Δέχθηκαν επιθέσεις ξένων αλλά και Ελλήνων. Υπέκυψαν, καταστράφηκαν και ξαναχτίστηκαν πολλές φορές. Οι Πέρσες, οι Σπαρτιάτες, οι Ρωμαίοι, οι Ερουλοι και οι Γότθοι, οι Βησιγότθοι του Αλάριχου, οι Φράγκοι, οι Καταλανοί, οι Τούρκοι, οι Βενετοί του Μοροζίνι αλλά και οι επαναστατημένοι Ελληνες πολέμησαν για να τα κατακτήσουν. Αλλωστε το είχε πει επανειλημμένως ο Ομηρος, πως τα τείχη σώζουν τους ανδρείους από τη συμφορά. Και τα τείχη της Αθήνας, αντικατοπτρίζοντας μια μακρά σειρά ιστορικών γεγονότων, έζησαν μεγάλες συμφορές.
Οπως λέει η αρχαιολόγος κυρία Ολγα Βογιατζόγλου, «τα τείχη αφηγούνται τα πάθη των ανθρώπων, τις αδελφοκτόνες διχόνοιες, τις ξένες επιβουλές και βαρβαρότητες, τις συγκρούσεις και καταστροφές, τις αυτοθυσίες και τις προδοσίες, τους φόβους και τις αγωνίες, τις ενθουσιώδεις νίκες και τις ταπεινωτικές ήττες, σκηνές αλλοφροσύνης και τραγικότητας». Στη μελέτη της «Τα τείχη της Αθήνας αφηγούνται την ιστορία της», η οποία παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες, όλα αυτά είναι παρόντα.
Ενα από τα καλύτερα σωζόμενα τμήματα του τείχους της αρχαίας Αθήνας βρίσκεται σήμερα στον Κεραμεικό, ενώ ορατά μέρη του υπάρχουν επίσης κοντά στο Ολυμπιείο και δίπλα στην πύλη Διοχάρους. Στη γωνία των οδών Αιόλου και Σοφοκλέους σώζεται –μάλιστα έχει αναδειχθεί εξαιρετικά –τμήμα του Θεμιστόκλειου Τείχους μαζί με την Αχαρνική Πύλη. Υπάρχουν όμως και άλλα σημεία διατήρησης των αρχαίων τειχών, λιγότερο «ευτυχή». Γιατί το πλήθος βρέθηκε εξαιτίας της σύγχρονης δόμησης σε υπόγεια και ακάλυπτους πολυκατοικιών ή και σε γκαράζ (π.χ., της πλατείας Κλαυθμώνος). Ως σήμερα άλλωστε οι αρχαιολόγοι έχουν καταμετρήσει περί τα 100 σημεία όπου έχουν εντοπιστεί τμήματα των αρχαίων τειχών.
Σύμβολο ισχύος


Από την αρχαιότερη γνωστή οχύρωση της Αθήνας, το «Κυκλώπειον τείχος» και το «Πελασγικόν», που περιέβαλλαν την Ακρόπολη στα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ., ως το τελευταίο, που χτίστηκε το 1778 από τον βοεβόδα Χατζή Αλή Χασεκή και παρ’ ότι η πολεμική πρακτική είχε προφανώς διαφοροποιηθεί μέσα σε διάστημα περίπου 3.000 ετών, τα τείχη της πόλης παρέμεναν το κατ’ εξοχήν αμυντικό μέσο της. Από το Κυκλώπειο τείχος έχουν διατηρηθεί κάποια τμήματα στην περιφέρεια του Ιερού Βράχου, αλλά τα τείχη της Αρχαϊκής εποχής καταστράφηκαν ολοσχερώς από τους Πέρσες.
Μετά την εκδίωξή τους από την Ελλάδα «η τείχιση της Αθήνας και του Πειραιώς και η κατασκευή των Μακρών Τειχών υπήρξαν γεγονότα που επηρέασαν σημαντικά την πορεία της ελληνικής ιστορίας, γιατί τα τείχη, όπως λέει ο Θουκυδίδης, ήταν το απόλυτο σύμβολο ισχύος» επισημαίνει η κυρία Βογιατζόγλου, προσθέτοντας ότι «η Αθήνα μετατράπηκε έτσι σε μια νησίδα μέσα στην Αττική, αποκομμένη μεν από το αγροτικό της σώμα, προστατευμένη όμως από τους αντιπάλους της Σπαρτιάτες, από τη θάλασσα που ήλεγχε ο στόλος της».
Οι καταστροφές


Στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, ωστόσο, οι Σπαρτιάτες θα τα γκρέμιζαν, για να αποκατασταθούν εκ νέου επί Κόνωνα (394 π.Χ.). Το σενάριο κατασκευή – καταστροφή θα παιζόταν πολλές φορές ακόμη: στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. κατασκευάζεται το Διατείχισμα στις κορυφογραμμές των λόφων Μουσών – Πνύκας – Νυμφών. Στους ελληνιστικούς χρόνους ο Δημήτριος ο Πολιορκητής χτίζει στου Φιλοπάππου μικρό οχυρό, όπως και στη Μουνιχία. Οι Ρωμαίοι πρώτα κατεδάφισαν μεγάλο μέρος των τειχών της Αθήνας και του Πειραιά (Σύλλας, 86 π.Χ.) και ύστερα έφτιαξαν καινούργια τείχη. Το 124-125 μ.Χ. ο Αδριανός οικοδόμησε την επέκταση του Θεμιστόκλειου προς την πλευρά του Ολυμπιείου και της σημερινής Βουλής.
Επεκτάσεις θα κάνει και ο Βαλεριανός υπό την απειλή Γότθων και Ερούλων, οι οποίοι όμως θα καταστρέψουν οριστικά την περίλαμπρη πόλη της Αθήνας (267μ.Χ.). Ακολουθούν το λεγόμενο υστερορρωμαϊκό τείχος (τέλη 3ου αι. μ.Χ.), το οποίο θα καταστρέψουν οι Βησιγότθοι, οι οχυρώσεις του Ιουστινιανού (αρχές 6ου μ.Χ.), το Ριζόκαστρο γύρω από την Ακρόπολη περί το 1.200, ο Σερπεντζές και το τείχος της Υπαπαντής από τους Τούρκους, όπως και το τείχος του Χασεκή, η τελευταία οχύρωση της Αθήνας, που θα σημαδέψει και την ιστορία των μνημείων της, αφού κατασκευάστηκε από σπαράγματά τους.

«Τα τείχη των αρχαίων πόλεων μαρτυρούν την έκταση, τη δύναμη και την ακμή τους αλλά και τις κρίσεις, τις συνέχειες και ασυνέχειες της ιστορίας της»
καταλήγει η κυρία Βογιατζόγλου. Η Αθήνα με τις χιλιετίες Ιστορίας είναι το μεγαλύτερο παράδειγμα.
Αρατε πύλας
Σε περίπου δεκαπέντε ανέρχονται, σύμφωνα με τον μελετητή της αρχαίας Αθήνας Ιωάννη Τραυλό, οι πύλες του Θεμιστόκλειου τείχους, το οποίο άντεξε για πάνω από μία χιλιετία. Πολλές από αυτές μάλιστα έχουν ταυτιστεί και μέσω των ανασκαφών. Αρχίζοντας από τα βόρεια της οχύρωσης αναφέρονται οι Δήμιες πύλες στη βάση του λόφου των Νυμφών, οι Πειραϊκές στη διασταύρωση των οδών Ηρακλειδών και Ερυσίχθονος, η Ιερή Πύλη στον Κεραμεικό και σε μικρή απόσταση το Δίπυλο ή Θριάσιες ή Κεραμεικού πύλες. Επίσης οι Ηριες Πύλες στη διασταύρωση Λεωκορίου και Διπύλου και οι Αχαρνικές (Σοφοκλέους και Αιόλου), πάνω στον αρχαίο δρόμο προς Αχαρνές.
Στην ανατολική πλευρά του περιβόλου, πιθανότατα στην οδό Δραγατσανίου 4, βρισκόταν η πύλη που οδηγούσε προς τους δήμους Φλύας (Χαλάνδρι) και Αθμόνου (Μαρούσι). Ακολουθούσαν οι Διοχάρους Πύλες προς Μεσογαία (στο τετράγωνο Βουλής, Απόλλωνος, Πεντέλης) και οι Αιγέως ή Ιππάδες Πύλες, στα βόρεια του Ολυμπιείου.
Προς τη νότια πλευρά υπήρχαν οι Διόμιες Πύλες, οι Ιτώνιες (στις οδούς Μακρυγιάννη, Χατζηχρήστου, Βεΐκου, Φαλήρου), οι Αλαδε Πύλες ή ανατολική Φαληρική Πύλη (πιθανότερη θέση της η διασταύρωση Φαλήρου και Σπύρου Δοντά) και επί της οδού Ερεχθείου η Νότια Πύλη ή δυτική Φαληρική Πύλη. Τέλος, προς τα δυτικά συναντάμε το Δίπυλο υπέρ των Πυλών στο διάσελο των λόφων των Μουσών και της Πνυκός και ανάμεσά τους τις Μελιτίδες Πύλες, που δεν έχουν ακόμη εντοπισθεί.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