• Αναζήτηση
  • Ενα λαμπρό μνημείο του 6ου αι. π.Χ. ακρωτηριάσθηκε από πρωτοβουλίες «πιστών» που έχτισαν επάνω του εκκλησία, διάνοιξαν δρόμο και δημιούργησαν χώρο πάρκινγκ σύρριζα στον αρχαίο δωρικό ναό. Την αρχαιολογική ιεροσυλία αποκαλύπτει και σχολιάζει η Βασιλική Σταματοπούλου

    Ο ναός της Βίγλας και το «θεάρεστο» έργο της καταστροφής του

    Ο ναός της Βίγλας και το «θεάρεστο» έργο της καταστροφής του Ενα λαμπρό μνημείο του 6ου αι. π.Χ. ακρωτηριάσθηκε από πρωτοβουλίες «πιστών» που έχτισαν επάνω του εκκλησία, διάνοιξαν δρόμο και δημιούργησαν χώρο πάρκινγκ σύρριζα στον αρχαίο δωρικό ναό. Την αρχαιολογική ιεροσυλία αποκαλύπτει και σχολιάζει η Βασιλική Σταματοπούλου ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ Εστι δε άνοδος εξ Ασέας




    Εστι δε άνοδος εξ Ασέας ες το όρος το Βόρειον καλούμενον και επί τη άκρα του όρους σημείά εστιν ιερού. Ποιήσαι δε το ιερόν Αθηνά τε Σωτείρα και Ποσειδώνι Οδυσσέα ελέγετο ανακομισθέντα εξ Ιλίου»
    (Παυσ., VIII 44,4).


    Σε έναν αυχένα του Βορείου όρους στη θέση Βίγλα, δυτικά του αρχαίου Παλλαντίου και σε βραχώδες ερημικό πέρασμα, σώζονται λείψανα σημαντικού αρχαίου ναού, ο οποίος με βάση την πληροφορία του Παυσανία αποδίδεται στην Αθηνά Σώτειρα και στον Ποσειδώνα. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ιδρύθηκε από τον Οδυσσέα κατά την επιστροφή του από την Τροία.


    Τα πρωιμότερα στοιχεία λατρείας που αποκαλύφθηκαν ανήκουν στον 7ο αι. π.Χ., στα τέλη του οποίου ιδρύθηκε εκεί ο πρώτος ναός, από τον οποίο βρέθηκαν λείψανα της εξαίρετης λακωνικής του κεράμωσης. Στο δεύτερο ήμισυ του επόμενου αιώνα αντικαταστάθηκε από τον μνημειακό περίπτερο δωρικό ναό (με έξι κίονες στις στενές και 13 στις μακριές πλευρές), του οποίου το κρηπίδωμα σώζεται σήμερα. Οι μεγαλοπρεπείς διαστάσεις του (24,40 Χ 11,55 μ.), το εξαίρετο μάρμαρο Δολιανών που χρησιμοποιήθηκε, καθώς και τα λιγοστά θραύσματα που βρέθηκαν από τα αετωματικά γλυπτά του, μαρτυρούν τη λαμπρότητα του ναού αυτού κατά την αρχαιότητα. Πέρα όμως από τη μεγαλοπρέπεια του κτιρίου, μάρτυρας της ακτινοβολίας του ιερού αυτού και της ευλαβούς προσέλευσης των προσκυνητών σ’ αυτή την απομακρυσμένη θέση από τις πλησιέστερες αρχαίες πόλεις, Παλλάντιον και Ασέα, είναι το πλήθος και η ποικιλία των αναθημάτων που αποκαλύφθηκαν: χάλκινες και σιδερένιες τρίαινες, πήλινα και χάλκινα αγαλμάτια, κοσμήματα και ελάσματα με μορφές ανθρώπων και ζώων. Μεταξύ αυτών, ένας πολεμιστής, μια γυναίκα με χοντρό χειμωνιάτικο ρούχο, ένας άνδρας τυλιγμένος στη χλαίνα του, τράγος, ταύροι, αποτελούν ενδείξεις όχι μόνο της ευσέβειας αλλά και του τρόπου ζωής των προσκυνητών, κτηνοτρόφων και γεωργών της γύρω περιοχής που ανέβαιναν φέρνοντας το ανάθημά τους και προσδοκώντας την προστασία των θεών.


    Ο ναός ερειπώνεται στην όψιμη αρχαιότητα, αλλά το πέρασμα δεν χάνει τη θρησκευτική σημασία του. Πάνω στα ερείπια χτίζεται χριστιανικό ναΰδριον, αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, που ανήκε σε Μονή, από την οποία σώζονται ερείπια στις πλαγιές ανατολικά και δυτικά του αρχαίου ναού. Η Μονή αποτελούσε Μετόχι της Μονής του Ορους Σινά, όπως δηλώνει και το τοπωνύμιο της ευρύτερης περιοχής, Σιναΐτικα ή Καλογερικό.


