«Κλιμτ, Σίλε, Κοκόσκα και η εποχή τους» τιτλοφορείται η έκθεση που θα ανοίξει στο Μέγαρο Μουσικής στις 23 Οκτωβρίου. Τα εβδομήντα έργα που θα παρουσιαστούν ανήκουν στο Μουσείο Leopold της Βιέννης. Η έκθεση, όπως και η συλλογή του Μουσείου, είναι επικεντρωμένη στο έργο του Εγκον Σίλε, ο οποίος ωστόσο πλαισιώνεται από προγενέστερους και συγχρόνους του καλλιτέχνες. Θα παρουσιαστούν δεκαέξι έργα του Σίλε, καθώς και έργα του Γκούσταφ Κλιμτ, του Οσκαρ Κοκόσκα, του Κόλο Μόζερ, του Καρλ Μολ κ.ά. Η έκθεση, την οποία έχει επιμεληθεί η ιστορικός τέχνης Εφη Ανδρεάδη, είναι οργανωμένη σε τρία τμήματα που καλύπτουν τα σημαντικά κινήματα της λεγόμενης «Αυστριακής Ανοιξης», η οποία εκτυλίχθηκε το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα. Ως πρόγευση της έκθεσης ο συλλέκτης Ρούντολφ Λέοπολντ, δημιουργός του Μουσείου Leopold, περιγράφει το σκεπτικό της συλλογής του και κυρίως την κεντρική φυσιογνωμία της, τον Εγκον Σίλε.




– Πώς αποφασίσατε να συγκροτήσετε μια συλλογή τόσο εστιασμένη σε έργα αυστριακής τέχνης και ειδικά στον Εγκον Σίλε;


«Οταν άρχισα να συλλέγω, ήθελα να αποκτήσω μόνο ό,τι καλύτερο και ό,τι ομορφότερο. Στο Μουσείο Kunsthistorisches της Βιέννης είχα δει τα θαυμάσια έργα του Βερμέερ, του Μπρύγκελ και του Βελάσκες και φυσικά ήξερα ήδη ότι μια συλλογή τόσο ακριβών παλαιών έργων τέχνης δεν θα ήταν δυνατή. Αφού έψαξα για πολύ καιρό σε οίκους δημοπρασιών, εμπόρους τέχνης και ιδιωτικές συλλογές, βρήκα έναν εξαντλημένο κατάλογο με τα έργα του Εγκον Σίλε σε δημοπρασία βιβλίων. Ηταν ασπρόμαυρος αλλά είχε υπέροχες εκτυπώσεις των έργων και έτσι πήρα μια καλή ιδέα. Ενθουσιάστηκα αμέσως. Μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι ο Σίλε είχε σχεδιαστική ικανότητα συγκρίσιμη με τους μεγάλους δασκάλους, συνδυασμένη με πολύ εκφραστική προσέγγιση της απεικόνισης, έτσι ώστε τα θέματα των έργων του να είναι τα θέματα του καιρού μας: στους πίνακές του ο Σίλε απεικονίζει τη μοναξιά, τους αποχαιρετισμούς, την υπαρξιακή αγωνία, τον ερωτισμό και τη μελαγχολία, αλλά με τέτοιον τρόπο που είναι τόσο διεισδυτικός και συνάμα σχεδόν ανακουφιστικός στην ομορφιά του. Αρχισα να αγοράζω έργα του καλλιτέχνη, ακολουθώντας τους δρόμους που είχαν πάρει. Κάποιες φορές τα εντόπιζα σε άλλες χώρες και μια φορά ακόμη και πίσω από μια ντουλάπα: ο ιδιοκτήτης του έργου το είχε κληρονομήσει αλλά δεν το ήθελε στον τοίχο του και χάρηκε που μπόρεσε να το πουλήσει. Μια άλλη φορά κατεβάσαμε έναν πίνακα από σοφίτα. Σε μια δημοπρασία στο Dorotheum (σ.σ.: ο κορυφαίος οίκος δημοπρασιών της Βιέννης) όλοι γύριζαν το κεφάλι τους για να δουν τον βλάκα που ήθελε να αγοράσει πίνακα του Σίλε. Στη διάρκεια των χρόνων η συλλογή μεγάλωσε και περιέλαβε και άλλους καλλιτέχνες, έτσι ώστε η αυστριακή τέχνη να εκπροσωπείται από τα καλύτερα έργα της. Προκειμένου να διατηρηθεί η συλλογή ανεγέρθηκε ίδρυμα με τη βοήθεια της αυστριακής κυβέρνησης και της εθνικής τράπεζας. Και για να έχει πρόσβαση το κοινό στη συλλογή χτίστηκε νέο κτίριο στο Museums Quartier της Βιέννης».


