο

Κάθε τόπος ζει τον μύθο του. Πόσω μάλλον το Λιτόχωρο, το οποίο ζει στο επίκεντρο ολόκληρης της ελληνικής μυθολογίας που έχει απλώσει τη γοητεία της στα πέρατα του κόσμου. Ανοίγεις ένα παράθυρο του Olympus Mediterranean (www.mediterraneanhotels.gr) κατά κει που έδυσε αποβραδίς ο ήλιος πίσω από το μεγάλο βουνό και η ματιά σου δραπετεύει, κινούμενη ανάλαφρη από κεραμοσκεπή σε κεραμοσκεπή, προς τη χαράδρα του ποταμού Ενιπέα και σκαρφαλώνει στις πάλλευκες ορθοπλαγιές του Ολύμπου, μέχρι τις μυθικές κορφές, το Στεφάνι και τον Μύτικα, μέχρι τον ίδιο τον λευκοπόρφυρο, στο λυκόφως ή το λυκαυγές, θρόνο του πατέρα των θεών. Ανοίγεις το άλλο παράθυρο κατά κει που μόλις ανέτειλε ο ήλιος και πάλι το βλέμμα σου ίπταται σαν κλέφτης ή ξωτικό πάνω από τις κεραμοσκεπές μέχρι κάτω, το άπλωμα του Θερμαϊκού κόλπου, στη μεγάλη θάλασσά μας. Είναι αυτή η ακαταμάχητη γοητεία του Λιτόχωρου, να βρίσκεται μιαν ανάσα από τους μεγαλύτερους μύθους μας, τον Ολυμπο και το Αιγαίο.
Το ψηλό βουνό

Ομως εκτός από τους μεγάλους μύθους, υπάρχουν και οι μικροί. Στην παλιά θρησκεία οι φωτιές είχαν εξαγνιστική επιρροή στην κοινότητα και συνεχίζουν να έχουν, από τους «Καλαφουνούς» της Νότιας Ρόδου μέχρι εδώ στο Λιτόχωρο. Ημέρες πριν από το βράδυ της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, η κάθε γειτονιά ετοιμάζει το δικό της «μπαΐρι» γύρω από έναν λόφο από κέδρα που κόβουν από το βουνό. Ετσι λέει η Ευαγγελία τον Ολυμπο, όπως το συνηθίζουν οι αυτόχθονες: το βουνό. Οι τεράστιες φλόγες πάνε πιο ψηλά από τις καμινάδες που καπνίζουν και η «βροχή» από τις σπίθες ακόμη πιο ψηλά προς την κατοικία των παλιών θεών, και φωτίζουν τα πρόσωπα του χορού γύρω τους. Ετσι αποδυναμώνουν, καίνε, κάθε κακό και ξορκίζουν τις αποκλίσεις από τη γενικώς παραδεκτή ηθική, καθώς επικαλούνται απροκάλυπτα το ανήθικο και το αφήνουν ελεύθερο να εκφραστεί μια ημέρα τον χρόνο. Ο Γιώργος Ελευθερίου έχει ιδιαίτερη θέση στην κοινότητα του Λιτόχωρου, αλλά αρχίζει πρώτος το τραγούδι και ακολουθούν οι άλλοι: «Τρεις μεγάλες – καλά μ’ παιδιά – Αποκριές, γιόμ’σαν τα σακιά ψ…ς / Ετρεξαν οι παντρεμένες, χήρες κι αρραβωνιασμένες / Πήραν όλες από μία, μα η παπαδιά καμία». Αλλά στο επόμενο η παπαδιά, που έχει την τιμητική της, δικαιώνεται: «Κίνησα μια μέρα Τρίτη, πήγα στου παπά το σπίτι / Βρίσκω τράπεζα στρωμένη και την παπαδιά πλυμένη».
Οι πλούσιες στρωμένες τράπεζες είναι παράδοση στο Λιτόχωρο και κάποιες έχουν τη σημειολογία τους. Το μεσημέρι της Κυριακής της Αποκριάς οι οικογένειες συγκεντρώνονται στο σπίτι του γεροντότερου και γύρω από το τραπέζι, με το κατσίκι γεμιστό στον φούρνο, λένε τα «συγχωρεμένα». Οι μεγάλοι ζητούν συγχώρεση για τα κακά που μπορεί να έκαναν στους άλλους και οι μικρότεροι βάζουν μετάνοια στον παππού, του φιλούν το χέρι και παίρνουν φιλοδώρημα.

