Μια από τις πιο σοβαρές επισημάνσεις που γίνονται στο πολύ σημαντικό ντοκυμαντέρ του Χρήστου Καρακέπελη «Πρώτη ύλη» (Ελλάδα, 2011) είναι ο τρόπος με τον οποίο δουλεύει η ελληνική πραγματικότητα: μια πραγματικότητα που στηρίζεται σε πήλινα πόδια, σε ανθρώπους που δεν υπάρχουν πουθενά.
{{{ moto }}}
Τι εννοώ; Από τα 3.000.000 τόνους χάλυβα που οι τρεις μεγάλες χαλυβουργίες παράγουν ετησίως στην Ελλάδα, τον ενάμιση τον μαζεύουν οι Τσιγγάνοι και οι μετανάστες από τα σκουπίδια όλης της χώρας. Το υπόλοιπο βρίσκεται είτε από τα διυλιστήρια πλοίων είτε στο υλικό από τη διάλυση των βιομηχανιών της πρώην Σοβιετικής Ενωσης που ξεφορτώνει η ρωσική μαφία στην Ελλάδα. Το χειρότερο όμως, όπως επίσης λέει η «Πρώτη ύλη», είναι ότι όλες οι εταιρείες επωμίζονται την πολιτική ορθότητα της ανακύκλωσης η οποία μοιάζει με ειδυλλιακό περίπατο και έτσι, δυστυχώς, διδάσκεται στα σχολεία. Μόνον αν κάποιος τραβήξει τον μπερντέ θα δει αυτή την πραγματικότητα και αυτό έκανε ο σκηνοθέτης. Γιατί όπως αναφέρει ο Σπύρος, ο μοναδικός έλληνας παλιατζής που εμφανίζεται στην ταινία και ο μόνος που μπορεί να καταλάβει τη δομή του αστικού τοπίου και την οικονομική μηχανή του, «το πραγματικό θέμα είναι ο πλούτος γιατί όλα καταλήγουν σε τρεις οικογένειες».
Μονόπλευρα τοποθετημένη, φτιαγμένη εμφανώς για να προκαλέσει συζητήσεις, αν όχι για να εξοργίσει, η «Δεμένη κόκκινη κλωστή» (2011, Ελλάδα), δεύτερη μεγάλου μήκους σκηνοθεσία μυθοπλασίας του Κώστα Χαραλάμπους (προηγείται η «Αγάπη στα 16»), επιστρέφει στα κατάμαυρα χρόνια του Ελληνικού Εμφυλίου και με αφετηρία το φθινόπωρο του 1945, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, παρακολουθεί τη «δράση» των παρακρατικών ενώ προσπαθούσαν να εξοντώσουν κάθε ίχνος κομμουνισμού στην Ελλάδα.
Το αδιέξοδο της νέας γενιάς των Ελλήνων είναι το θέμα στα «Κωλόπαιδα» (Ελλάδα, 2011), πρώτη ταινία του Ελληνοκυπρίου Στέλιου Καμμίτση, ο οποίος παρακολουθεί τις περιπέτειες τριών νέων της Αθήνας (Γιώργος Καφετζόπουλος, Διογένης Σκάλτσας, Αινείας Τσαμάτης) που έχουν αποφασίσει να «την κάνουν» για τη Γερμανία με την ελπίδα ότι εκεί θα βρουν καλύτερες ευκαιρίες και προοπτικές για το μέλλον τους. Μέσα από φλας μπακ μαθαίνουμε ότι το σχέδιο της φυγής ξεκινά από παλιά. Ενα χρόνο μετά τη σύλληψή του και 12 ώρες πριν από την προγραμματισμένη αναχώρηση, βρισκόμαστε στο τώρα της ταινίας.
Εμπνευσμένη από πραγματικό περιστατικό που συνέβη στην Τουρκία πριν από αρκετά χρόνια, η «Πηγή των γυναικών» («Les sources des femmes», Γαλλία/ Βέλγιο, 2011) είναι μια ξύπνια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της «Λυσιστράτης» του Αριστοφάνη τοποθετημένη σε κάποιο ξεχασμένο από τον Θεό χωριό του Μαρόκο. Αγανακτισμένες από την καταπίεση που ακόμη και σήμερα υφίστανται από τους άντρες τους, οι γυναίκες του χωριού αποφασίζουν να κατέβουν σε… απεργία από το σεξ διεκδικώντας αυτό που για τον δυτικό κόσμο είναι αυτονόητο: την παροχή νερού.
Εν έτει 2010 είναι αναγκασμένες να κάνουν χιλιόμετρα σε καθημερινή βάση προκειμένου να φέρουν το αγαθό της φύσης στα σπίτια τους. Σημαντικό ρόλο στην απόφασή τους παίζει μια όμορφή κοπέλα (Λεϊλά Μπεχτί), εκπρόσωπος της νέας γενιάς που δεν δέχεται την αδικία. Χωρίς ποτέ να γίνεται διδακτικό αλλά και χωρίς ποτέ να χάνει την παραμυθένια του διάθεση, το φιλμ του ρουμάνου σκηνοθέτη Ράντου Μιχαϊλεάνου βγάζει στην επιφάνεια πολλές αλήθειες και ταυτόχρονα «παντρεύει» στη βασική ιστορία μια παράλληλη ερωτική (σχετική με την κοπέλα) την οποία δέχεσαι εξίσου ευπρόσδεκτα. Στιγμές χιούμορ όπως αυτές με το κινητό και τις μεξικάνικες σαπουνόπερες απαλύνουν την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα.
Γλυκιά, σπιντάτη αλλά και ολίγον τι φλύαρη – αν και με πολύ συμπαθητικό τρόπο – η αισθηματική κομεντί «Κολλητοί με παιδί» («Friends with kids», ΗΠΑ, 2011) σηματοδοτεί το ντεμπούτο στη σκηνοθεσία της ηθοποιού Αμάντα Γουέστφιλντ, η οποία επίσης υποδύεται την κεντρική ηρωίδα της ιστορίας: μια ανύπαντρη γυναίκα που όσο μεγαλώνει (και δεν είναι και καμιά μικρούλα) τόσο πιο έντονα νιώθει την ανάγκη να γίνει μητέρα. Και γιατί να μην κάνει ένα μωράκι με τον καλύτερό της φίλο (Ανταμ Σκοτ), ο οποίος ακριβώς όπως εκείνη δεν γουστάρει τις δεσμεύσεις; Το πρόβλημα είναι ότι το «ζευγάρι» θέλει ένα παιδί «χωρίς τα σκ… που έρχονται μαζί με αυτό» όπως της λέει ένας παντρεμένος φίλος. Γίνεται;
Παρελθόν και παρόν μπερδεύονται αμήχανα στο «W.E.» (Αγγλία, 2011), όπου στην τελευταία μέχρι σήμερα απόπειρα στη σκηνοθεσία, η Μαντόνα προσπαθεί να «παντρέψει» τη ζωή της κακομαθημένης Αμερικανίδας Γουόλις Σίμπσον (Αντρέα Ράιζμπορο) που παντρεύτηκε τον βασιλιά Εδουάρδο της Αγγλίας (Τζέιμς Ντ’ Αρσι) με εκείνη μιας γυναίκας τού σήμερα (Αμπι Κόρνις) που έχει το ίδιο όνομα με την πρώτη. Με αφετηρία τη Σανγκάη του 1924 το φιλμ καλύπτει ένα τεράστιο χρονικό διάστημα φτάνοντας μέχρι το 1998 όπου βλέπουμε τη σύγχρονη γυναίκα να επισκέπτεται ένα μουσείο για τη Σίμπσον. Καθ’ όλη αυτή τη διάρκεια ποτέ δεν νιώθεις ότι παρακολουθείς μια πλήρη ιστορία.Η Μαντόνα σε «βομβαρδίζει» με διάσπαρτες εικόνες από τις οποίες νιώθεις να δίνει τεράστια σημασία στις λεπτομέρειες, ενδυματολογικές και σκηνογραφικές, αλλά όχι στους ανθρώπους (θυμίζω ότι η ταινία ήταν υποψήφια για το Οσκαρ κοστουμιών). Σακάκια, μανικετόκουμπα, φουστάνια και κοσμήματα έχουν περισσότερη ψυχή από τους ήρωες της ιστορίας. Οσο για τη δημιουργό Μαντόνα, είναι εμφανές ότι ενδιαφέρεται περισσότερο στο να βρει ένα ιδιαίτερο σκηνοθετικό ύφος και λιγότερο στο να πει μια ιστορία. Πάντως αυτή η δεύτερη ταινία της τουλάχιστον δεν είναι ανυπόφορη όπως η πρώτη της, «Ηθική και χυδαιότητα».
Ο ειρωνικός τίτλος της ταινίας «Ασπρος, άσπρος κόσμος» («Beli beli svet», Σερβία / Γερμανία / Σουηδία, 2010) του Ολεγκ Νόβκοβιτς αναφέρεται στον πολύ μαύρο, κατάμαυρο κόσμο μιας Σερβίας εξαθλιωμένης, αποδεκατισμένης και καταρρακωμένης. Δεν υπάρχει ούτε μια σκηνή χαράς ή πραγματικής ικανοποίησης στον κόσμο του Νόβκοβιτς, ενώ όλα τα πρόσωπα περιφέρονται σαν ζόμπι στο χωριό Μπορ της Νότιας Σερβίας όπου τοποθετείται η ιστορία. Νιώθεις ότι το φιλμ πνίγεται μέσα σε μια δυσβάσταχτη μελαγχολία και όσο για τα διαλείμματα τραγουδιού, του δίνουν την εικόνα ενός μιούζικαλ που για κάποιους λόγους, όχι όμως πάντα ευδιάκριτους, σπαράζει και θρηνεί. Παίζουν οι Ούλιξ Φεχμίου, Γιάσνα Τζούρισιτς (βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο φεστιβάλ του Λοκάρνο), Μπόρις Ισάκοβιτς και η Χάνα Σελίμοβιτς που έχει πηγαίο σεξαπίλ.
Βαθμολογία: 2
Η υπερβολή πιάνει κόκκινο στο «Τελικό χτύπημα» («Contraband», ΗΠΑ, 2011) του ισλανδού σκηνοθέτη Μπαλτάσαρ Κορμάκουρ, γνωστού από τα «101 Ρέικιαβικ» και άλλες ισλανδικές ταινίες. Στην πρώτη αμερικανική δημιουργία του, η οποία είναι το αγγλόφωνο ριμέικ της δικής του, ισλανδικής ταινίας «Ρέικιαβικ – Ρότερνταμ» ένας πρώην λαθρέμπορος (Μαρκ Γουόλμπεργκ) επιστρέφει στην ενεργό δράση προκειμένου να βοηθήσει τον αδελφό της γυναίκας του (Κέιτ Μπέκινσειλ) να ξεμπλέξει από τα κυκλώματα λαθρεμπορίας ναρκωτικών. Η μια προδοσία ακολουθεί την άλλη με αποτέλεσμα ο Γουόλμπεργκ να βρεθεί εκτεθειμένος ενώ προσπαθεί να μεταφέρει με το καράβι στις ΗΠΑ από τον Παναμά πλαστό χρήμα.
Η ταινία είναι γεμάτη αγριόφατσες που φωνάζουν (Μπεν Φόστερ, Τζιοβάνι Ρίμπισι, Τζ. Κ. Σίμονς) και από καταστάσεις που πολύ δύσκολα πείθουν όπως όλη η σκηνή στους δρόμους του Παναμά που υποτίθεται ότι διαδραματίζεται σε μια ώρα ενώ τα όσα γίνονται θα χρειάζονταν τουλάχιστον δυο μέρες. Το απογοητευτικά πρόχειρο σενάριο στη μια πλευρά και η απουσία οποιουδήποτε σκηνοθετικού στίγματος στην άλλη καταλήγουν σε μια περιπετειούλα της σειράς η οποία το μόνο που καταφέρνει είναι να θυμίσει κακή στιγμή του Μάικλ Μαν.
Το «Ταξίδι 2: Το μυστηριώδες νησί» («Journey 2: The Mysterious Island», ΗΠΑ, 2012) του Μπραντ Πέιτον, είναι συνέχεια της μεγάλης κινηματογραφικής επιτυχίας «Ταξίδι στο κέντρο της γης». Ο Τζος Χάτσερσον επιστρέφει στον ρόλο του νεαρού τυχοδιώκτη που ξαναζεί τη μεγάλη περιπέτεια μαζί με τον Ντουέιν Τζόνσον (ο πατριός), τον Μάικλ Κέιν (ο παππούς) και άλλους.
Σε επανέκδοση αλλά και τρισδιάστατο προβάλλεται το καρτούν της Ντίσνεϊ «Η πεντάμορφη και το τέρας» («Beauty and the beast», ΗΠΑ, 1991) των Γκάρι Τρούστνεϊλ και Κερκ Γουάιζ. Σταθερή αξία, είτε τρισδιάστατο, είτε όχι.