    Πήραν τα μάρμαρα στο Βαλτέτσι


    Το 1806 ο «περιηγητής» W. Μ. Leake εντοπίζει τα ερείπια του ναού και τον ταυτίζει με τον ναό της Αθηνάς Σώτειρας και του Ποσειδώνος. Το 1834 ο βαυαρός υποέφορος της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας L. Ross επισκέπτεται τον ναό και διαπιστώνει ότι το μεγαλύτερο μέρος του μαρμάρινου υλικού του διατηρείται εκεί. Αντιλαμβανόμενος τη σημασία του μνημείου αποφασίζει να επιστρέψει και να το μελετήσει συστηματικά με τη βοήθεια αρχιτέκτονος. Δεν πρόλαβε όμως να πραγματοποιήσει την πρόθεσή του. Τον Ιούνιο 1840 που το επισκέφθηκε για δεύτερη φορά, συνοδεύοντας τους βασιλείς Οθωνα και Αμαλία, οι οποίοι επιθυμούσαν να θαυμάσουν τα εντυπωσιακά ερείπια που τόσο απροσδόκητα βρίσκονταν σ’ αυτή την ερημιά, διαπιστώνει με απογοήτευση ότι τα λείψανα που είχε δει και τον έκαναν να ανεβάσει εκεί πάνω τους βασιλείς, τώρα έλειπαν. Κατά πληροφορίες περιοίκων, το μαρμάρινο αρχιτεκτονικό υλικό είχε μεταφερθεί το 1837 στο γειτονικό Βαλτέτσι, όπου χρησιμοποιήθηκε για το χτίσιμο μιας εκκλησίας. Τελειώνοντας την εξιστόρηση αυτή, ο πρώτος και μόνος αρχαιολόγος που είχε την τύχη να δει τα ερείπια, όπως είχαν διατηρηθεί μέσα στους αιώνες, διατυπώνει λακωνικά τη λύπη του: «Ούτε ο χρόνος ούτε ο καιρός ήταν οι καταστροφείς του ναού, αλλά μόνον ο άνθρωπος!».


    Το 1910 ο αρκάς αρχαιολόγος Κ. Ρωμαίος, μετέπειτα καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και πρώτος έλληνας ανασκαφέας της Βεργίνας, εκτιμώντας την ιδιαίτερη σημασία του ιερού, πραγματοποίησε δεκαπενθήμερη ανασκαφική έρευνα στον ναό και μετέφερε τα ευρήματά του, ακόμη και τα τμήματα κιόνων, κιονοκράνων και τριγλύφων στο Μουσείο Τεγέας, από φόβο «μήπως κινήσουν την όρεξιν εις επινοητικούς μαστόρους».


    Οι ανασκαφικές εργασίες επαναλήφθηκαν το 1918. Το γεγονός της έλλειψης αρχιτέκτονος και φωτογράφου, για την αποτύπωση της μορφής και της κατάστασης του κτιρίου, κανείς δεν φανταζόταν ότι δεν θα μπορούσε να επανορθωθεί στην επόμενη επί τόπου μετάβαση της ομάδος. Το 1942 ο Ρωμαίος ανηφορίζει πάλι για τη φωτογράφηση και μελέτη του «πολύτιμου ερειπίου της ερημικής Βίγλας», όπως το αποκαλεί, αλλά αντί για τη γνώριμη εικόνα που περίμενε να ξαναδεί, φθάνοντας στον ναό «με φρίκην είδα», γράφει, «να επικάθηται επάνω εις το πολυσέβαστον αρχαίον ερείπιον το εντελώς ασήμαντον νεώτερον κτίσμα!». Επρόκειτο για τον χριστιανικό ναό που καλύπτει και σήμερα το βόρειο τμήμα του αρχαίου κτιρίου. Η συμφορά αυτή επήλθε, όπως γράφει ο Ρωμαίος, από την πρωτοβουλία «κάποιας θρησκολήπτου χήρας εκ των πέριξ» που συνέλεξε το απαραίτητο ποσόν με έρανο. Οι ενέργειές της επαινέθηκαν από μερίδα των περιοίκων, ενώ άλλοι «εψιθύριζον ότι με τους εράνους συνετήρει και την πολυμελή οικογένειά της». «Αλλά το χειρότερον ήτο, ότι ολόκληρον σχεδόν το αρχιτεκτονικόν μαρμάρινον υλικόν διηρπάγη, ως ήκουσα, υπό των μοναχών του γειτονικού μοναστηρίου της Αγ. Παρασκευής. Τόσον λυπηρά είναι η τύχη των υπαιθρίων και αποκέντρων αρχαίων μας!». Το 1958 ο καθηγητής Ρωμαίος πραγματοποιεί την τελευταία επιτόπιο έρευνα, που καταλήγει σε αναλυτική δημοσίευση.


