Ο Ευάγγελος Αλεξίου είναι ένας νέος άνδρας από αυτούς που δεν θα περίμενε κανείς να τους συναντήσει σε θαλάμους νοσοκομείου ή να πληροφορηθεί πως δεν τους απομένουν παρά μόνο λίγες ημέρες ζωής. Και όμως αυτή ήταν η πρόγνωση για τον 40χρονο Ευάγγελο τον Ιανουάριο του 2004. Σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά όμως ο Ευάγγελος δεν είναι απλώς ζωντανός: έχει επιστρέψει στην εργασία του ως δημοτικού αστυνομικού στην επαρχιακή πόλη της Ηπείρου, όπου ζει με τη σύζυγό του και τα δύο παιδιά τους, ηλικίας 9 και 8 ετών. H ασθένεια που παρ’ ολίγον να αποβεί μοιραία για τον Ευάγγελο Αλεξίου ήταν η καρδιακή ανεπάρκεια. Οσο για τον λόγο χάρη στον οποίον ο έλληνας πρώην ασθενής βρίσκεται σήμερα ανάμεσά μας, αυτός είναι μια πρωτοποριακή επέμβαση η οποία πρωτοξεκίνησε από την ομάδα του καθηγητή Μαγκντί Γιακούμπ του Νοσοκομείου του Χέρφιλντ στο Λονδίνο. Ο αιγυπτιακής καταγωγής γιατρός παρουσίασε την περίπτωση του Ευάγγελου Αλεξίου κατά τη διάρκεια του 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Καρδιαγγειακής Ιατρικής με τίτλο «Cardio Athena 2005», το οποίο πραγματοποιήθηκε πρόσφατα. «Το Βήμα» παρακολούθησε τη διάλεξη, μίλησε με τον κ. Γιακούμπ, τον έλληνα συνεργάτη του καρδιοχειρουργό κ. Στ. Θεοδωρόπουλο και τον κ. Αλεξίου και σας παρουσιάζει τα δεδομένα μιας σωτήριας επέμβασης.
Το σύμπτωμα που οδήγησε τον κ. Αλεξίου στον γιατρό ήταν η δύσπνοια. Πρόκειται για το συχνότερο σύμπτωμα της καρδιακής ανεπάρκειας, της νόσου η οποία μπορεί να προκύψει από πολλές αιτίες και η οποία χαρακτηρίζεται από αυτό ακριβώς που περιγράφει το όνομά της: η δραστηριότητα της καρδιάς δεν επαρκεί για να εξωθήσει το αίμα στην περιφέρεια. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι η πλημμελής δραστηριότητα ενός ζωτικού οργάνου έχει άμεσες συνέπειες σε ολόκληρο τον οργανισμό. Καθώς λοιπόν η ποσότητα του αίματος που εξωθεί η καρδιά προς την περιφέρεια ελαττώνεται, το αίμα λιμνάζει τόσο στην ίδια την καρδιά όσο και στους πνεύμονες και στα περιφερικά αγγεία. Δημιουργούνται έτσι οιδήματα (πνευμονικό, δέρματος, μαλακών ιστών) και δυσκολία στην αναπνοή, ενώ σιγά σιγά αρχίζουν να υπολειτουργούν το ήπαρ και οι νεφροί. Επιπροσθέτως η καρδιά γίνεται υπερτροφική ως αποτέλεσμα της προσπάθειας που καταβάλλει να ανταποκριθεί στο έργο της.
H καρδιακή ανεπάρκεια είναι μια σοβαρή νόσος, η οποία όμως επιδέχεται θεραπείας. Οπως εξήγησε ο κ. Θεοδωρόπουλος, «κάποια περιστατικά ανταποκρίνονται καλά στη φαρμακευτική αγωγή, κυρίως με διουρητικά. Οταν οι δυνατότητες της φαρμακευτικής αντιμετώπισης εξαντληθούν, τη λύση μπορεί να δώσει η χειρουργική πραγματοποιώντας κοιλιοπλαστική η οποία αποβλέπει στην αναδιαμόρφωση αριστερής κοιλίας της καρδιάς και της μιτροειδούς βαλβίδος ώστε να αυξηθεί η απόδοση του οργάνου. Στις περιπτώσεις που τα παραπάνω δεν ενδείκνυνται η μεταμόσχευση αποτελεί επίσης μια άλλη λύση».
Υπάρχουν όμως και φορές που τίποτε από τα παραπάνω δεν μπορεί να εφαρμοστεί: τα φάρμακα και η κοιλιοπλαστική ενδείκνυνται για περιορισμένο αριθμό ασθενών, ενώ, όπως όλοι γνωρίζουμε, τα μοσχεύματα δεν περισσεύουν. Απάντηση στο πρόβλημα ενός ποσοστού ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να δώσει η σχετικώς νέα μέθοδος του remodeling, της αντιστροφής δηλαδή της πορείας η οποία οδήγησε στη δημιουργία της καρδιακής ανεπάρκειας. Πρακτικώς η μέθοδος συνίσταται σε μια συνδυασμένη αντιμετώπιση η οποία περιλαμβάνει αρχικά την εμφύτευση μιας αντλίας και στη συνέχεια τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. H αντλία δεν είναι μόνιμη, παραμένει στην καρδιά ώσπου η φαρμακευτική αγωγή να επιφέρει αποτελέσματα και στη συνέχεια απομακρύνεται.
