ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ.
Σε όλη της την καριέρα η Οριάνα Φαλάτσι, που έχασε προχθές στα 77 της χρόνια τη μάχη με τον καρκίνο, υπήρξε αμφιλεγόμενη. Στις συνεντεύξεις της με πολιτικούς ηγέτες τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80 ήταν προκλητική και δεν δίσταζε να τους φέρνει σε δύσκολη θέση, ενώ στα βιβλία που έγραψε την τελευταία περίοδο της ζωής της, αντί να έχει «μαλακώσει» με τα χρόνια, εμφανίζεται ακόμη πιο οργισμένη – αυτή τη φορά εναντίον των μουσουλμάνων.
Στη συνέντευξή της με τον αγιατολάχ Χομεϊνί, στο Ιράν το 1979, τον ρώτησε «Πώς κολυμπάει κανείς με τσαντόρ;» και ο ιρανός ηγέτης απάντησε: «Αν δεν σας αρέσει η ισλαμική περιβολή, δεν είστε υποχρεωμένη να τη φορέσετε. Διότι η ισλαμική περιβολή είναι για τις καλές και ευπρεπείς γυναίκες». Η Φαλάτσι δεν έχασε την ευκαιρία: «Πολύ ευγενικό από μέρους σας, ιμάμη. Και μια που το είπατε, θα βγάλω αμέσως αυτό το χαζό, μεσαιωνικό κουρέλι» είπε και πέταξε το τσαντόρ της. Ο Χομεϊνί σηκώθηκε και έφυγε νευριασμένος.
Αλλά όπως διηγήθηκε η Φαλάτσι σε πρόσφατη συνέντευξή της στο αμερικανικό περιοδικό «New Yorker», ο Χομεϊνί δέχθηκε να την ξανασυναντήσει μία-δύο ημέρες αργότερα για να συνεχίσουν. Ο γιος του, Αχμεντ, την προειδοποίησε ότι ο πατέρας του παρέμενε εξοργισμένος μαζί της και ότι δεν έπρεπε ούτε καν να αναφέρει τη λέξη τσαντόρ. Δεν γνώριζε όμως με ποια είχε να κάνει. Η πρώτη ερώτηση της Φαλάτσι αφορούσε το… τσαντόρ. «Πρώτα με κοίταξε έκπληκτος. Επειτα τα χείλη του σχημάτισαν μια υποψία χαμόγελου, το οποίο έγινε πραγματικό χαμόγελο και τέλος μετατράπηκε σε γέλιο. Οταν ολοκληρώθηκε η συνέντευξη, ο Αχμεντ μού ψιθύρισε: “Πιστέψτε με, ποτέ δεν έχω δει τον πατέρα μου να γελά. Είστε ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που τον έκανε να γελάσει”».
Στη συνέντευξη με τον Μοχάμεντ Αλι όμως ήταν εκείνη που σηκώθηκε και τον παράτησε σύξυλο όταν ο κορυφαίος πυγμάχος «ρεύτηκε στα μούτρα της».
Η Φαλάτσι μίλησε με όλους τους μεγάλους ηγέτες του 20ού αιώνα – την Ιντιρα Γκάντι, τον Γιάσερ Αραφάτ, τον Ντενγκ Χσιάο Πινγκ, τον Χένρι Κίσινγκερ, την Γκόλντα Μέιρ, τον Μοαμάρ Καντάφι, τον σάχη του Ιράν κ.ά. – και αντιπάθησε βαθιά τους περισσότερους από αυτούς. Τον παλαιστίνιο ηγέτη, για παράδειγμα, τον χαρακτήρισε «δικτάτορα» (το 1972) που «έσκουζε πετώντας σάλια». Πιο διάσημος έχει μείνει ο τσακωμός της με τον Κίσινγκερ, τον οποίο ανάγκασε να παραδεχθεί το 1972 ότι ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν «ένας άχρηστος πόλεμος». Χρόνια αργότερα ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ έγραψε ότι η συνέντευξή του με τη Φαλάτσι ήταν «η πιο καταστροφική συζήτηση που είχε ποτέ με εκπρόσωπο του Τύπου» αλλά δέχθηκε να την παραχωρήσει διότι πείστηκε πως έπρεπε και αυτός να προστεθεί στο «δημοσιογραφικό πάνθεον» της ιταλίδας ρεπόρτερ.
Ισως η αντιπάθειά της προς τους Αραφάτ, Καντάφι και Σία να τροφοδότησε τη μετέπειτα απέχθειά της προς το ισλάμ. Ισως όμως και πάντοτε να ήταν ακραία – στα όρια του φανατισμού – στις απόψεις της. Σε συνέντευξη που παραχώρησε η ίδια στο περιοδικό «Playboy» το 1981 καταφέρθηκε εναντίον των ομοφυλοφίλων που «κορδώνονται και περπατούν καμαρωτοί και κουνούν την ουρά τους», καθώς και εναντίον των «χοντρών» γυναικών ρεπόρτερ που δεν τη γουστάρουν. Ο αμερικανός δημοσιογράφος που πήρε εκείνη τη συνέντευξη δήλωσε μετά: «Για πρώτη φορά στη ζωή μου αισθάνθηκα λύπηση για τον Χομεϊνί, τον Καντάφι, τον σάχη του Ιράν, τον Κίσινγκερ και τους λοιπούς που υπήρξαν αντικείμενο της οργής της – τους ανθρώπους από τους οποίους, όπως δήλωσε, πήρε συνέντευξη “με χίλια αισθήματα οργής”».
Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 η Φαλάτσι, που πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της σχεδόν σαν ερημίτης στο διαμέρισμά της στο Μανχάταν παλεύοντας με τον καρκίνο του στήθους, κάθησε και έγραψε ένα άρθρο-ποταμό στο οποίο έβγαλε απίστευτη χολή για τους μουσουλμάνους. Το άρθρο εκείνο, που δημοσιεύθηκε στην ιταλική «Corriere della Sera», αποτέλεσε τη βάση για το βιβλίο της «Οργή και υπερηφάνεια», στο οποίο υποστηρίζει ότι οι μουσουλμάνοι «πολλαπλασιάζονται σαν τα ποντίκια» και αφήνουν «κίτρινους λεκέδες από ούρα που βεβηλώνουν» τα πάλλευκα μάρμαρα των μνημείων της γενέτειράς της, της Φλωρεντίας. Εξι σελίδες παρακάτω περιγράφει τους λεκέδες από ούρα στην πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία και αναρωτιέται αν θα έρθει κάποια μέρα που οι μουσουλμάνοι «θα χέσουν μέσα στην Καπέλα Σιξτίνα».
Η Φαλάτσι πίστευε ότι η Δύση κινδυνεύει να καταβροχθιστεί από το ισλάμ. Αυτό υποστήριξε τόσο στο δεύτερο σχετικό βιβλίο της, τη «Δύναμη της λογικής», όσο και στο τελευταίο, την «Αποκάλυψη». Κατηγορεί την Αριστερά που «άφησε τους μουσουλμάνους να καταφθάσουν στις ακτές μας κατά χιλιάδες». Στη συνέντευξή της προς το «New Yorker», την τελευταία που παραχώρησε στο Μανχάταν τρεις μήνες πριν από τον θάνατό της σε κλινική της Φλωρεντίας, μίλησε κατά των μεταναστών («Αν είναι τόσο φτωχοί, ποιος τους δίνει τα χρήματα για να φθάσουν ως την Ιταλία;»), των αμβλώσεων («εκτός αν η γυναίκα έπεσε θύμα βιασμού από έναν Μπιν Λάντεν ή Ζαρκάουι»), των γάμων μεταξύ ομοφυλοφίλων («Οπως οι μουσουλμάνοι θέλουν να μας κάνουν όλους μουσουλμάνους, έτσι και αυτοί θέλουν να μας κάνουν όλους ομοφυλόφιλους») και των… Μεξικανών («Αν κρατούσατε ένα πιστόλι στον κρόταφό μου και μου λέγατε να επιλέξω το χειρότερο μεταξύ μουσουλμάνων και Μεξικανών, θα δίσταζα για μια στιγμή και μετά θα επέλεγα τους μουσουλμάνους επειδή μου έχουν σπάσει τα αρχ…»).
…εκτός από τον Αλέξανδρο Παναγούλη
Στην Ελλάδα η Οριάνα Φαλάτσι έγινε περισσότερο γνωστή για τη σχέση της με τον Αλέκο Παναγούλη. Γνωρίστηκαν το 1973, όταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος έδωσε αμνηστία και βγήκε ο Παναγούλης από τη φυλακή όπου κρατούνταν για απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα. «Οταν στις 23 Αυγούστου 1973 ο Παπαδόπουλος έδωσε τη γνωστή αμνηστία, η Φαλάτσι έσπευσε να του πάρει συνέντευξη. Απευθύνθηκε στον Θανάση Πετρίδη, στον (ευρωβουλευτή του ΠαΣοΚ) Νίκο Σηφουνάκη, στον Μίκη Νικολακάκη και στον Νίκο Ζαρμπέλη, που ήταν συγκρατούμενος του Παναγούλη και είχε αποδράσει από τις φυλακές της Αίγινας, για να τη φέρουν σε επαφή μαζί του» λέει προς «Το Βήμα» άνθρωπος που τους συναναστράφηκε εκείνη την εποχή. «Λίγες ημέρες αργότερα ήρθε στην Αθήνα και του πήρε τη συνέντευξη, και έτσι άρχισε να πλέκεται το ειδύλλιο μεταξύ τους».
Λόγω της σχέσης του με τη Φαλάτσι, η δικτατορία άφησε τον Παναγούλη να βγει εκτός Ελλάδος. «Πήγε στη Ρώμη και εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο “Εξέλσιορ”, απέναντι από τα γραφεία του εκδοτικού οίκου Ριτσόλι, όπου εργαζόταν η Φαλάτσι, και άρχισε να αρθρογραφεί και αυτός στο “Europeo”». Μετά το αμφιλεγόμενο αυτοκινητικό δυστύχημα που του στοίχισε τη ζωή το 1976, η Φαλάτσι έγραψε το βιβλίο «Ενας άντρας», το οποίο είναι αφιερωμένο σε αυτόν αλλά περιέχει και μυθιστορηματικά στοιχεία.
«Η Φαλάτσι ήταν ένα οργισμένο, νευρικό άτομο» συνεχίζει η ίδια πηγή. «Εκανε όμως μεγάλο αντιχουντικό αγώνα και ανέδειξε διεθνώς όχι μόνο τον Παναγούλη αλλά και το αντιδικτατορικό κίνημα της Ελλάδας». Ηρθε στην Αθήνα για την κηδεία του και έμεινε στο ξενοδοχείο της πλατείας Κολοκοτρώνη, λίγα μέτρα μακριά από το γραφείο του Παναγούλη, στην οδό Κολοκοτρώνη 12.
«Ηταν και οι δύο έντονες προσωπικότητες, αλλά δεν είχαν απόλυτη ταύτιση στις πολιτικές αναλύσεις. Εκείνη ήταν επιθετική και δεν έτρεφε καμία συμπάθεια προς τους κομμουνιστές» θυμάται ο άνθρωπος αυτός που τους έκανε παρέα στη Ρώμη και στην Αθήνα. «Ενα βράδυ είχαμε πάει στην Πόλυ Πάνου, σε ένα υπόγειο της οδού Αμερικής όπου τραγουδούσε τότε. Μείναμε ως αργά, ήμασταν σε ευθυμία. “Θα έρθω να ζήσω εδώ” είπε η Φαλάτσι. “Και τι θα κάνεις; ” τη ρώτησε ο Αλέκος. “Θα σου πάρω ένα αυτοκίνητο για να με φέρνεις να ακούω την Πόλυ Πάνου”». Τελικά το αυτοκίνητο του το αγόρασε. Ηταν το μοιραίο Mirafiori στο οποίο σκοτώθηκε ο Παναγούλης.



