Τι είναι ο Μακιαβέλι; Μοναρχικός, όπως φαίνεται να είναι στον Ηγεμόνα, ή δημοκρατικός όπως στις Διατριβές για την πρώτη δεκάδα του Τίτου Λίβιου, που τις έγραφε την ίδια εποχή; Το παράδοξο δεν λύνεται λέγοντας ότι τον ενδιαφέρει μόνο η τεχνική της εξουσίας, δηλαδή μόνο τα μέσα και όχι η αξία των στόχων. Οταν λέμε ότι γι’ αυτόν «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», εννοούμε ακριβώς αυτό (γιατί βέβαια πάντα ο σκοπός δίνει νόημα στα μέσα). Οντως, δεν λέει αν είναι προτιμότερο να άρχει ένας ή πολλοί, όμως λέει ότι είναι προτιμότερο η εξουσία να ασκείται προς όφελος των πολλών, και αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ένας τεχνικός της εξουσίας, γιατί τότε η φιλολαϊκή επιλογή περιορίζει το τεχνικό πεδίο άσκησης της πολιτικής.


Ο Αριστοτέλης συνέδεε τις μορφές πολιτεύματος με μια εκάστοτε κυρίαρχη κοινωνική ομάδα. Ο Μακιαβέλι μεταθέτει το ζήτημα: Δεν συνδέει με κοινωνικές ομάδες τη μορφή της εξουσίας αλλά την άσκησή της. Στοχάζεται δηλαδή το γεγονός ότι πράγματι η αρχή ενός μπορεί να ασκείται αριστοκρατικά ή φιλολαϊκά, όπως και η εξουσία των πολλών μπορεί να είναι δημοκρατική ή ολιγαρχική.


Η διαφορά αυτή με τον Αριστοτέλη σημαίνει πως αποδίδει μεγαλύτερη αυθυπαρξία στην κοινωνία (αν και αυτή η έννοια δεν υπάρχει ακόμη εδώ). Το διαπιστώνουμε ευθέως στην απόρριψή του του πολιτεύματος του Σόλωνα: Αφού η κοινωνική κυριαρχία των «μεγάλων» διατηρείται και επί δημοκρατίας, όπως η αριστοκρατία πρέπει να εκχωρεί πολιτική έκφραση στον λαό (δήμαρχοι στη Ρώμη), η δημοκρατία πρέπει να δίνει πολιτική έκφραση στους ισχυρούς ακριβώς για να αποφεύγει τους παράνομους τρόπους επίδρασής τους (πελατεία).


Ο «λαός» και οι «μεγάλοι»


Απ’ αυτήν τη σκοπιά δεν υπάρχει αντίφαση των δύο έργων: Ο «λαός» και όχι οι «μεγάλοι» πρέπει να επιλέγεται ως κοινωνική βάση από τον μονάρχη, σύμφωνα με τον Ηγεμόνα, και ως «θεματοφύλακας» του ρεπουμπλικανικού πολιτεύματος, σύμφωνα με τις Διατριβές. Ο Μακιαβέλι είναι δημοκρατικός όχι ως προς το πολίτευμα αλλ’ ως προς τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, ανεξαρτήτως πολιτεύματος.


Το κριτήριο αυτό της άσκησης εξουσίας θα χρησιμοποιήσει ο Μαρξ για να δει ποια κοινωνική ομάδα ελέγχει το τύποις δημοκρατικό κράτος. Αυτό το κριτήριο χρησιμοποιούμε και όταν κρίνουμε, λ.χ., ότι ένα πολίτευμα χωρίς ανεξάρτητα συνδικάτα είναι λιγότερο εργατικό από ένα όπου υπάρχουν τέτοια, άσχετα αν έχει «εργατική» μορφή.


Ολες οι πολιτείες, λέει ο Μακιαβέλι, χωρίζονται σε δύο αντίπαλες ομάδες, τον «λαό» και τους «μεγάλους» (που περιλαμβάνουν πάντα και τους πλούσιους, πράγμα που παραβλέπουν μαρξιστές όπως ο Π. Νούτσος).


Η εξουσία πρέπει να διαλέξει αν θα ικανοποιήσει την επιθυμία των μεν ή των δε. Αναλυτές όπως ο Κονδύλης, που υπερτονίζουν το παιχνίδι των δυνάμεων, παρακάμπτουν το γεγονός ότι οι δύο επιθυμίες είναι διαφορετικού επιπέδου. Μόνον η επιθυμία του λαού, λέει ο Μακιαβέλι, μπορεί να ικανοποιηθεί «χωρίς ν’ αδικηθούν άλλοι», γιατί είναι επιθυμία δικαιοσύνης και όχι των μεγάλων, που είναι επιθυμία καταπίεσης του λαού, αδικίας. Ετσι, όταν προτρέπει κάθε εξουσία να στηρίζεται στον λαό και όχι στους μεγάλους, την προτρέπει ρητά να επιβάλλει τη δικαιοσύνη. Η δημοκρατικότητά του (ως γνωστόν υπηρέτησε τη Φλωρεντινή Δημοκρατία) είναι λοιπόν αναντίρρητη. Θα την αναγνωρίσουν άλλωστε ο Σπινόζα και ο Ρουσό.


Βέβαια συνηγορεί υπέρ της φιλολαϊκής επιλογής στηριζόμενος στο συμφέρον και όχι στο δέον. Ο ένοπλος λαός είναι ισχυρότερος απέναντι σ’ άλλα κράτη. Ο ηγεμόνας, αν οπλίζει τον λαό και χτυπά τους μεγάλους, γίνεται αρχηγός του, κι έτσι έχει περισσότερες ελπίδες να μείνει ο ίδιος στην εξουσία, μιας και ο λαός είναι ισχυρότερος από τους μεγάλους όταν έχει αρχηγό.


Η σημασία του φόβου


Η δε republica κινδυνεύει λιγότερο να διαλυθεί αν υπάρχουν «δήμαρχοι», χάρη στη δημοσιότητα που αποκτά τότε η κοινωνική αντιπαράθεση. Αυτό είναι ένα δεύτερο κληροδότημα του Μακιαβέλι: Το δίκαιο πραγματώνεται αν στηρίζεται στο συμφέρον. Ιδια θα είναι η απάντηση του Μαρξ στον ουτοπισμό, που εμφανίζεται επίσης στις αρχές του 16ου αι. (Τ. Μόρους).


Ο Αριστοτέλης έδινε συμβουλές στον τύραννο μολονότι καταδίκαζε την τυραννία. Αναμφισβήτητα αυτή η τεχνική πλευρά είναι πολύ ανεπτυγμένη στον Μακιαβέλι. Καταδεικνύει την αυτοδυναμία της απόφασης στην πολιτική πέρα από την εκτίμηση των περιστάσεων (αποφυγή κάθε ουδετερότητας ή «μέσης οδού») και τη δυνατότητα απάτης που προσφέρει αυτό το πεδίο (σημασία του φαίνεσθε), δηλαδή την αοριστία του, όπως το διατυπώνει ο Κλοντ Λεφόρ. Ομως η τεχνική δεν παύει να οριοθετείται, πιστεύω, από τη βασική φιλολαϊκή επιλογή του.


Αυτό φαίνεται στο ίδιο το διαβόητο παράδειγμα του Βοργία. Ο Μακιαβέλι θεωρεί υπόδειγμα τον Βοργία, που ανέθεσε στον υπασπιστή του να σφάξει τους τοπικούς άρχοντες κι ύστερα τον εκτέλεσε κι αυτόν. Οι τοπικοί άρχοντες όμως είναι ό,τι πιο καταπιεστικό· εξοντώνοντάς τους, αυτός εξουδετερώνει τους αντίζηλούς του, αλλά συγχρόνως ευεργετεί τον λαό, όπως έκριναν τόσο ο Εγελος όσο και ο Γκράμσι επειδή βέβαια συμμερίζονταν την προϋπόθεση ότι η βίαιη αντιμετώπιση της αδικίας είναι δίκαιη. Απλώς ο λαός δεν μπορεί να καταλάβει αμέσως αυτή την ευεργεσία ­ η σημασία του φόβου στην πολιτική είναι καθοριστική. Η υποκριτική εξόντωση του (αιμοσταγούς) εκτελεστικού οργάνου υπηρετεί λοιπόν το κοινό συμφέρον λαού και άρχοντα, καθιστώντας δυνατή την αναγνώριση του δεύτερου ως αρχηγού του πρώτου.


Αλήθεια η δυνατότητα απάτης από μέρους της εξουσίας είναι απέραντη, περιορίζεται όμως σε όσα θέματα δεν αφορούν το ουσιώδες, τη δικαιοσύνη, όπου η μόνη απάτη που ευσταθεί ικανοποιεί κατ’ ουσίαν την επιθυμία των καταπιεσμένων για δικαιοσύνη.


Ο κ. Γιώργος Φαράκλας είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.