Μέχρι στιγμής οι εκτιμήσεις πολλών οικονομολόγων – μεταξύ των οποίων και οι δικές μου – ότι η ελληνική οικονομία δεν θα επηρεασθεί σημαντικά από την σημαντική επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ και την ευρωζώνη, φαίνεται να βγαίνουν αληθινές. Ετσι, ενώ ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ των ΗΠΑ το 2008 θα είναι 1,8%, έναντι 2,2% το 2007, και της ευρωζώνης θα είναι 1,3% το 2008 έναντι 2,6%, για την Ελλάδα, οι εκτιμήσεις είναι ότι θα διατηρήσει ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 3,5% το 2008, έναντι 4,0% το 2007. Επίσης, ο ΟΟΣΑ δεν αναμένει σημαντικές μεταβολές το 2009.


Από την άλλη πλευρά, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί εφέτος στο επίπεδο 2,6% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 1,6%, και σχετικά πολύ κοντά στο 3% – όριο του Συμφώνου Σταθερότητας. Αντίθετα, στην ευρωζώνη το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 1,1% του αντίστοιχου ΑΕΠ.


Αυτή η σχετικά ισχυρή οικονομική ανάπτυξη υποδηλώνει ότι η οικονομία μας εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση άνθησης, παρά τις αυξανόμενες δυσκολίες που δημιουργεί η παρατεταμένη διεθνής κρίση. Με αυτό το δεδομένο, η παρατηρούμενη αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος δεν συνάδει με τα βασικά χαρακτηριστικά των οικονομικών κύκλων και φυσικά δεν δικαιολογείται από τη σκοπιά της βέλτιστης οικονομικής πολιτικής. Η τελευταία επιτάσσει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς μακροχρόνια, πλεονάσματα στις φάσεις της άνθησης και ελλείμματα στις φάσεις της ύφεσης.


Σε γενικές γραμμές, θεωρώ ότι τα περισσότερα από τα δημοσιονομικά μέτρα που έλαβε πρόσφατα η κυβέρνηση είναι στη σωστή κατεύθυνση, αφού ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης παραμένει υψηλός, παρά την επιβράδυνση, και το έλλειμμα του προϋπολογισμού διογκώνεται. Θα περίμενα, όμως, να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών.


Παρακάτω, θα προσπαθήσω να αιτιολογήσω γιατί στην παρούσα φάση τα μέτρα αυτά (δηλαδή, η μείωση των πρωτογενών δαπανών και η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του φορολογικού συστήματος) είναι, μάλλον, επιβεβλημένα.


Αφού το δημοσιονομικό έλλειμμα αυξάνεται εν μέσω μιας οικονομικής άνθησης και δεδομένης της προκυκλικότητας των φορολογικών εσόδων (δηλαδή, όταν αυξάνεται το ΑΕΠ αυξάνονται και τα φορολογικά έσοδα), θα πρέπει να μειωθούν οι δαπάνες και να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα του φορολογικού μηχανισμού. Τώρα, καθώς η υπέρβαση του προϋπολογισμού προέρχεται βασικά από την αύξηση των τόκων και των χρεολυσίων, λόγω της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης και της αύξησης του πληθωρισμού, η κυβέρνηση δεν έχει παρά να προσπαθήσει να μειώσει τις πρωτογενείς δαπάνες. Σημασία όμως έχει να υλοποιηθούν τα μέτρα. Αυτό μπορεί να είναι προφανές, αλλά η Ιστορία διδάσκει ότι στη χώρα μας δεν δίνεται η δέουσα προσοχή στην υλοποίηση μέτρων μείωσης των πρωτογενών δαπανών.


Από την αρχή της θητείας της, η κυβέρνηση υιοθέτησε ένα πρόγραμμα μείωσης των φορολογικών συντελεστών. Το πρόγραμμα αυτό έχει συμβάλει στην παρατεταμένη οικονομική άνθηση και σε κάθε περίπτωση η τυχόν διακοπή του θα δημιουργούσε προβλήματα αξιοπιστίας απέναντι στην κυβέρνηση. Είναι δε γνωστό τοις πάσι ότι ο λόγος των εμμέσων προς τους άμεσους φόρους στη χώρα μας είναι ο υψηλότερος στην ευρωζώνη, ώστε η περαιτέρω αύξηση των εμμέσων φόρων για την αντιμετώπιση του ελλείμματος να δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Συνεπώς, για όλους τους παραπάνω λόγους, η αύξηση των φορολογικών συντελεστών σε αυτή τη φάση δεν ενδείκνυται.


Από την άλλη πλευρά, μελέτες καταδεικνύουν ότι υπάρχει χαμηλή αποτελεσματικότητα στους εισπρακτικούς μηχανισμούς του κράτους, η οποία εντοπίζεται κυρίως στη φοροδιαφυγή σημαντικών κατηγοριών του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, όπως για παράδειγμα, ορισμένων κατηγοριών ελευθέρων επαγγελματιών αλλά και δημοσίων λειτουργών με παράλληλη απασχόληση. Θεωρώ ότι υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες περαιτέρω μέτρων προς την κατεύθυνση αυτή, τόσο για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας όσο και για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης.


Παρόμοια ισχύουν για την περίπτωση εισοδημάτων από κεφάλαιο, τα οποία δεν φορολογούνται – όπως, για παράδειγμα, η περίπτωση της υπεραξίας που προκύπτει από πώληση μετοχών -, αν και θα πρέπει να συμψηφίζονται ζημιές και κέρδη από πράξεις σε μετοχές. Εκτιμώ, ωστόσο, ότι διαφορετικός θα έπρεπε να είναι ο χειρισμός της φορολογίας των μερισμάτων, καθώς στη χώρα μας η φορολογία του κεφαλαίου έναντι της εργασίας είναι η υψηλότερη στην ευρωζώνη και θεωρείται ότι δημιουργεί προβλήματα αποτελεσματικότητας για την οικονομία μας. Ευελπιστώ ότι μέσα στο πρόγραμμα φορολογικής μεταρρύθμισης και απλοποίησης των φόρων που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση θα εξεταστούν τα θέματα των κινήτρων από την επιβολή φόρων επί των παραγωγικών συντελεστών.


Ο κ. Τρύφων Κολλίντζας είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Attica Bank.