Το κυρίαρχο μέλημα των σοφών πατέρων του δημοκρατικού φιλελευθερισμού ήταν να περιορίσουν την πολιτική αυθαιρεσία. Εμπνεόμενοι από διάχυτη «ανθρωπολογική» απαισιοδοξία, φοβούνταν πριν από όλα την κατάχρηση δύναμης όλων των ισχυρών. Οσο και αν διατυμπανίζουν την αρετή τους και τις καλές τους προθέσεις, οι κρατούντες είναι πάντα εξουσιαστές. Και έτσι, στο μέτρο που όλες οι εξουσίες τείνουν να αυθαιρετούν και να καταπιέζουν, ο περιορισμός των ευχερειών και αρμοδιοτήτων τους εμφανίζεται ως προϋπόθεση της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Η μεγαλύτερη, ίσως μάλιστα και η μόνη διαρκής κατάκτηση του φιλελευθερισμού εντοπίζεται στη θεμελιώδη ανάγκη σεβασμού των «περιοριστικών» διαδικασιών, στην τήρηση του νόμου, στην εμμονή στη διαδικαστική δικαιοσύνη.


Για να τιθασευθούν εκείνοι που κρατούν στα χέρια τους τα μέσα της υλικής βίας, θα πρέπει λοιπόν να υπάγουν τις ενέργειές τους σε αυστηρότατες έννομες προϋποθέσεις. Αυτή είναι η πεμπτουσία του φιλελεύθερου Κράτους Δικαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι η φιλελεύθερη εξουσία ορίζεται από τον Μαξ Βέμπερ ως το έννομο μονοπώλιο της βίας. Και η λέξη-κλειδί είναι φυσικά το «έννομο». Ο νόμος, και μάλιστα ο γενικός και απρόσωπος νόμος, είναι εκείνος που υποτίθεται ότι προδιαγράφει τα όρια της εξουσίας. Μιας εξουσίας που δεν επιτρέπεται ποτέ να υπερβαίνει τους όρους εντολής της, ακόμη και αν «έχει δίκιο», ακόμη και αν κινδυνεύει, ακόμη και αν κλυδωνίζεται, ακόμη και αν χάνεται.


Στις ίδιες υποτίθεται αρχές στηρίζεται και η διεθνής έννομη τάξη. Η Κοινωνία των Εθνών, ο ΟΗΕ και το διεθνές δίκαιο δεν υπήρξαν παρά τα διστακτικά προανακρούσματα μιας επιθυμητής παγκόσμιας τάξης η οποία θα επιχειρούσε να τιθασεύσει τους ισχυρούς του κόσμου θέτοντας όρια στις εξουσιαστικές τους διαθέσεις και «αρμοδιότητες». Και έτσι, ώσπου να υπάρξει μια πραγματική υπερεθνική τάξη ­ το άπιαστο όνειρο του Κάντιου, και όλων των διαδόχων του ­ οι κυρίαρχες ανεξάρτητες χώρες άρχισαν σιγά σιγά να αυτοδεσμεύονται ως προς ποικίλες εκφάνσεις τής άλλως ανεξέλεγκτης εξωτερικής δράσης τους. Στο πλαίσιο αυτό, με ιώβεια υπομονή και εν γνώσει της δυσκολίας του εγχειρήματος, οι ζηλωτές της γκρίζας διεθνούς νομιμότητας άρχισαν να χτίζουν ένα οικοδόμημα που ήλπιζαν να αντέξει στον χρόνο. Η συσσώρευση διακηρύξεων, κανονισμών, διεθνών συμβάσεων και προσωρινών συμφωνιών οδήγησε στη βαθμιαία κατασκευή ενός τεράστιου corpus κανόνων που υποτίθεται ότι δέσμευαν όλους, ισχυρούς και μη. Παρ’ όλη τη χειραγώγηση των πλειοψηφιών των διεθνών σωμάτων, παρ’ όλη την ευκαιριακή κατάχρηση και αυθαιρεσία των αυτόκλητων ηγετών, παρ’ όλο που οι κανόνες παρέμεναν σε πολλά σημεία γράμμα νεκρό, η διεθνής νομιμότητα άρχισε να κατασκευάζεται. Βοηθούσης και της ισορροπίας του τρόμου, τα όρια της «αυθαιρεσίας» των ισχυρών φαίνονταν να συρρικνώνονται. Οι αισιόδοξοι άρχισαν να πιστεύουν ότι δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις για μια ατελή έστω διεθνή κοινότητα που σέβεται κατ’ αρχήν τις έννομες διαδικασίες. Αυτός ήταν ο ΟΗΕ.


