Ενα από τα πιο χαρμόσυνα στοιχεία του 19ου κινηματογραφικού φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας που πραγματοποιείται αυτές τις ημέρες στην Αθήνα είναι το έντονο ελληνικό στοιχείο που διακρίνεις στο πρόγραμμα. Δεκαπέντε ελληνικές ταινίες δεν είναι λίγες, κάποιες μάλιστα από αυτές δεν έχουν καν ολοκληρωθεί ακόμη (work in progress) και παρουσιάζονται στην ημιτελή μορφή τους.
Σε μια εποχή που η οικονομική ύφεση έχει γονατίσει τους πάντες και τα πάντα, ο ελληνικός κινηματογράφος, όπως έχουμε κατά καιρούς επισημάνει, στέκεται, με όποιον τρόπο μπορεί, όρθιος. Και αυτό είναι πολύ θετικό. Εξίσου θετικός όμως είναι και ο προβληματισμός των δημιουργών, όχι μόνο στον τομέα της μυθοπλασίας αλλά και σε εκείνον της τεκμηρίωσης. Τα τρία ντοκυμαντέρ που προβάλλονται στις Νύχτες Πρεμιέρας καταπιάνονται με θέματα που τραβούν αμέσως την προσοχή, άπτονται της επικαιρότητας παρ’ ότι έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στο παρελθόν και οξύνουν την περιέργεια.
Φωνή στους αθέατους
Στο «Ταξίδι στη χώρα των Λοκρών» της Ιριδος Ζαχμανίδη παρακολουθούμε τις ζωές του Γιάννη, του Χρήστου και του Λουκά, τριών ανδρών ηλικίας 40 – 60 ετών οι οποίοι συγκατοικούν σε προστατευμένο διαμέρισμα στην Αμφισσα· μια πόλη με παρελθόν τόσο παλιό όσο και οι πρώτοι Ελληνες, οι Λοκροί. Είναι ψυχικά νοσούντες και τελούν υπό την καθημερινή εποπτεία της Εταιρείας Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας. Ωστόσο ρυθμίζουν μόνοι τα του οίκου τους αναπτύσσοντας ο καθένας τη δική του προσωπική, κοινωνική ή και επαγγελματική ζωή.
«Ο Γιάννης μιλάει με θαυμασμό για τον Μάρλον Μπράντο και την Αβα Γκάρντνερ, μιλάει όμως ταυτόχρονα για τα οράματά του, την επικοινωνία και τις διαπραγματεύσεις του με τον Θεό» λέει η σκηνοθέτρια, που ένιωσε δίπλα του σαν στο σπίτι της. «Διότι ο Γιάννης είναι μεν ψυχωσικός –“φροντιζόμενος” ψυχωσικός -, μιλάει όμως για τις οπτασίες του, τις οποίες και μετουσιώνει σε ωραιότατα πεζά. Με φυσικό και ορθολογικό τρόπο τις εντάσσει τόσο τέλεια στη ροή της κουβέντας, που σου ανοίγει ακριβώς τα σύνορα σε αυτό το “όλα είναι πιθανά”».
Στην περίπτωση του Γιώργου Παντελεάκη, που σκηνοθέτησε τον «Μποξέρ», ήταν τα λόγια του Αγγελου Χαρίση, προπονητή του Παναθηναϊκού και πρώην πυγμάχου, που τον ενέπνευσαν για τη δημιουργία μιας ταινίας η οποία ακολουθεί τα βήματα ενός παλαίμαχου πυγμάχου, του Γιώργου Ιωαννίδη, και τη μετάβασή του σε προπονητή, στον πυγμαχικό σύλλογο Αριστοτέλειο. «Ο Χαρίσης μού είπε ότι ξεκίνησε να πυγμαχεί γοητευμένος από το στραπατσαρισμένο πρόσωπο ενός πυγμάχου» δηλώνει ο σκηνοθέτης. «Τον ρώτησε γιατί η μύτη του ήταν παραμορφωμένη και εκείνος απάντησε ότι την έσπασε όταν πυγμαχούσε. Αυτό τού προκάλεσε δέος και ξεκίνησε να πυγμαχεί. Τελείωσε με το παρακάτω: “Ποτέ δεν ξέρεις τι βρίσκεται μέσα στην ψυχή ενός πυγμάχου. Είναι σαν το φεγγάρι, μπορείς να δεις μόνο τη φωτεινή πλευρά. Η πυγμαχία είναι σαν τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού”». Το «Boxer», που γυρίστηκε σε διάστημα τριών χρόνων, επιχειρεί να εισαγάγει τον θεατή στον πραγματικό κόσμο της πυγμαχίας στην Ελλάδα, τη δεδομένη χρονική στιγμή. «Ολοι οι χαρακτήρες είναι αληθινοί, σεβάσμιοι και –το κυριότερο –ζουν» λέει ο Γ. Παντελεάκης.
