Η απολογητική επιφυλλίδα του Αντώνη Λιάκου στο «Βήμα της Κυριακής» (7.7.2013) ως προς το ερώτημα που του έθεσε από «Τα Νέα» ο Γιάννης Πρετεντέρης «κατά πόσον είναι ο ΣΥΡΙΖΑ μεταρρυθμιστική δύναμη;» δεν είχε λόγο να καταλήξει απορητικά. («Γιατί θα έπρεπε να ελπίζει κανείς στην Αριστερά;» σημείωνε ο Λιάκος).
Θα μπορούσε, δηλαδή, ο ιστορικός να βεβαιώσει τον αρθρογράφο ότι μόνον η Αριστερά διαθέτει ιστορικά ένα ριζοσπαστικό σχέδιο για την κοινωνία, ακόμη και όταν η τελευταία νομίζει πως δεν το χρειάζεται, αγκυλωμένη καθώς είναι στην επιβίωση.
Θα μπορούσε επίσης, εκτός από τα σοβαρά επιχειρήματά του, να επισημάνει στον αρθρογράφο πως η υπεράσπιση του δημοκρατικού πολιτεύματος μέσω του νεοφιλελευθερισμού απαξιώνει εκ των πραγμάτων τις πολιτικές προκείμενες της νεωτερικότητας, μεταξύ των οποίων και οι ουτοπίες.
Αλλά ακόμη και αν δεν θα ωφελούσε να επεκταθεί σε αναλύσεις που θέτουν σε αμφισβήτηση την έννοια του «δέοντος», διότι αναφέρονται σε συναισθήματα μάλλον παρά σε κανόνες, θα όφειλε ως ιστορικός να προβάλει το «δημοκρατικό παράδοξο». Θα διαπίστωνε τότε πως την ίδια στιγμή στη Δημοκρατία αποτρέπεται τόσο o ολοκληρωτισμός όσο και η αναρχία. Οπότε, γιατί όχι ο ΣΥΡΙΖΑ ως αριστερή προοπτική δημοκρατικής διακυβέρνησης τη στιγμή που τόσο το σχήμα της εκπροσώπησης όσο και το σχήμα της ρήξης συνιστούν αφηγήματα για ετοιμοθάνατους;
Και είναι προφανές πως η Αριστερά δεν πρέπει να αυτοπαγιδεύεται στον «προπαγανδισμό της διαμαρτυρίας». Μήπως τώρα και εν όψει του Συνεδρίου ο ΣΥΡΙΖΑ θα απεμπλακεί από αυτή την ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη μειονεξία; Αλλά για να επανέλθω στα ερωτήματα του Λιάκου: «Σε ποιον να ελπίζει κανείς; Εμπιστεύεται κανείς το αξιακό σύστημα του κ. Σαμαρά ή του κ. Μιχαλιολιάκου;», η απάντηση προφανώς είναι όχι. Πράγμα που το επιβεβαιώνει και η αρθρογραφία του Πρετεντέρη. Ενα όμως είναι το χαρακτηριστικό προτέρημα του ΣΥΡΙΖΑ: ότι κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να απαλλαγεί από την αγωνιστική υπερβολή του. Διότι μόνο η υπερβολή αποκαθηλώνει συντηρητικές προκαταλήψεις και αυτό η Ιστορία το έχει αποδείξει.
Είμαστε σε θέση όμως να θεμελιώσουμε θεωρητικά ό,τι ονομάζω εδώ «υπερβολή»; Θα μπορούσαμε φέρ’ ειπείν στους Εξι λοξούς στοχασμούς περί βίας του Ζίζεκ να προσθέταμε έναν «ευθύ στοχασμό» περί υπερβολής; Θα ήταν ορθός; Κυρίως, θα ήταν κατά της βίας ώστε να τον δεχθούμε όλοι; Θα όφειλε να είναι, αφού προηγουμένως η θεωρία περί υπερβολής εγγραφόταν στο πρόγραμμα μιας «αρνητικής διαλεκτικής» που θα απάλλασσε τη διαλεκτική από τον καταφατικό της χαρακτήρα. Υποστηρίζω την ανάγκη μιας υπερβολικής «έκφρασης», άλλοτε μέσα από συμβολικές παραδειγματικές πράξεις και άλλοτε μέσω εκείνης της θεωρητικής σκέψης η οποία αφορά το όριο και την παραβίαση. Θεωρώ την υπερβολή τρόπο δράσης όπου το όριο οδηγείται στο όριό του και σε ό,τι περιλαμβάνει αυτό το όριο: γνώση της θνητότητάς μας, ταπεινοφροσύνη, διεύρυνση των συναισθημάτων, διεύρυνση της γλώσσας που τα περιγράφει, γνώση ότι από εκεί αρχίζει όχι μόνον μια πολιτική ουτοπία της Αριστεράς αλλά και η ηθική της στάση. Και αυτό, κατ’ εμέ, είναι η πραγματική νομιμότητα.
Στην παλαιά φιλελεύθερη αρχή «Η διακυβέρνηση είναι πάντα υπερβολική», προτείνω: «Η Αριστερά οφείλει να είναι υπερβολικότερη». Και εφόσον ο ορντοφιλελευθερισμός από την εποχή του Αντενάουερ ως τη Μέρκελ όριζε αυτό που θα μπορούσε να είναι μια οικονομία της αγοράς θεσμικά οργανωμένη, γιατί και η υπερβολή της Αριστεράς να μην ορίζει το μείζον στο οποίο θα μπορούσε να είναι οργανωμένη η επιθυμία;
Στις ατελείς ή ενδελεχείς ενστάσεις προς μια τέτοια θεωρία αντιτάσσω τη «Γέννηση της βιοπολιτικής» του Μισέλ Φουκό.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



