Πριν από 80 χρόνια, μεσούντος του πρωτοφανούς χρηματιστηριακού κραχ του 1929, οι Ιωάννης και Μαρία Γιώτη δημιούργησαν τη Γιώτης ΑΕ. Δεν είναι μόνο οι εντυπωσιακές συνθήκες μέσα στις οποίες ευοδώθηκε εκείνη η επιχειρηματική προσπάθεια. Εξίσου εντυπωσιακός είναι και ο κλάδος στον οποίο εκείνο το ζευγάρι επένδυσε. Πρόκειται για την πρώτη εταιρεία παιδικών τροφών στην ελληνική αγορά σε μια εποχή που η παιδική θνησιμότητα στις τάξεις των φτωχών της ελληνικής κοινωνίας αυξανόταν. Λίγα είναι τα προϊόντα στην ελληνική αγορά που ο τύπος τους έγινε συνώνυμο της επιχείρησης που τα παράγει, προϊόντα τα οποία άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου και «παρακολούθησαν» όλη την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας.
Ο Ιωάννης Γιώτης, Ηπειρώτης την καταγωγή- από το χωριό Καταρράκτης του Νομού Αρτης- και γόνος αστικής οικογενείας της εποχής, σε ηλικία μόλις 25 χρόνων δημιούργησε την εταιρεία που πρώτη τυποποίησε στην Ελλάδα παιδικές τροφές. Ταξίδεψε στη Γαλλία, μελέτησε και παρακολούθησε εκεί το σύστημα της παρασκευής παρεμφερών προϊόντων και όταν επέστρεψε άρχισε μια επίμονη προσπάθεια για τη βιομηχανοποίησή τους από τους εξαιρετικούς καρπούς της ελληνικής γης με στόχο τη σταθερή βελτίωση και την προσαρμογή των παραγομένων ειδών στις ανάγκες και στις προτιμήσεις της εγχώριας κατανάλωσης. Τότε, δηλαδή, που πολύ πιο εύκολα μια «έξυπνη ιδέα» μπορούσε να μεταμορφωθεί σε επιχειρηματική δραστηριότητα.
▅ Εργοστάσιο στις Τρεις Γέφυρες
Το εργοστάσιο κατασκευάστηκε λίγο έξω από το κέντρο της Αθήνας, στην περιοχή Τρεις Γέφυρες, και οι εγκαταστάσεις του δεν ήταν μεγαλύτερες από 300 τ.μ., όπως λέει μιλώντας προς «Το Βήμα» ο εγγονός τους κ. Ι. Χρ. Γιώτης: «Θυμάμαι για χρόνια στην οδό Στρατηγού Καλλάρη, στα Κάτω Πατήσια, από τη μία πλευρά το εργοστάσιο και από την άλλη το σπίτι» και σημειώνει: «Αυτό που ενδιέφερε τον παππού μου, ο οποίος είχε δουλέψει αρκετά ως τότε, ήταν η πιο υγιεινή παρουσίαση των προϊόντων». Ετσι, λοιπόν, η λειτουργία της επιχείρησης βασίστηκε σε μια απλή ιδέα: στην επεξεργασία ελληνικών πρώτων υλών που υπήρχαν σε αφθονία, όπως ήταν το ρύζι και ο αραβόσιτος, και ήταν πλούσιες σε περιεκτικότητα βιταμινών. Ετσι προέκυψαν το Ανθος Ορύζης και το Ανθος Αραβοσίτου.
Το Ανθος Ορύζης παράγεται από αρίστης ποιότητας ρύζι που υφίσταται προηγουμένως επιμελημένη κατεργασία και κρησάρισμα για να απαλλαγεί από τις ξυλώδεις ουσίες και να γίνει άλευρο απόλυτα καθαρό και εξαιρετικά λεπτό. Η εμφάνιση του συγκεκριμένου προϊόντοςείναι η πρώτη βρεφική στερεά τροφή που παράχθηκε τυποποιημένη στην Ελλάδα- υπήρξε εξαιρετικά ευεργετική, ιδιαίτερα εκείνη την περίοδο, αφού έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη μείωση της παιδικής θνησιμότητας, που είχε λάβει σοβαρές διαστάσεις λόγω της επιδημίας δυσεντερίας.
Αλλά και το Ανθος Αραβοσίτου, που επίσης κυκλοφορεί επωνύμως το 1930, είναι η πρώτη παιδική κρέμα που παράγεται βιομηχανικά στη χώρα μας. Και αυτό μαζί με το Ανθος Ορύζης περνάει τον Ατλαντικό και κυκλοφορεί στους κόλπους του απόδημου Ελληνισμού στην Αμερική. Η πρώτη περίοδος της εταιρείας Ι. Γιώτης ΟΕ Βιομηχανία Παιδικών Τροφών τελειώνει με τη διπλή κατοχή, το 1941, όταν το εργοστάσιο σε εκείνες τις απίστευτα τραγικές συνθήκες παύει να λειτουργεί. Η επαναλειτουργία του αρχίζει μετά την Κατοχή και η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του είναι ραγδαία.
Το Πρότυπο Εργοστάσιο Γιώτη, όπως ονομαζόταν, μοναδικό στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, που μεταπολεμικά τροφοδοτούσε την ελληνική κατανάλωση και πολλές ξένες αγορές γειτονικών κρατών, βρισκόταν «έξω των Αθηνών», στην περιοχή Τρεις Γέφυρες, σε ένα «πράσινο και καθαρό περιβάλλον που θυμίζει ελβετικές βιομηχανίες», κατά τη μεταπολεμική καταγραφή της περιοχής. Και είναι ίσως ενδιαφέρον το γεγονός, που αποτελεί και σαφή ένδειξη της νοοτροπίας των ιδιοκτητών του, ότι καθένας από τους 180 εργαζομένους στην επιχείρηση δεν ήταν μόνο ασφαλισμένος στο ΙΚΑ αλλά είχε και ατομικό βιβλιάριο υγείας της βιομηχανίας Γιώτης.
Τη δεκαετία του 1950 η γκάμα των προϊόντων της εταιρείας εμπλουτίζεται με το φρουί ζελέ, ένα προϊόν που ξάφνιασε τότε τους καταναλωτές, το πατατάλευρο, το κορνφλάουερ και το μπέικιν πάουντερ και το 1960 με τη Φαρίνα Γιώτης, το πρώτο αυτοδιογκούμενο αλεύρι στην Ελλάδα, που σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία όταν κυκλοφόρησε, και την κρέμα καραμελέ, που εξάγεται στην Αμερική και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Κερδίζει αρκετές διακρίσεις τόσο σε ελληνικούς όσο και σε διεθνείς διαγωνισμούς, όπως χρυσά μετάλλια από τη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης και τις αντίστοιχες του Μιλάνου και της Βηρυτού.
Ο ιδρυτής της εταιρείας απεβίωσε το 1960 σε ηλικία 55 ετών και στη διοίκηση της εταιρείας συνέχισε η σύζυγός του Μαρία και ακολούθως ανέλαβαν τα παιδιά του Αθανάσιος, ο οποίος πέθανε το 1980, και Χρήστος, ο οποίος πέθανε το 2006. Ετσι μέτοχοι, από 50% ο καθένας και διοικούντες την εταιρεία, είναι δύο συνονόματοι, που διαφέρουν μόνο στο πατρώνυμο, οι κκ. Ιωάννης Χρ. Γιώτης, ο οποίος είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, και ο Ιωάννης Αθ. Γιώτης, ο οποίος είναι ο γενικός διευθυντής της.
▅ Μια οικογενειακή επιχείρηση
Η επιχείρηση, παρά το γεγονός ότι από ομόρρυθμη μετατράπηκε σε ανώνυμη πλέον, παρέμεινε οικογενειακή και φυσικά στα χέρια της οικογενείας Γιώτη, αλλά αντί των 180 εργαζομένων της δεκαετίας του 1950 σήμερα εργάζονται περί τους 350, εκ των οποίων το 70% είναι ειδικευμένοι, διαθέτοντας παράλληλα ειδικό τμήμα έρευνας και ανάπτυξης για τη διερεύνηση των νέων καταναλωτικών τάσεων.
Από την πρώτη περίοδο της λειτουργίας της η εταιρεία στράφηκε στις εξαγωγές. Ετσι, πέντε χρόνια μετά την παραγωγή του, το 1935, το προϊόν αυτό εξήχθη στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, στις τάξεις του απόδημου Ελληνισμού. Και είναι χαρακτηριστικό της παράδοσης του προϊόντος το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα, έπειτα από 80 χρόνια, συνεχίζει να παράγεται και να κυκλοφορεί με την ίδια «φόρμουλα» και ετικέτα.
Βέβαια σήμερα εξάγεται σε 20 χώρες (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος, Βουλγαρία κ.α.), στις οποίες πραγματοποιεί το 10% των πωλήσεών του. Στρατηγική της είναι να επεκτείνεται εξαγωγικά σε νέες αγορές με τον εντοπισμό συγκεκριμένων αναγκών στις οποίες διακινεί τα αντίστοιχα προϊόντα.
Οπως εξηγούν στελέχη της εταιρείας, «η εξαγωγική πολιτική της στηρίζεται στη μελέτη των αναγκών των τοπικών αγορών και των καταναλωτικών συνηθειών τους με σκοπό να προσαρμόζει κατά περίπτωση τις προδιαγραφές των προϊόντων της». Ετσι σε κάθε αγορά τα προϊόντα της διακινούνται σε συσκευασίες μεταφρασμένες στην τοπική γλώσσα και ως σήμερα κυκλοφορούν σε εννέα διαφορετικές γλώσσες.
Επενδύσεις σε περίοδο κρίσης
Η εταιρεία, που δημιουργήθηκε την περίοδο της «μεγάλης ύφεσης» της δεκαετίας του 1930, πραγματοποιεί τη νέα επένδυσή της εν μέσω της σημερινής οικονομικής κρίσης. Σύντομα πρόκειται να αποκτήσει το νέο της εργοστάσιο στην περιοχή του Αγρινίου. «Δεν θελήσαμε να πάμε στη Βουλγαρία» λέει ο κ. Ι. Χρ. Γιώτης και προσθέτει πως «στην Ελλάδα πρέπει κάποτε να μάθουμε να εκτιμούμε αυτόν που επενδύει και να τον στηρίζουμε». Η επένδυση είναι ύψους 7-10 εκατ. ευρώ.
Επιπλέον διαθέτει- αντί για τις εγκαταστάσεις των 300 τ.μ.- 60.000 τ.μ. σε τέσσερα εργοστάσια και μηχανολογικό εξοπλισμό από τους πιο σύγχρονους στην Ευρώπη και πανελλαδικό δίκτυο διανομής. Στη διάρκεια του 2008 οι πωλήσεις της εταιρείας ανήλθαν στα 52 εκατ. ευρώ, πέρυσι διαμορφώθηκαν στα 62 εκατ. ευρώ και ο κ. Γιώτης εκτιμά ότι το 2010 θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα- και τούτο παρά το γεγονός ότι τα ανώνυμα προϊόντα στους τομείς όπου δραστηριοποιείται κατέχουν περίπου το 15% της αγοράς- και τα κέρδη της στα περίπου 6 εκατ. ευρώ.