Ο Γιάννης Χαριτίδης, πάλι, φτιάχνοντας το ντοκυμαντέρ «Φωνές από το υπόγειο» ένιωσε να τον γοητεύει το ότι οι περισσότεροι από τους καλλιτέχνες που εμφανίζονται στην ταινία μιλώντας για την αντεργκράουντ ελληνική σκηνή των δεκαετιών του 1960 και του 1970 είναι άνθρωποι που κινήθηκαν σε ένα αθέατο, υπόγειο κύκλωμα. «Ηταν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και κρατούσαν στάση ζωής πολύ διαφορετική από το κυρίως ρεύμα της τέχνης» λέει ο ίδιος για τον Λεωνίδα Χρηστάκη και τον Πάνο Κουτρουμπούση. «Πολλοί από αυτούς έκαναν έργα πρωτοποριακά και σημαντικά, τα οποία έμειναν πολλές φορές στο περιθώριο. Πολλές από τις ιστορίες της ταινίας ακούγονται σήμερα τελείως τρελές, αλλά για εκείνους ήταν μια καθημερινότητα γεμάτη ένταση, δημιουργία, χιούμορ και με ένα διαφορετικό όραμα για τη ζωή και την τέχνη».
Η χαύνωση και η τέχνη
Η σημερινή επιβίωση του κινηματογράφου υπό απίστευτα δύσκολες οικονομικές συνθήκες εύλογα προκαλεί απορίες. Για τον Γιάννη Χαριτίδη, ενώ η μη οικονομική στήριξη της ταινίας σε όλα τα στάδια παραγωγής της ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισε, η επιβίωση του κινηματογράφου οφείλεται στην τεράστια δύναμη που έχει η ίδια η θέληση των καλλιτεχνών για δημιουργία. «Πολλές φορές κυνηγούν όνειρα με τόση δύναμη που καταφέρνουν να ξεπερνούν εμπόδια που πιθανώς να φαίνονταν ανυπέρβλητα σε ανθρώπους του εξωτερικού» λέει.
Μεγάλο ρόλο στην επιβίωση του ελληνικού σινεμά παίζει και η συνεργατική διάθεση των συντελεστών. Η Ιρις Ζαχμανίδη θυμάται ότι στις παλαιότερες εποχές του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου της Μεταπολίτευσης ίσχυε το «έρχομαι στο τζάμπα». «Αυτό έγινε πλέον “κεφαλαιοποιώ την εργασία μου”, “γίνομαι μέτοχος”. Στον κινηματογράφο, αν δεν έχεις ψώνιο, δεν πας εύκολα να δουλέψεις. Εχει ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, δεν υπάρχει μέρα ή νύχτα, κρύο ή ζέστη, εντός ή εκτός πόλης, και βέβαια είναι μη σταθερή δουλειά».
Μήπως όμως η επιβίωσή του οφείλεται και στο ότι επιτέλους δίδεται βήμα «στους πραγματικούς, στους βασανισμένους, σε όσους δεν σταμάτησαν μπροστά σε ένα σύστημα που απαρτιζόταν από μετριότητες οι οποίες έκαναν “τέχνη” ανέξοδα;». Αυτή είναι η άποψη του Γ. Παντελεάκη, ο οποίος επισημαίνει ότι μέχρι πρότινος πολλοί παραγωγοί ήταν «απλώς διαχειριστές δημοσίου χρήματος, οπότε και οι επιλογές τους μάλλον αδιάφορες». Ο σκηνοθέτης πιστεύει ότι στις ημέρες μας τελείται μια κάθαρση και παράλληλα «παίζεται το “κύκνειο άσμα” για πολλούς σε έναν χώρο όπου γινόταν σινεμά απ’ όσους είχαν πρόσβαση στον κρατικό κορβανά, που μοίραζε μέσα από συγκεκριμένες οδούς χρήμα».
Υπάρχει βεβαίως και ο παράγοντας που λέγεται ψηφιακή φόρμα, η οποία βοήθησε νέους σκηνοθέτες, κινηματογραφιστές και πραγματικούς καλλιτέχνες να πουν πολλά. «Ποτέ μια κοινωνία σε χαύνωση δεν δίνει έργα τέχνης» καταλήγει ο σκηνοθέτης.
πότε & πού:
«Φωνές από το υπόγειο», Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Κυριακή 22/9, στις 21.00. «Μποξέρ», Δαναός 1, Τετάρτη 25/9, στις 22.45. «Ταξί στη χώρα των Λοκρών», Δαναός 1, Πέμπτη 26/9, στις 18.30
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



