Τώρα μακέτα, σε τρία χρόνια πραγματικότητα. Το μεγαλύτερο (110.000 θέσεις) Ολυμπιακό Στάδιο του πλανήτη, με υπερσύγχρονα συστήματα, υπολογίζεται να κοστίσει περίπου 133 δισ. δρχ. και να είναι έτοιμο το 1999 για να φιλοξενήσει τους Ολυμπιακούς του Σίντνεϊ το 2000
ΙΔΟΥ λοιπόν που οι Αυστραλοί αποδεικνύονται φρονιμότεροι των Αμερικανών και, διδασκόμενοι από τα παθήματα της Ατλάντα, φροντίζουν να λάβουν εγκαίρως τα μέτρα τους για να αποφύγουν τυχόν παρατράγουδα στην Ολυμπιάδα που θα διεξαχθεί το 2000 στο Σίντνεϊ.
Ηταν σαν το αβγό του Κολόμβου: αφού τα θαλάσσωσαν, όντας ανεξέλεγκτοι, οι ιδιώτες της Μέκκας του υπαρκτού και εφαρμοσμένου καπιταλισμού, οι νουνεχείς ιθύνοντες του Σίντνεϊ αποφάσισαν να παραδώσουν τα ηνία της Ολυμπιάδας που ετοιμάζουν πυρετωδώς σε δικό τους άνθρωπο. Ετσι, τον πρώτο λόγο στην οργανωτική επιτροπή της Ολυμπιάδας του Σίντνεϊ έχει τώρα η κυβέρνηση της περιοχής της Νέας Νότιας Ουαλίας. Πρόεδρος ανέλαβε ο υπουργός Αθλητισμού κ. Μάικλ Νάιτ ο οποίος αντικατέστησε τον επιχειρηματία κ. Τζον Ιλιφ που είχε αναλάβει αρχικά την εποπτεία της Ολυμπιάδας.
Μετά από όλα όσα έγιναν στην Ατλάντα, κυρίως λόγω των προστριβών που είχαν δημιουργηθεί ανάμεσα στις δημοτικές αρχές και στην Οργανωτική Επιτροπή (της Ατλάντα), η πρωτοβουλία αυτή των Αυστραλών έφερε μεγάλη ανακούφιση στα μέλη της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (ΔΟΕ). «Εμαθαν πολλά από το πάθημα της Ατλάντα οι Αυστραλοί», δηλώνει ο κ. Ζακ Ροζ, εκπρόσωπος του Βελγίου στη ΔΟΕ, επικεφαλής της συντονιστικής επιτροπής που έχει αναλάβει την εποπτεία της Ολυμπιάδας του Σίντνεϊ. «Είδαν στην Ατλάντα αυτά που η ΔΟΕ γνώριζε πολύ καλά από καιρό, ότι δηλαδή είναι απαραίτητη η βοήθεια των τοπικών, επαρχιακών και κρατικών αρχών για να πετύχει η διοργάνωση».
Ετσι, λοιπόν, στην Αυστραλία δημιουργούνται οι προϋποθέσεις στενής συνεργασίας κράτους – ιδιωτών οργανωτών, με τον πρόεδρο της οργανωτικής επιτροπής κ. Νάιτ, υπουργό Αθλητισμού και Δημοσίων Εργων, που αντικαθιστά τον κ. Ιλιφ, έμπορο στο επάγγελμα (διευθύνων σύμβουλος της αλυσίδας καταστημάτων Γούλγουορθ). Με αυτή την ουσιαστική αλλαγή, το Σίντνεϊ εγκαταλείπει τη συνταγή της Ατλάντα (ο ιδιωτικός τομέας αναλαμβάνει τα πάντα) και ακολουθεί το παράδειγμα της Βαρκελώνης (όπου οι δημοτικές και κρατικές αρχές συνέδραμαν τους ιδιώτες στο δύσκολο έργο της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων 1992). Ετσι ελπίζουν ότι θα αποφύγουν τα καρναβάλια και τα παρατράγουδα που καταλήγουν στον διασυρμό της ολυμπιακής ιδέας και όλα αυτά που συνέβησαν στην Ατλάντα, όπου έγινε εμπορευματοποίηση των πάντων μέχρι σημείου που ενοχλήθηκαν ακόμη και αρκετοί από τους καλομαθημένους στη γλυκιά ζωή «αθάνατοι» της ΔΟΕ.
Επιπλέον οι αυστραλοί διοργανωτές έχουν και το προνόμιο της έστω μερικής κρατικής επιχορήγησης και επομένως θα απαλλαγούν από ορισμένα οικονομικά βάρη. Ο προϋπολογισμός της οργανωτικής επιτροπής φτάνει σε ύψος 1,3 δισ. δολαρίων (έναντι 1,7 δισ. της Ατλάντα). Μέχρι στιγμής η ΔΟΕ έχει εξασφαλίσει από την πώληση των δικαιωμάτων τηλεοπτικής αναμετάδοσης της Ολυμπιάδας του 2000 ποσόν 1,1 δισ. δολαρίων και από αυτά το 60% θα το δώσει, ως εκ των κανονισμών οφείλει, στους διοργανωτές του Σίντνεϊ (θα εισπράξουν δηλαδή 666 εκατ. δολάρια).
Τέλος, το κόστος των απαραίτητων έργων υποδομής και τα έξοδα για την ανέγερση σταδίων, κτιρίων και αθλητικών εγκαταστάσεων θα τα αναλάβει εξ ολοκλήρου το κράτος.