Εμείς ζητήσαμε συγχώρεση από τον Γιώργο Αδάμο για τη σπουδή μας να δοκιμάσουμε το ιδιαίτερο φαγητό, ουρά μοσχαριού στη γάστρα, που ετοίμασε στο εστιατόριό του στο Κίτρος, στην παραλία της Πιερίας. Με τη συντροφιά του «Δεσποτικού λουλουδιών», το ιδιαίτερο από τα κρασιά που βγαίνει από το Κελάρι Αδάμου, πρωτοπόρου στα κρασιά στην Πιερία, πέρασε η ώρα και άναψε ήδη η φωτιά στην πλατεία του Κίτρους και ο χορός γύρω της. Σε μια αμπελουργική περιοχή, ο τελετουργικός χορός, τα «Λινάρια», αναφέρεται στο αμπέλι και στα σταφύλια. Εκαιγαν τα κοφίνια του τρύγου για να διώξουν τα δαιμόνια, τους καλικάντζαρους.

Και όλα αυτά, βέβαια, συμβαίνουν στη σκιά του Ολύμπου. Ο κεντρικός δρόμος του Λιτόχωρου λες και βγάζει κατευθείαν στο βουνό. «Κάθε μέρα βλέπω αυτή την εικόνα και ποτέ δεν τη χορταίνω» μονολογεί ο Γιώργος Παπαμιχαήλ. Ισως γιατί η εικόνα του Ολύμπου είναι δυναμική και μεταλλάσσεται συνεχώς, κάθε ώρα, κάθε ημέρα, κάθε εποχή. Το αισθάνεσαι στην πιο αχολόσκαστη διαδρομή πάνω στο κυρίως σώμα του βουνού, από το Λιτόχωρο μέχρι τα Πριόνια. Εκεί το τύπου σαλέ στέκι του Δημήτρη Κυρίτση – το «2.917», όσο και το υψόμετρο του βουνού – διαχέει την ατμόσφαιρα του ορεινού καταφυγίου με το τυπικό τραπέζι του βουνού, τη φασολάδα και τη βραστή γίδα, και δένει τις παρέες.
Με οδηγό τον Ενιπέα

Δίπλα περνά ο Ενιπέας που έρχεται παρθένος από ψηλά και μπαίνει ζωηρός στη χαράδρα του μέχρι κάτω στο Λιτόχωρο. Στον δρόμο του δημιουργεί απίθανα παιχνίδια, όπως τους καταρράκτες πριν από τη διακλάδωση του μονοπατιού προς την ατμοσφαιρική Παλαιά Μονή του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω, με τη συγκλονιστική ιστορία της. Οι Γερμανοί υπονόμευσαν στην Κατοχή το μοναστήρι και το ανατίναξαν, γιατί πίστευαν ότι προσφέρει άσυλο στους αντάρτες. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που οι μοναχοί υποστήριζαν τους εθνικούς αγώνες. Ενας φιλόμουσος στρατιώτης φωτογράφισε από ψηλά το άνθος της πέτρας μέσα στην καταπράσινη θάλασσα προτού το διαλύσουν οι εκρήξεις. Ο γιος του βρήκε τις φωτογραφίες και τις έστειλε στον Δήμο Λιτοχώρου στις αρχές τις δεκαετίας του 1990.

Σε αυτές στηρίχθηκε η ομάδα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για να αναστηλώσει το μοναστήρι.

Το μονοπάτι ελίσσεται μέσα στην ομορφιά για περίπου πέντε ώρες, όσες χρειάζονται για να κατεβεί από τα Πριόνια στο Λιτόχωρο. Μπορεί, όμως, να αισθανθεί κανείς σχεδόν ολόκληρη τη μαγεία της χαμηλής ζώνης του Ολύμπου, την πρώτη ώρα, από τα Πριόνια μέχρι την παλαιά μονή. Μπορεί επίσης να συνεχίσει και για 20 λεπτά πιο κάτω, στο Σπήλαιο του Αγίου Διονυσίου, μια βραχοσκεπή με ένα μικρό εκκλησάκι και μια δυναμική πηγή νερού πίσω από το ιερό του. Το μονοπάτι είναι ειδυλλιακό, ανάμεσα στους βράχους και στους σουρεαλιστικούς κορμούς των λυγερόκορμων οξιών, πάνω στα πολύχρωμα, υγρά, φύλλα. Αρκεί να μην είναι παγωμένο το μονοπάτι. Γιατί πάντα ο Ολυμπος χρειάζεται πολλή προσοχή, ακόμη και στα χαμηλώματά του, ειδικά τον χειμώνα, που οι καιρικές συνθήκες είναι ευμετάβλητες και συχνά αντίξοες. Μοιάζει με θαύμα, αλλά είναι πολύ επικίνδυνο να αισθάνεσαι ότι δεν έχεις καμιά επαφή με τη γη και ότι «περπατάς» στον αέρα. Στον Ολυμπο όλα είναι θεϊκά…

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk