Ποιος έκλεψε τον Πικάσο;

«Η υπόθεση είναι δύσκολη, αλλά όχι άλυτη». Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζουν οι αστυνομικοί της ΕΛ.ΑΣ. στις ιδιωτικές συνομιλίες τους, ποντάροντας στην ανάλυση καταγραφών κινητής τηλεφωνίας και στη σάρωση των καταχωρισμένων κινητών τηλεφώνων στην περιοχή κατά τον χρόνο της διάρρηξης, καθώς και στις υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μέσω των συστημάτων της ΕΥΠ και της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας. Πρόκειται ασφαλώς για την υπόθεση της Πινακοθήκης.

Ξεκινώντας να εξετάζουν αρχικά τις κινήσεις 30 υπόπτων, γνωστών από παλαιότερες υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας, οι αστυνομικοί θεώρησαν αρχικά πρόσωπο-κλειδί τον Γ.Ρ., γνωστό για τις διαρρήξεις που πραγματοποίησε τη δεκαετία του ’90 στο Ιδρυμα Γουλανδρή και στο Τελλόγλειο, αλλά και στην κατοικία του Ιόλα, εξετάζοντας έτσι άτομα που ίσως είχαν συνεργαστεί μαζί του. Παράλληλα, εντοπίζοντας ομοιότητες στον τρόπο δράσης του διαρρήκτη με την κλοπή που σημειώθηκε τον Μάιο του 2010 στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού από Σέρβο, οι αξιωματικοί δεν απέκλειαν και το ενδεχόμενο πίσω από την κλοπή να κρύβεται διεθνές κύκλωμα αλλοδαπών με έδρα τα Βαλκάνια. Λέγεται, μάλιστα, ότι πραγματοποιήθηκε έρευνα στη Σερβία, καθώς θεωρείται ο παράδεισος των κλεμμένων έργων τέχνης τα τελευταία χρόνια. Εχουν πλέον περάσει επτά μήνες από το βράδυ της 8ης Ιανουαρίου και όλες οι έρευνες απέβησαν άκαρπες. Οι πίνακες παραμένουν άφαντοι και πλέον οι αστυνομικοί έχουν στραφεί σε νέα μονοπάτια…

Οι τρεις ύποπτοι συλλέκτες

«Οι πίνακες βρίσκονται ακόμη σε ελληνικό έδαφος. Εικάζουμε ότι η κλοπή πραγματοποιήθηκε από έλληνες κακοποιούς με όλα τα στοιχεία να δείχνουν ότι πρόκειται για παραγγελία κάποιου μανιώδους συλλέκτη, τουλάχιστον για την περίπτωση του Πικάσο» αποκαλύπτει αστυνομική πηγή στο ΒΗmagazino. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες, αυτή τη στιγμή οι αστυνομικοί έχουν ήδη διεισδύσει στον κόσμο των συλλεκτών έργων τέχνης, συγκεντρώνοντας πληροφορίες και περιμένοντας τη μοιραία κίνηση: να βγει, δηλαδή, στην «αγορά» το έργο του Γκουλιέλμο Κάτσια, το οποίο θεωρούν ότι τυχαία πήρε μαζί του ο δράστης, χωρίς να είναι εντολή του παραγγελιοδότη του, και άρα μπορεί και να θέλει να το πουλήσει.

Ωστόσο, η πληροφορία που έχει διαρρεύσει και φαίνεται να συζητείται έντονα στον μικρόκοσμο των συλλεκτών έργων τέχνης είναι ότι η Αστυνομία ήδη έχει θέσει στο μικροσκόπιο τρεις έλληνες συλλέκτες. Μια πληροφορία που η ΕΛ.ΑΣ. ούτε επιβεβαιώνει, αλλά ούτε και διαψεύδει. Οπως, άλλωστε, δηλώνει άνθρωπος που ασχολείται με πωλήσεις έργων τέχνης: «Μπορώ να φανταστώ ονόματα ελλήνων συλλεκτών που θα έθεταν σε κίνδυνο το ίδιο το όνομά τους, προκειμένου να κρεμάσουν στο πολυτελές υπόγειο σαλόνι τους έναν Πικάσο».

Ο βαθύπλουτος κλέφτης

«Το κύκλωμα των Σέρβων είναι σίγουρα μια πραγματικότητα. Τους ενδιαφέρουν τα έργα τέχνης, γιατί ένας πίνακας μπορεί να βγει από την κορνίζα του, να τυλιχθεί και να μεταφερθεί με μια βαλίτσα χωρίς να το αντιληφθεί κανείς. Υπάρχει μια πληροφόρηση ότι εμπλέκεται και εδώ, αλλά, ακόμη και αν ισχύει αυτό, δεν πιστεύω ότι έδρασαν μόνοι τους. Είμαι πεπεισμένος κατά 95% ότι μιλάμε για Ελληνες και ότι ο πίνακας βρίσκεται σε ελληνικό έδαφος»: Είναι ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου όταν επισκέπτομαι το γραφείο του γνωστού ιδιωτικού ερευνητή Γιώργου Τσούκαλη στην Πανεπιστημίου, ο οποίος, έχοντας ασχοληθεί με επιτυχία με δεκάδες υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας, έχει μια σαφή εικόνα της υπόθεσης.

«Δεν έχουμε να κάνουμε με απλά κλεφτρόνια. Η συγκεκριμένη κλοπή θέλει οργάνωση, παρακολούθηση, μια μελέτη του χώρου και των κινήσεων των φυλάκων. Μόνο ένας άνθρωπος που έχει γνώσεις μπορεί να το διαπράξει αυτό. Θεωρώ ότι έχουμε να κάνουμε με παραγγελία. Ο συλλέκτης πίσω από αυτήν την εντολή σίγουρα είναι ένα άρρωστο, ψυχικά, άτομο. Τυφλωμένος από το πάθος του, ρίσκαρε γνωρίζοντας ότι αν αποκαλυφθεί θα εξευτελιστεί. Μιλάμε για άνθρωπο με τεράστια οικονομική επιφάνεια, φιλότεχνο, με έντονες εμμονές. Μη θεωρείτε ότι είναι δύσκολο για έναν τέτοιο άνθρωπο, υπεράνω πάσης υποψίας, να έρθει σε επαφή με τα κακοποιά στοιχεία που θα πραγματοποιήσουν τα σχέδιά του. Αν κάποιος βγει και ψάχνει πιστόλι στην Ομόνοια, θα τον πλησιάσουν οι ίδιοι οι έμποροι. Πόσω μάλλον αυτός ο συλλέκτης που έχει έμπιστους στη δούλεψή του να του βρουν τα κατάλληλα άτομα για την κατάλληλη δουλειά. Η δίωξη αρχαιοκαπηλίας είναι ένα από τα καλύτερα τμήματα της Ευρώπης, έχοντας στο ενεργητικό της μεγάλες επιτυχίες. Εχουν στοχοποιηθεί κάποιες κατευθύνσεις και ελέγχονται μεθοδικά. Με κίνδυνο να εκτεθώ με αυτό που λέω, πιστεύω ότι σε πέντε-έξι μήνες θα έχει βρεθεί η άκρη του νήματος».

«Είμαι σίγουρος ότι το μυστήριο της Πινακοθήκης μέσα στα επόμενα τρία χρόνια θα λυθεί» λέει στο BHmagazino ανώτατη πηγή του υπουργείου Πολιτισμού, συμπληρώνοντας ότι «θα έχουμε στα χέρια μας τα ονόματα των διαρρηκτών. Αυτό για το οποίο διατηρώ τις επιφυλάξεις μου είναι αν θα μάθουμε ποτέ την πραγματική ταυτότητα του εντολοδότη».

Η αφύλαχτη Πινακοθήκη

Οσο η Αστυνομία συνεχίζει με αμείωτο ρυθμό τις έρευνες, ένα ακόμη θρίλερ εξελίσσεται, σε άλλο φυσικά επίπεδο, με τρία επίσημα αλληλοαντικρουόμενα έγγραφα, σχετικά με την απόδοση ευθυνών για την κλοπή της Εθνικής Πινακοθήκης: πρόκειται για την έκθεση του γενικού επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, Λέανδρου Ρακιντζή, το Δελτίο Τύπου-απάντηση της Εθνικής Πινακοθήκης σε αυτό, αλλά και για την Ενορκη Διοικητική Εξέταση του υπουργείου Πολιτισμού.

Η αρχή έγινε στο τέλος Απριλίου με την έκθεση Ρακιντζή η οποία αποτελεί έναν πραγματικό καταπέλτη για την Εθνική Πινακοθήκη. Μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι στα συστήματα ασφαλείας, που τοποθετήθηκαν το 1992, στο πλαίσιο της έκθεσης «Από τον Θεοτοκόπουλο στον Σεζάν», η τελευταία βελτίωση-αναβάθμιση έγινε μόλις το 2000, δηλαδή πριν από 12 χρόνια, τονίζοντας παράλληλα ότι από τους 18 ημερήσιους φύλακες πραγματική φύλαξη κάνουν μόνο 11 άτομα, καθώς οι υπόλοιποι απασχολούνται σε άλλες θέσεις.

Αντίστοιχα, το βράδυ αναφέρεται ότι απασχολούνται στην καλύτερη περίπτωση δύο νυχτοφύλακες και έτσι, αν κάποιος απουσιάζει, στην Πινακοθήκη παραμένει μόνο ένας. Επίσης, διαπιστώνει ότι πολλές φορές χτυπάει ο συναγερμός χωρίς να υπάρχει πραγματικό πρόβλημα, επειδή έχουν λήξει οι μπαταρίες και δεν έχουν αντικατασταθεί, δημιουργώντας έτσι πολλά ερωτήματα για τους συναγερμούς που ήχησαν το βράδυ της κλοπής. Τέλος, ενώ αναγνωρίζεται το γεγονός ότι η διοίκηση της Πινακοθήκης είχε επανειλημμένα, διά της προέδρου της, θέσει το ζήτημα στις αρµόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισµού και Τουρισµού, επισηµαίνοντας την ανάγκη ενίσχυσης του προσωπικού φύλαξης, το πόρισμα καταλήγει στο ότι «ανακύπτουν ευθύνες».

Η απάντηση της Πινακοθήκης ήταν άμεση έπειτα από έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, ανακοινώθηκε ότι «εκ των πραγμάτων η έκθεση αυτή δεν μπορεί να είναι πλήρης, εφόσον δεν εξετάστηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι για την ασφάλεια της Εθνικής Πινακοθήκης», αλλά και «ότι τα συστήματα ασφαλείας της Εθνικής Πινακοθήκης, όσο και η κατάσταση λειτουργίας τους (ενδοεπικοινωνία, μπαταρίες, κασέτες καταγραφής κτλ.) βρίσκονται σε άριστη κατάσταση και συντηρούνται διαρκώς, σε στενή συνεργασία με την εταιρεία παροχής συστημάτων ελέγχου». «Απλώς κακόβουλο» αρκέστηκαν να σχολιάσουν κύκλοι της Εθνικής Πινακοθήκης μιλώντας για το πόρισμα.

Ισως τελικά το μόνο έγγραφο που θα μπορούσε να ρίξει φως στην υπόθεση είναι η ΕΔΕ που πραγματοποίησε το υπουργείο Πολιτισμού και συγκεκριμένα η Γενική Διεύθυνση Αναστήλωσης Μουσείων και Τεχνικών Εργων με προϊσταμένη την Ευγενία Γατοπούλου. Αυτή η ΕΔΕ μέχρι σήμερα παραμένει απόρρητη, έως ότου βέβαια αξιοποιηθούν τα αποτελέσματά της από τη διοίκηση της Πινακοθήκης. Σύμφωνα με πληροφορίες, πάντως, οι οποίες έχουν διαρρεύσει στον Τύπο, δεν επιρρίπτονται ευθύνες στη διοίκηση της Πινακοθήκης, αλλά στον φύλακα για τη μη σωστή αξιολόγηση του κινδύνου.

Παράλληλα, κύκλοι του υπουργείου Πολιτισμού δήλωναν σαφώς δυσαρεστημένοι με το περιβάλλον του γενικού επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο υποστήριξε ότι, αν και είχε ζητήσει, δεν παρέλαβε την ΕΔΕ. «Βρισκόμασταν σε συνεννόηση με το περιβάλλον Ρακιντζή, αλλά για έναν ανεξήγητο λόγο την τελευταία στιγμή επέδειξαν ιδιαίτερο ζήλο να εκδώσουν την έκθεσή τους, χωρίς να περιμένουν τα δικά μας συμπεράσματα. Η αλήθεια είναι ότι τους στάλθηκε, αλλά όχι τόσο εγκαίρως που εκείνοι ίσως να ήθελαν» δηλώνει ανώτατο πολιτικό στέλεχος του υπουργείου Πολιτισμού, φέρνοντας στο φως μια ακόμη παρασκηνιακή κόντρα.

Η ευαισθησία της Λαμπράκη-Πλάκα

Με δύο εκλογικές αναμετρήσεις και την Ελλάδα να περνά τις πιο κρίσιμες ώρες της νεότερης ιστορίας της, ήταν λογικό το θέμα της κλοπής στην Πινακοθήκη να ξεχαστεί για λίγο. Ωστόσο, ο ασκός του Αιόλου άνοιξε με την προ ολίγων ημερών ανανέωση της θητείας της Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα που εκκρεμούσε εδώ και μήνες. «Ο Παύλος Γερουλάνος δεν ήθελε να πάρει προσωπικά αυτή την απόφαση, γι’ αυτό και καθυστερούσε. Είχε ασκηθεί μεγάλη κριτική στο πρόσωπο της Λαμπράκη» αναφέρουν στο ΒΗmagazino κύκλοι του υπουργείου. «Η νέα κυβέρνηση, όμως, μπορούσε να το κάνει και η ανανέωση της θητείας της έγινε με γνώμονα ότι η Λαμπράκη είναι ο μόνος άνθρωπος, που, ξέροντας καλά πώς λειτουργούν τα πράγματα στην Πινακοθήκη, θα μπορούσε να φέρει εις πέρας την επέκταση. Το έργο έχει ενταχθεί στο ΕΣΠΑ μεν, αλλά αυτή εξασφάλισε γενναία χορηγία, ύψους 13 εκατ. ευρώ, από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Βρίσκεται 20 χρόνια σε αυτή τη θέση και είναι λογικό πολλοί να εποφθαλμιούν το πόστο της».

Η ίδια η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, σε συνέντευξή της στο «Βήμα» λίγους μήνες πριν από την ανανέωση της θητείας της, δήλωνε πικραμένη. «Πιστεύω ότι αυτή η κλοπή ήταν στοχευμένη και ο στόχος δεν ήταν ο Πικάσο, αλλά η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. Γιατί έληγε η θητεία της σε πέντε ημέρες και ο καλύτερος τρόπος, ο πιο διαβολικός, ο πιο μεφιστοφελικός, για να την υπονομεύσουν ήταν αυτός» είπε, δίνοντας μια καθαρά δική της απάντηση για το θέμα. Οσο και αν οι περισσότεροι θεωρούν πάντως την εκδοχή της Λαμπράκη μάλλον ανεδαφική, το κουβάρι των σχέσεων των εργαζομένων της Πινακοθήκης είναι ιδιαίτερα μπλεγμένο.

Η τιμωρία της υπαλλήλου

Απόδειξη ίσως αποτελεί και η πρόσφατη πειθαρχική δίωξη υπαλλήλου της Εθνικής Πινακοθήκης με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος, λόγω σχολίων που φέρεται να είχε κάνει στον προσωπικό της λογαριασμό Facebook, τον περασμένο Ιανουάριο, μετά τη διάρρηξη.

«Η πελάτισσά μου είναι μια γυναίκα που έχει προσφέρει στην Εθνική Πινακοθήκη» αναφέρει ο δικηγόρος της Βασίλης Σωτηρόπουλος στο ΒΗmagazino. «Τα σχόλια που έκανε σχετικά με την αδυναμία της Εθνικής Πινακοθήκης να προστατεύσει τα εκθέματά της ήταν, λίγο πολύ, τα σχόλια που έκανε όλη η κοινωνία εκείνη την ημέρα. Η απόφαση της πειθαρχικής δίωξης μας γνωστοποιήθηκε αρχές Ιουνίου. Εκείνη την περίοδο είχε ενεργοποιηθεί και η πελάτισσά μου, με την ιδιότητά της ως γραμματέως του Συλλόγου των Υπαλλήλων της Πινακοθήκης, να απευθύνει αιτήματα σχετικά με τα μέτρα φύλαξης εν όψει των νέων εκθέσεων. Οι απαντήσεις που έλαβε ήταν “ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές της με αυτά που ρωτάει”. Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα πού οφείλεται αυτή η πειθαρχική δίωξη, έπειτα από έξι μήνες, αλλά υπάρχει μια χρονική εγγύτητα με τα αιτήματα που απηύθυνε σχετικά με τα μέτρα φύλαξης. Αυτή τη στιγμή η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του υπουργείου Πολιτισμού και εμείς έχουμε απαντήσει με αναφορά ότι θίγονται δύο θεμελιώδη δικαιώματα: η ιδιωτικότητα και η ελευθερία της έκφρασης».

«Ηρθα εδώ για να δημιουργήσω, αλλά κυρίως να συνεχίσω το έργο που ήδη γίνεται». Ο αναπληρωτής υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού Κώστας Τζαβάρας ανέλαβε με ιδιαίτερη όρεξη τα καθήκοντά του. Στην πρώτη του συνάντηση, μάλιστα, με τους δημοσιογράφους, μίλησε για αύξηση των μέτρων προστασίας των μουσείων και με τις περιπολίες της Αστυνομίας, προβλέποντας ότι με την υπάρχουσα κατάσταση μπορεί να υπάρξουν και άλλα κρούσματα παραβατικότητας. Ανθρωποι, μάλιστα, του υπουργείου Πολιτισμού με λύπη τους ομολογούν ότι οι δύο θρασύτατες κλοπές, τόσο στην Εθνική Πινακοθήκη όσο και στο Μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας, ίσως είναι μόνο η αρχή. Και στις δύο περιπτώσεις, χωρίς να υπάρχει απολύτως καμία σύνδεση μεταξύ τους, σύμφωνα με τους αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ., οι δράστες παραμένουν άφαντοι μαζί με τη λεία τους, η οποία ίσως βρίσκεται κρυμμένη σε κάποια βαλίτσα ή κοσμεί ήδη το σαλόνι κάποιου μανιώδους συλλέκτη.

Το χρονικό της ληστείας του Πικάσο

«Κυρία Λαμπράκη, έκλεψαν τον Πικάσο». Η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης χρειάστηκε μερικά λεπτά για να συνειδητοποιήσει τα λόγια του υπαλλήλου εκείνο το πρωινό της 9ης Ιανουαρίου. Τα λεπτά περνούσαν κινηματογραφικά. Η έκθεση «Στα άδυτα της Εθνικής Πινακοθήκης, άγνωστοι θησαυροί από τις συλλογές της» είχε λήξει το προηγούμενο βράδυ. Και το επόμενο πρωί, ο πίνακας ζωγραφικής «Γυναικείο κεφάλι», τον οποίο είχε δωρίσει ο Πάμπλο Πικάσο στον ελληνικό λαό με ιδιόχειρη μάλιστα αφιέρωσή του, ως προσφορά για την αντίστασή του στη γερμανική Κατοχή, δεν βρισκόταν στη θέση του.

Η θητεία της έληγε ακριβώς σε πέντε ημέρες. «Ενας θάνατος είναι» ήταν τα πρώτα λόγια της όπως θυμούνται στενοί συνεργάτες της, ενώ η είδηση της κλοπής έκανε τον γύρο του κόσμου. H αντίστροφη μέτρηση του μεγάλου ριφιφί στην Εθνική Πινακοθήκη είχε ξεκινήσει λίγες ώρες νωρίτερα, ακριβώς στις 19.58, το προηγούμενο βράδυ, όταν ήχησε και ο πρώτος συναγερμός.

Πώς έγινε η εισβολή

Το κυριακάτικο πρωινό της 8ης Ιανουαρίου έμοιαζε φυσιολογικό. Οι πόρτες της Πινακοθήκης έκλεισαν στις 3.30 το μεσημέρι. Οι τελευταίοι επισκέπτες εκείνης της ημέρας, περίπου 800, είναι σχεδόν σίγουρο ότι στάθηκαν μπροστά στο έργο του Πικάσο, θαυμάζοντάς το. Αν μιλούσαμε για αστυνομικό μυθιστόρημα, ίσως ο συγγραφέας να τοποθετούσε ανάμεσά τους και τον αδίστακτο διαρρήκτη που λίγες ώρες αργότερα θα ξεκρεμούσε τον πίνακα. Η ληστεία, όμως, της Πινακοθήκης υπήρξε λιγότερο κινηματογραφική…

Το σχέδιο ήταν οργανωμένο με κάθε λεπτομέρεια. Ο δράστης γνώριζε ότι χρειαζόταν να πηδήξει μόλις μισό μέτρο για να εισβάλει στο κτίριο από το μπαλκόνι στη στάθμη του μεσωρόφου. Λίγα λεπτά προτού το ρολόι δείξει 8.00 το βράδυ, απενεργοποίησε δέσμη συναγερμού και παραβίασε την μπαλκονόπορτα. Δεν την άνοιξε όμως. Παρέμεινε ατάραχος και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι. Δεν είχε σκοπό να εισβάλει. Τουλάχιστον όχι ακόμη.

Ο μοναδικός φύλακας, ακούγοντας τον συναγερμό, έλεγξε εσωτερικά τον χώρο και καθώς δεν διαπίστωσε τίποτε ύποπτο, επέστρεψε ήρεμος στη θέση του. Ο διαρρήκτης έπαιξε εκείνη τη νύχτα με τα αντανακλαστικά του, προκαλώντας ψεύτικους συναγερμούς, μέχρι τις 4.50, όταν και εισέβαλε πραγματικά στον χώρο. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε μπροστά του, σε απόσταση 40 εκατοστών μπαίνοντας στο κτίριο, ήταν ένας ψευδότοιχος από νοβοπάν. Δεν τον εξέπληξε. Με μια κίνηση τον έριξε κάτω και ανέβηκε τρέχοντας από τη σκάλα στον πρώτο όροφο όπου βρισκόταν και ο πρωταρχικός στόχος του: το «Γυναικείο κεφάλι» του Πάμπλο Πικάσο.

Ενας ψηλός άνδρας

Ο φύλακας στην κατάθεσή του προς τους αστυνομικούς μίλησε για έναν ψηλό αδύνατο άνδρα που φορούσε σκούρα ρούχα. Αυτό ήταν το μόνο πράγμα που μπόρεσε να διακρίνει καταδιώκοντας την άγνωστη φιγούρα στο σκοτάδι. Η Αστυνομία που έφτασε στον χώρο, ενημερωμένη από την ιδιωτική εταιρεία ελέγχου των ηλεκτρονικών συστημάτων της Πινακοθήκης, βρήκε τη φαλτσέτα του διαρρήκτη, αλλά και το έργο «Τοπίο» του Πιετ Μοντριάν πεσμένα κάτω, καθώς του έπεσαν κατά τη διάρκεια του κυνηγητού με τον φύλακα. Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, διευθυντής διοικητικού της Εθνικής Πινακοθήκης, προσήλθε αμέσως στον χώρο, ειδοποιημένος από τον φύλακα. Οπως διαπιστώθηκε από την Αστυνομία, χρειάστηκαν μόλις επτά λεπτά για να αφαιρέσει ο δράστης, εκτός από το «Γυναικείο κεφάλι» του Πικάσο, το έργο «Μύλος» του Πιετ Μοντριάν και το σχέδιο του Γκουλιέλμο Κάτσια (Μονκάλβο) με τον «Αγιο Ντιέγκο ντε Αλκάλα σε έκσταση με την Αγία Τριάδα και τα σύμβολα του πάθους». Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες ειδοποιήθηκε η Λίνα Μενδώνη, γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού, η οποία με τη σειρά της ειδοποίησε τον τότε υπουργό Παύλο Γερουλάνο. Σε λίγες ώρες, η ληστεία της Εθνικής Πινακοθήκης ήταν η πρώτη είδηση.

Μια μεγαλοφυής ληστεία

«Η κλοπή έγινε τόσο απλά, που καταντά μεγαλοφυής»: Με αυτόν τον τρόπο σχολίασε κορυφαίο στέλεχος της Αστυνομίας εκείνες τις πρώτες στιγμές την κλοπή, μιλώντας σε συναδέλφους του στο κτίριο της ΓΑΔΑ. Στο υπουργείο Πολιτισμού είχε σημάνει συναγερμός. Η πρώτη ανακοίνωση αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η Εθνική Πινακοθήκη, όπως και όλα τα υπόλοιπα μουσεία και οι αρχαιολογικοί χώροι, είναι εξοπλισμένη με σύγχρονα συστήματα ασφαλείας, προκειμένου να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη και ασφαλής λειτουργία της». Τα μέσα ενημέρωσης είχαν ξεχάσει για λίγο το θέμα του PSI, ουρλιάζοντας για ανύπαρκτα μέτρα ασφαλείας και κραυγάζοντας για ανάγκη απόδοσης ευθυνών. Ο Γερουλάνος διατάζει ΕΔΕ.

Παράλληλα, τα τηλέφωνα στο κτίριο της Εθνικής Πινακοθήκης δεν σταματούσαν να χτυπούν από τους δημοσιογράφους. Η Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα, με την πλάτη στον τοίχο, αναγκάζεται να εκδώσει ανακοίνωση υπερασπιζόμενη την Πινακοθήκη, αφήνοντας όμως και τις πρώτες αιχμές κατά του υπουργείου Πολιτισμού με τη φράση «δυστυχώς, η Εθνική Πινακοθήκη διαθέτει μόνο δύο νυχτοφύλακες οι οποίοι εναλλάσσονται στις βάρδιες».

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Χρήστος Παπουτσής, τότε υπουργός Προστασίας του Πολίτη, με δηλώσεις του έριχνε λάδι στη φωτιά, μιλώντας για ανύπαρκτους κανόνες ασφαλείας. Καθώς οι υπάλληλοι της Πινακοθήκης κατέβαζαν το πανό της έκθεσης, ο τίτλος «Στα άδυτα της Εθνικής Πινακοθήκης» φάνταζε πιο ειρωνικός από ποτέ.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk