Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Μύθος. Τις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60 το όνομα του σουηδού σκηνοθέτη συμβόλισε περισσότερο από κάθε άλλον τον ευρωπαϊκό «κινηματογράφο του δημιουργού». Ηταν τέτοιο το μέγεθος της κινηματογραφικής συνέπειάς του που το επώνυμό του έγινε λέξη-κλειδί για την απόδοση συγκεκριμένου κινηματογραφικού ύφους. Ο όρος «bergmaneqsque» (τύπου Μπέργκμαν) χρησιμοποιείται για να υποδεικνύει κάθε ταινία που αποτυπώνει επίπονες διαπροσωπικές σχέσεις. «Καλύτερα από κάθε άλλονο Μπέργκμαν διαχειρίστηκε το εσωτερικό του ανθρώπου εξερευνώντας το πεδίο μάχης της ψυχής μας» έγραψε το 1988 ο Γούντι Αλεν, ένας από τους μεγαλύτερους επώνυμους θαυμαστές του Μπέργκμαν, τον οποίο «αντέγραψε» πολλάκις, όπως στις «Εσωτερικές σχέσεις». Ο Μπέργκμαν επηρέασε εκατοντάδες σκηνοθέτες. Η μορφή του Χάροντα ντυμένου με τον μαύρο μανδύα στην «Εβδομη σφραγίδα» (1957) έχει «περάσει» από πάμπολλες ταινίες, από τον «Ειρηνοποιό» τουΑλεν ως «Το νόημα της ζωής» των Μόντι Πάιθον. Και ο Στίβεν Σπίλμπεργκ έχει δημοσίως παραδεχθεί πως, ό,τι και να κάνει, δεν πρόκειται ποτέ να φθάσει τη δημιουργική αξία του Ινγκμαρ Μπέργκμαν.

Γιος λουθηρανού πάστορα, ο Μπέργκμαν γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου 1918 στην Ουψάλα και μεγάλωσε σε βαθιά θρησκευόμενο περιβάλλον, το οποίο επηρέασε βαθύτατα τη μετέπειτα προσωπικότητά του. Η παιδική ηλικία του ήταν βασισμένη σε έννοιες όπως η αμαρτία, η εξομολόγηση, η βάναυση τιμωρία, η άφεση και ο εξαγνισμός. Οι δαίμονες του παρελθόντος δεν έπαψαν ποτέ να τον καταδιώκουν και η Εκκλησία είναι συχνά παρούσα στις ταινίες του: από το «Μέχρι στον έρωτά μας» και τα «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας» ως την «Εβδομη σφραγίδα», τους «Κοινωνούντες» και βεβαίως το «Φάνι και Αλέξανδρος». Η τελευταία ταινία που σκηνοθέτησε για τον κινηματογράφο έχει τα περισσότερα αυτοβιογραφικά στοιχεία, γιατί στο «Φάνι και Αλέξανδρος» (που γυρίστηκε στην Ουψάλα) ο Μπέργκμαν κλείνει τους ανοιχτούς λογαριασμούς με τον πατέρα του, ο οποίος εδώ έχει την εικόνα ενός σκληρού πάστορα που βασανίζει τα παιδιά. «Σε μια οικογένεια πάστορα στην οποία μεγάλωσα εγώ γρήγορα μαθαίνει κανείς να βλέπει πίσω από τα παρασκήνια ζωής και θανάτου» είχε πει ο ίδιος.

Το θέατρο
Η καριέρα του άρχισε στο θέατρο (1937), μέσο το οποίο δεν έπαψε ποτέ να τον απασχολεί και στο οποίο συχνά επέστρεφε σκηνοθετώντας είτε έργα άλλων ( Στρίντμπεργκ,Σαίξπηρ, Καμί,Πιραντέλο,Ιψεν,Τενεσί Γουίλιαμς,Ανούιγ,Γκαίτε ) είτε δικά του («Ο θάνατος του Κάσπαρ», «Τιβολίτ», «Η Ραχήλ και ο θυρωρός του κινηματογράφου», «Η μέρα τελειώνει νωρίς», «Μανία», «Φόνος στην Μπαγέρνα» κτλ.). Επί σειρά ετών άλλωστε στην πατρίδα του, τη Σουηδία, ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν ήταν γνωστότερος για τη θεατρική δραστηριότητά του και είναι μάλλον ειρωνικό το γεγονός ότι το 1939 δεν έγινε δεκτός στο Δραματικό Θέατρο της Στοκχόλμης, το οποίο αργότερα διηύθυνε (1963).

Ο κινηματογράφος όμως ήταν που μετέτρεψε το όνομά του σε θρύλο. Το 1945 σκηνοθέτησε την πρώτη ταινία του, την «Κρίση», επίσης από θεατρικό έργο, του Λεκ Φίσερ. Από τότε δεν σταμάτησε να αναλώνεται σε μια επίπονη δραστηριότητα. Ταινίες όπως η «Νύχτα των σαλτιμπάγκων» και «Αγριες φράουλες» τον καταξίωσαν ως έναν από τους σπουδαίους εκφραστές του κινηματογράφου, ενώ μετά την προβολή στις Κάννες της 16ης ταινίας του, «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας», ο Μπέργκμαν έγινε η τελευταία λέξη της κινηματογραφικής μόδας. Τότε ήταν που ολόκληρη η υφήλιος αναρωτήθηκε ποιος είναι αυτός ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν αναζητώντας να δει όλες τις προηγούμενες ταινίες του.

Με την «Εβδομη σφραγίδα», τις «Αγριες φράουλες» και την «Πηγή των παρθένων» η φήμη του οδηγήθηκε στα ύψη και από τότε δεν ξεθώριασε ποτέ. Αρχικώς ο λογοτεχνικός τρόπος με τον οποίο ο Μπέργκμαν χρησιμοποίησε τον συμβολισμό υπήρξε το σήμα κατατεθέν του. Αργότερα, ιδιαίτερα στην τριλογία της σιωπής- «Η σιωπή», «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη», «Οι κοινωνούντες»-, ο Μπέργκμαν εγκατέλειψε τα βαρυσήμαντα σύμβολα αγγίζοντας τις συναισθηματικές εντάσεις μέσα σε μικρές ανθρώπινες ομάδες, σκηνοθετημένες αυστηρά και λιτά. Σεξουαλικά ταμπού όπως η αιμομειξία, η μοιχεία και η λανθάνουσα γυναικεία ομοφυλοφιλία είναι θεματικοί πυρήνες αυτών των ταινιών. Ολες αυτές οι γυναίκες

AP ΑΡ/ LΕVΥ ΑΡ/ ΕLΚΕ ΒRUΗΝ-ΗΟFFΜΑΝΝ ΑΡ/ SCΑΝΡΙΧ Από αριστερά: Με τον ιταλό σκηνοθέτη Φεντερίκο Φελίνι (δεξιά) σε συνέντευξη Τύπου στη Ρώμη τον Ιανουάριο του 1969. Με την Ινγκριντ Μπέργκμαν (αριστερά) και τη σύζυγό του Ινγκριντ στις Κάννες τον Μάιο του 1973. Τον Νοέμβριο του 1988 στο Βερολίνο για την απονομή βραβείου Felix. Με ένα φλιτζάνι τσάι το 1955 στα γυρίσματα της ταινίας «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας»