H εμφύτευση αντλιών δεν είναι κάτι ξένο στην καρδιοχειρουργική και ο τύπος αντλίας που χρησιμοποιείται στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε σχεδιαστεί για τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που περίμεναν μόσχευμα. H αντλία, η οποία τοποθετείται πάνω από την καρδιά, παρέτεινε τη ζωή των ασθενών αφού ανελάμβανε να επιτελεί το έργο που αδυνατούσε να επιτελέσει η καρδιά τους. Στην ουσία η μέθοδος του καθηγητού Γιακούμπ και των συνεργατών του ξεπήδησε από παρατηρήσεις που έγιναν σε τέτοιους ασθενείς και σύμφωνα με τις οποίες η καρδιά που χάρη στη βαλβίδα δούλευε «στο ρελαντί» έδειχνε σημάδια ανάκαμψης. Οπως σημειώνεται σε άρθρο του καθηγητού Γιακούμπ στην ιατρική επιθεώρηση «European Heart Journal» (τεύχος 22, σελ. 534-540, 2001) όπου περιγράφονται τα αποτελέσματα των πρώτων εφαρμογών της μεθόδου, αυτή αναπτύχθηκε με στόχο να βελτιστοποιήσει την ανάκαμψη σε βαθμό ώστε οι ασθενείς να μη χρειάζονται πια ούτε τη βαλβίδα ούτε βεβαίως το μόσχευμα.
H μέθοδος δεν μπορεί να θεωρηθεί απλή: περιλαμβάνει δύο χειρουργικές επεμβάσεις (η πρώτη για να εισαχθεί η αντλία και η δεύτερη για να εξαχθεί), νοσηλεία που κάθε φορά φτάνει σε αρκετές εβδομάδες και στενή ιατρική παρακολούθηση. Μετά την εισαγωγή της αντλίας και αφού ο ασθενής αναρρώσει και η καρδιά ξεκουραστεί αρχίζει η πρώτη φαρμακευτική αγωγή η οποία στοχεύει να μειώσει την παθολογική υπερτροφία του οργάνου. Οταν αυτός ο πρώτος στόχος έχει επιτευχθεί, χορηγείται μια δεύτερη φαρμακευτική αγωγή η οποία προκαλεί τη φυσιολογική πάχυνση των τοιχωμάτων της καρδιάς ώστε να αποκτήσουν βαθμιαία την ικανότητα να εξωθούν επαρκώς το αίμα στην περιφέρεια. Προφανώς η πορεία του ασθενούς παρακολουθείται λεπτομερώς με πληθώρα εξετάσεων που πραγματοποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα, τόσο για το διάστημα που εκείνος φέρει την αντλία (την μπαταρία της οποίας ο ασθενής φέρει επίσης διαρκώς και για την καθημερινή επαναφόρτιση της οποίας είναι προσωπικά υπεύθυνος) όσο και όταν η αντλία έχει απομακρυνθεί. Οπως διευκρίνισε μιλώντας στο «Βήμα» ο καθηγητής Γιακούμπ, «η μέθοδος άρχισε να εφαρμόζεται σε ανθρώπους πριν από περίπου έξι χρόνια και είναι απόρροια 15ετούς πειραματισμού ο οποίος εξασφαλίζει ότι είμαστε σε θέση να παρακολουθήσουμε μια πληθώρα δεικτών που αποκαλύπτουν τι συμβαίνει στο μυοκάρδιο».
Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, η επιτυχία της μεθόδου μπορεί να ξεπεράσει το 60% όταν εφαρμόζεται σε ασθενείς των οποίων τα αγγεία είναι υγιή. Ισως το ποσοστό αυτό να ακούγεται μικρό αλλά, αν σκεφθεί κανείς ότι η μέθοδος εφαρμόζεται σε ασθενείς σε τελικό στάδιο καρδιακής ανεπάρκειας, αντιλαμβάνεται ότι το νούμερο είναι τεράστιο. Στη χώρα μας το πρωτόκολλο του καθηγητή Γιακούμπ άρχισε να εφαρμόζεται πρόσφατα. Ο κ. Αλεξίου ήταν ο πρώτος ασθενής που ολοκλήρωσε επιτυχώς τη θεραπεία, ακολούθησαν άλλοι δύο, ενώ ένας τέταρτος πολύ νεαρός ασθενής βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο μέσον της θεραπείας. H πολύμηνη θεραπεία λαμβάνει χώρα στο ιδιωτικό θεραπευτήριο Ιασώ General (το οποίο χρηματοδότησε και τα πρώτα περιστατικά) και στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα. Σημειώνεται ότι πρόσφατα οι δύο συνεργαζόμενες ιατρικές ομάδες έλαβαν και την έγκριση του υπουργείου Υγείας για εφαρμογή της θεραπείας και κατ’ επέκταση κάλυψη των εξόδων που απαιτούνται από τα Ταμεία.
Βεβαίως η κάλυψη των εξόδων είναι κάτι πολύ σημαντικό για τους ασθενείς, αλλά υπάρχει και κάτι που πραγματικά «δεν πληρώνεται με τίποτε». Πρόκειται για την ψυχική δύναμη που πρέπει να έχει ο ασθενής για να αντεπεξέλθει σε μια μακρά θεραπευτική πορεία. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που ο Ευάγγελος Αλεξίου μία φορά στις 15 ημέρες που κατεβαίνει στην Αθήνα για τις τακτικές εξετάσεις του (οι οποίες είναι άριστες) δεν παραλείπει να επισκεφθεί τον νεαρό ασθενή που υποβάλλεται αυτή την περίοδο στη θεραπεία. Γιατί, κακά τα ψέματα, μόνο όποιος έχει βαδίσει στον ίδιο δρόμο μπορεί να καταλάβει… «Περαστικά» από καρδιάς.