Οταν επισκέπτεται κανείς το Museums Quartier της Βιέννης, όπου βρίσκεται το Μουσείο Leopold, έχει την αίσθηση ότι βλέπει μια επισκόπηση της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης…


«Ναι, πράγματι, έχει δημιουργηθεί ένα συνεχές μονοπάτι μέσα στην ιστορία της τέχνης: ο άλλος μας γείτονας, το Μουσείο Kunsthistorisches, εκθέτει τέχνη ως το 1800. Το Μουσείο Leopold δείχνει έργα από το 1800 ως το 1968. Στο MuMoK (σ.σ.: Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης) παρατηρεί κανείς έργα σύγχρονων καλλιτεχνών, ενώ εκλαμβάνουμε την Kunsthalle (σ.σ.: Αίθουσα Τέχνης) ως πεδίο πειραματισμού».




– Σε πολλές σύγχρονες εκδόσεις ιστορίας της μοντέρνας τέχνης ο ρόλος της Βιεννέζικης Απόσχισης έχει επανεκτιμηθεί σε βαθμό ώστε να θεωρείται πλέον ως ένα από τα σημεία εκκίνησης του μοντερνισμού…


«Είναι συχνά εντυπωσιακό το πόσος χρόνος χρειάζεται ώστε μια πολιτιστική εξέλιξη μεγάλης έντασης να ανακαλυφθεί εκ νέου και να εμπλουτίσει την κατανόησή μας για τον πολιτισμό. Παράδειγμα, η αναβάθμιση του Εγκον Σίλε από τη θέση του ξεχασμένου και άγνωστου καλλιτέχνη στη δεκαετία του 1950 στη θέση του πιο ζηλευτού καλλιτέχνη της εποχής του, η τέχνη του οποίου θεωρείται θησαυρός. Η έκθεση “Vienne 1900” στο Grand Palais του Παρισιού, με 50 έργα από το Μουσείο Leopold Museum, δέχθηκε 6.000 επισκέπτες την ημέρα!».


– Είναι δυνατόν να εντοπιστεί η επιρροή του Εγκον Σίλε σε κατοπινούς καλλιτέχνες ή επρόκειτο απλώς για περίπτωση μεμονωμένη;


«Η ευθεία επιρροή του είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Θα έλεγε κανείς ότι ο καλλιτέχνης Χορστ Γιάνσεν από το Αμβούργο δείχνει μια συγγένεια με τον Σίλε στις ερωτικές σκηνές του. Ο Βιεννέζος Καρλ Αντον Φλεκ μπορεί ίσως να αναφερθεί με επιφύλαξη και πιθανώς ο Ανσελμ Κίφερ έχει σε κάποια σημεία εμπνευστεί από τον Σίλε. Οι Βιεννέζοι Ακτιονιστές, όπως ο Ανουλφ Ράινερ ή η Βάλι Εξπορτ, έχουν επηρεαστεί όπως και η Ελκε Κρύστουφεκ. Μια σειρά καλλιτέχνες έχουν εσωτερικεύσει την επιρροή του Σίλε στην προσέγγισή τους στο ανθρώπινο σώμα και μπορεί κανείς να εντοπίσει μια τέτοια προσέγγιση στο έργο των Χανς Μπέλμερ, Σίντι Σέρμαν και Μπρους Νάουμαν».


– Ποιο κατά τη γνώμη σας είναι το σημαντικότερο κληροδότημα των καλλιτεχνών που θα δούμε στην Αθήνα και της εποχής τους;


«Το κληροδότημα της Art Nouveau είναι η “χάρη και η αισθαντικότητα”. Το κληροδότημα του εξπρεσιονισμού είναι η υπόμνηση να μην πιστεύουμε στη “φαινόμενη ομορφιά” και η αναγνώριση του βάθους της ανθρώπινης ψυχής».


– Γιατί πιστεύετε ότι πρέπει οι χώρες και τα μουσεία τους να μοιράζονται τους θησαυρούς τους με τον υπόλοιπο κόσμο;


«Αυτοί που μπορούν να κάνουν συχνά ταξίδια για να δουν τέχνη αποτελούν μικρή ομάδα. Είμαι πολύ χαρούμενος για το ότι πολλοί ακόμη φιλότεχνοι μπορούν τώρα να δουν αυστριακή τέχνη στην Αθήνα, εφόσον για εμάς η Ελλάδα είναι το λίκνο της ευρωπαϊκής τέχνης».