Η γυναίκα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις ταινίες του Μπέργκμαν. Εδινε στις ηθοποιούς εξαιρετικούς ρόλους, εξασφάλιζε τον θρίαμβό τους με σχολαστική επιμέλεια. Η σύγκρουση των δύο φύλων με σαφή υπεροχή του γυναικείου υπήρξε μόνιμος προβληματισμός του Μπέργκμαν, που όμως αντιμετώπισε διαλεκτικά αυτές τις συγκρούσεις. Εντονες προσωπικότητες ανακατεμένες σε διάφορα είδη- δράμα, κωμωδίες, κομεντί- οι γυναίκες του Μπέργκμαν παίρνουν πρωτοβουλίες, έχουν χάρη, στυλ και αυθάδεια. Στην «Πηγή των παρθένων» μια γυναίκα είναι εξαγνιστική αγία που βιάζεται και δολοφονείται. Ο ωμός ρεαλισμός στο «Καλοκαίρι με τη Μόνικα» εκφράζεται μέσα από το πρόσωπο της Χάριετ Αντερσον που βιώνει την απελευθέρωσή της με βάναυσα ένστικτα. Η Αντερσον και πάλι στο «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη» κινεί την ιστορία ως μια γυναίκα με τάσεις αυτοκτονίας. Οι γυναίκες της «Σιωπής» ( Ινγκριντ Τούλιν, Γκούνελ Λίντμπλομ ) είναι όντα που μολύνουν ή μολύνονται. Ενας μουσικός απομονωμένος στη βίλα του ταλαιπωρείται από ένα αστείο χαρέμι επτά γυναικών στην κωμωδία «Ολες αυτές οι γυναίκες» που ο Μπέργκμαν γύρισε ως διάλειμμα μετά τη «Σιωπή». Και τι να «πρωτοδια βάσει» κανείς μέσα από το αριστουργηματικά διαυγές «παιχνίδι» δισυπόστατου- διφορούμενου που εκφράζεται με τις ψυχώσεις, τις κινήσεις, τον λόγο και τις σιωπές δύο εκ διαμέτρου αντίθετων γυναικών: της αφασικής ηθοποιού ( Λιβ Ούλμαν ) και της δραστήριας αλλά εξίσου «προβληματικής» νοσοκόμας της ( Μπίμπι Αντερσον );

Ο χειρισμός των γυναικών στις ταινίες του Μπέργκμαν ήταν σαφώς πιο γενναιόδωρος από εκείνον της ζωής του. Οι «κακές γλώσσες» λένε ότι υπήρξε καταπιεστικός και εγωιστικός σύντροφος. Νυμφεύθηκε πέντε φορές και έκανε εννέα παιδιά- όχι όλα από γάμους: τη χορεύτρια Ελσι Φίσερ, τη θεατρική ανιματρίς Ελεν Λούντσρομ, τη δημοσιογράφο Γκουν Γκρουτ, την πιανίστρια Κάμπι Λάερτεϊ και την Ινγκριντ φον Ρόσεν (1971-1995, ο θάνατός της τον κλόνισε όμως). Οι σχέσεις που ανέπτυσσε με τις πρωταγωνίστριές του υπήρξαν επίσης θυελλώδεις. Χαρακτηριστικότερη παραμένει εκείνη με τη Λιβ Ούλμαν, με την οποία έζησε στο νησί Φάρο, την πολυαγαπημένη του τοποθεσία στην οποία άφησε χθες την τελευταία πνοή του. Ο Μπέργκμαν λάτρευε το Φάρο, για το οποίο μάλιστα στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 γύρισε το ντοκυμαντέρ «Οι άνθρωποι του Φάρο». Το είχε αποκαλέσει «κεραυνοβόλο έρωτα». Η εξορία
Επί σειρά ετών ο Μπέργκμαν αρνούνταν να σκηνοθετήσει εκτός Σουηδίας. Το νησί Φάρο άλλωστε ήταν ο ιδανικός χώρος έμπνευσής του. Τα πράγματα έμελλε να αλλάξουν όταν το 1976 οι οικονομικές διωκτικές αρχές της Σουηδίας εισέβαλαν στο θέατρό του προκειμένου να συγκεντρώσουν αποδεικτικά στοιχεία που θα τον έφερναν αντιμέτωπο με την κατηγορία της φοροδιαφυγής. Ο Μπέργκμαν συνελήφθη, ανακρίθηκε, διασύρθηκε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Σουηδία για τη Γερμανία, όπου έζησε για έξι χρόνια. Επέστρεψε μετά τη συμφιλίωσή του με τις σουηδικές αρχές το 1982. Σε λίγο επρόκειτο να αρχίσει τα γυρίσματα του «Φάνι και Αλέξανδρος». Στη Γερμανία απέδωσε φόρο τιμής στους γερμανούς εξπρεσιονιστές με το «Αβγό του φιδιού» (μια αποτυχία όμως) και γύρισε την πρώτη και μοναδική ταινία του με την Ινγκριντ Μπέργκμαν, τη «Φθινοπωρινή σονάτα».

Η ιδέα της επιστροφής
Ο Μπέργκμαν είχε πει ότι η κινηματογραφική σκηνοθεσία μετά το «Φάνι και Αλέξανδρος» ήταν για αυτόν παρελθόν. Παραδεχόταν όμως ότι η ιδέα να σκηνοθετήσει και πάλι στον κινηματογράφο ενίοτε επανερχόταν στο μυαλό του. Κατά καιρούς συμμετείχε στη συγγραφή κινηματογραφικών σεναρίων άλλων σκηνοθετών (όπως η Λιβ Ούλμαν που γύρισε την αριστουργηματική «Απιστη» σε δικό του σενάριο) και γύρισε ταινίες για την τηλεόραση (εννέα από την εποχή του «Φάνι και Αλέξανδρος», ανάμεσά τους και το «Μετά την πρόβα»). Κάποιες έχουν προβληθεί στις αίθουσες. Σε ό,τι αφορά όμως την κινηματογραφική σκηνοθεσία παρέμενε σταθερά απών. «Οποτε ετοιμάζω μια νέα δουλειά λέω διαρκώς στον εαυτό μου ότι αυτή θα είναι η τελευταία φορά» είπε ο σουηδός δημιουργός στο «Variety» όταν τον επισκέφθηκε στη Σουηδία με αφορμή τα γυρίσματα της τελευταίας ταινίας του «Saraband», που γυρίστηκε για λογαριασμό της σουηδικής τηλεόρασης. Ενιωσε «έγκυος με ένα ακόμη έργο», όπως χαρακτηριστικά γράφηκε, έστω και αν παραλίγο να παιχθεί και στις κινηματογραφικές αίθουσες κάποιων χωρών όπως η δική μας (δεν παίχθηκε διότι ο τελειομανής Μπέργκμαν δεν είχε μείνει ικανοποιημένος με την ποιότητα της μεταφοράς του βίντεο σε φιλμ). «Μου φαίνεται όμως ότι τελικά η κάθε φορά είναι η τελευταία φορά.Είμαι το ίδιο έκπληκτος όσο ο καθένας όποτε κάνω κάτι καινούργιο».

Η ιδέα της αυτοκτονίας

RΕUΤΕRS/ JΟΝΑS ΕΚSΤRΟΜΕR ΑΡ/ CLΑUS ΗΑΜΡΕL ΑΡ/ JΑCΟΒ FΟRSΕLL ΑΡ/ SCΑΝΡΙΧ Από αριστερά: Στη Στοκχόλμη σε συνέντευξη Τύπου για την τηλεοπτική σειρά «Αννα» τον Νοέμβριο του 2001. Με τη Λιβ Ούλμαν (δεξιά) στο Μόναχο τον Νοέμβριο του 1976. Πίσω από την κάμερα με τον Σβεν Νίκβιστ (αριστερά) στα γυρίσματα του «Φάνι και Αλέξανδρος» στην Ουψάλα τον Μάρτιο του 1982. Στη Στοκχόλμη το 1957

Ο θάνατος υπήρξε ένα από τα ζητήματα που απασχολούσαν έντονα το έργο του Μπέργκμαν. Πριν από μερικά χρόνια ο ίδιος παραδέχθηκε ότι ήταν έτοιμος να αποδεχθεί τον θάνατο ως κάτι απολύτως φυσιολογικό. Οχι απλώς ως δημιουργός αλλά ως άνθρωπος. Σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του δήλωσε ότι θα προτιμούσε να αυτοκτονήσει παρά να επιτρέψει στην ψυχή του να παγιδευθεί σε ένα σώμα που αργοπεθαίνει (είχε χρόνια προβλήματα με την υγεία του).

«Με φοβίζει η αβεβαιότητα της ζωής όσο και το βέβαιον του θανάτου» είχε πει δηλώνοντας ότι είναι έτοιμος να «σκηνοθετήσει» τον θάνατό του. «Το μόνο πράγμα που θεωρώ φριχτό είναι να γίνω ξαφνικά φυτό και βάρος στους άλλους».