Ακόμη μία φορά αποδείχθηκε ότι οι αισιόδοξοι είχαν άδικο. Η εκούσια αυτοδέσμευση των ισχυρών δεν ίσχυσε παρά για όσο διάστημα οι ισχυροί ήταν περισσότεροι του ενός. Μόλις κατέρρευσε το αντίπαλον δέος, η ρήση ότι αν η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα, επικυρώθηκε. Από τη στιγμή που οι κοσμοκράτορες πίστεψαν στην απόλυτη δύναμή τους, όλες οι διαδικασίες, όλες οι έννομες προδιαγραφές, όλες οι προσπάθειες σεβασμού μιας εξ ορισμού χρονοβόρας και δύστοκης «νομιμότητας» εμφανίσθηκαν παρωχημένες και περιττές. Για εκείνους που δεν είχαν πια ανάγκη ούτε να διαπραγματευθούν ούτε να ισορροπήσουν, ο ΟΗΕ και το διεθνές δίκαιο άρχισαν να φαντάζουν σαν οχληρές και μη αναγκαίες γραφειοκρατικές εμπλοκές. Η «επιρροή» και ο «εκβιασμός» των πλειοψηφιών κόστιζε χρήμα, χρόνο και ενέργεια. Ως νεκρό βάρος που δεν αντιστοιχεί πλέον στις συνθήκες, οι κανόνες θεωρήθηκαν αίφνης αναλώσιμοι. Οι ισχυροί ούτε εκλιπαρούν, ούτε πιέζουν, ούτε συζητούν. Διατάσσουν.


Ο μετασχηματισμός του ΝΑΤΟ σε διεθνή δύναμη καταστολής εντάσσεται σε αυτήν ακριβώς τη σατανική λογική. Το μονοπώλιο της βίας εκείνων που, όπως ο πρόεδρος Κλίντον, νομίζουν ότι η μοίρα (ή ο Θεός) τους εμπιστεύθηκε την τύχη του κόσμου εμφανίζεται απλώς ως εξ αποκαλύψεως «αλήθεια». Μη δίνοντας λογαριασμό σε κανέναν, δεν έχουν κανένα λόγο να εμφανίσουν εαυτούς ως φορείς νόμιμης, άρα και περιορισμένης ισχύος. Αρκεί να είναι φορείς αυτής της «αλήθειας», μιας αλήθειας που βρίσκεται προ και πέραν της οποιασδήποτε νομιμοποίησής της. Η απόλυτη εξουσία επανήλθε ξαφνικά στο φρικτό προφιλελεύθερο πρόσωπό της. Δεν χρειάζεται να είσαι νόμιμος, δεν χρειάζεται να ακολουθείς διαδικασίες, δεν χρειάζεται να σέβεσαι κανόνες. Αρκεί να ισχυρίζεσαι ότι έχεις «δίκιο», να λες ότι είσαι «ενάρετος», να φαντάζεσαι ότι ακολουθείς τη «φωνή της συνείδησής σου». Το μονοπώλιο της βίας έπαψε να οφείλει να είναι έννομο. Αρκείται στο να είναι εμπνευσμένο και θεόπεμπτο, έστω και αν είναι άνομο. Οι νόμοι και οι κανόνες υπάρχουν για τους ανίσχυρους.


Ο κ. Κ. Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.