    Και μπουλντόζα μέσα στον χώρο!


    Εκτοτε μόνοι τακτικοί επισκέπτες του χώρου είναι οι πιστοί από τα γύρω χωριά που συγκεντρώνονται εκεί στις 6 Αυγούστου, ημέρα που γιορτάζει το εκκλησάκι. Το 1992 με προσφορές πιστών και με πρωτοβουλία του ιερέως της περιοχής, όπως αναφέρει ενεπίγραφη πλάκα εντός του ναϋδρίου, γίνεται διάνοιξη χωματόδρομου προς τον ναό, ώστε να διευκολύνεται η προσέλευση των προσκυνητών. Λόγω της στενότητος του εν λόγω περάσματος, το οποίο μάλιστα στενεύει περισσότερο από την εγκάρσια διάταξη του αρχαίου ερειπίου, θεωρήθηκε σκόπιμο να γίνει διαπλάτυνση του χώρου, ώστε να δημιουργηθεί χώρος πάρκινγκ. Η μπουλντόζα, που πραγματοποίησε τα έργα διαμόρφωσης μέσα στον αρχαιολογικό χώρο (!), έφθασε σύρριζα στον αρχαίο ναό και αφαίρεσε το χώμα ακριβώς γύρω από το θεμέλιο κυρίως της νότιας πλευράς. Με τις βροχές οι πέτρες της θεμελίωσης στην πλευρά αυτή είτε βρίσκονται στον αέρα, είτε έχουν πέσει, είτε λείπουν εντελώς, αφού η θεμελίωση του ναού βρίσκεται σε ψηλότερο επίπεδο από τη νέα στάθμη του εδάφους γύρω του. Αγνοείται επίσης η τύχη ενός σπονδύλου από μαρμάρινο κίονα που βρισκόταν, τουλάχιστον ως το 1992, έξω από τη νότια πλευρά του ναού, σε καίριο σημείο για την πραγματοποιηθείσα διαπλάτυνση, και αποτελούσε το μόνο επί τόπου δείγμα της μαρμάρινης κιονοστοιχίας του κτιρίου. Επιπλέον, για την εξασφάλιση σκιάς, φύτεψαν ακακίες σύρριζα στον ναό (η μία μάλιστα μέσα στα όρια του ναού, αφού οι πέτρες της ΝΔ γωνίας έλειπαν) και περιέβαλαν την καθεμία με συρματόπλεγμα στηριγμένο σε σιδηρόβεργες. Η ύπαρξη δέντρων σύρριζα στον ναό εγκυμονεί ευνόητους κινδύνους για το αρχαίο ερείπιο. Η σημερινή εικόνα τους με τα συρματοπλέγματα είναι αχαρακτήριστη και η μελλοντική δεν έχει ελπίδες εναρμόνισης με το βραχώδες τοπίο, ενώ βεβαίως το σκάψιμο σε αρχαιολογικό χώρο, και μάλιστα για δενδροφύτευση και διαμόρφωση με μπουλντόζα, είναι παράνομο.


    Πάνω στο κρηπίδωμα του ναού είναι στρωμένο χαλίκι, υπάρχουν σπασμένα κομμάτια τσιμέντου, θραύσματα σύγχρονων κεραμιδιών και μία μεταλλική σωλήνα, στερεωμένη κατακόρυφα με τσιμέντο ανάμεσα στις πέτρες του ανατολικού θεμελίου, για άγνωστο σκοπό. Στον περιβάλλοντα χώρο υπάρχουν απορρίμματα των προσκυνητών, πλαστικά μπουκάλια και τα συναφή, αλλά και οι παλιές ξύλινες πόρτες και τα παράθυρα της εκκλησίας, τα οποία αντικαταστάθηκαν από σιδερένια για να στερήσουν από το ασήμαντο αυτό κτίσμα όποιο συμπαθητικό στοιχείο μπορεί να είχε.


    Οι εμπνευστές αυτών των «έργων» και οι πιστοί που τα χρηματοδότησαν είχαν προφανώς αγαθά κίνητρα και την πεποίθηση ότι πρόκειται για θεάρεστο και όχι παράνομο έργο. Το αποτέλεσμα αυτών των πρωτοβουλιών όμως είναι ότι ένα λαμπρό μνημείο που βρίσκεται εκεί από τον 6ο αι. π.Χ., μέσα στα λίγα χρόνια από το 1837 και μετά, ακρωτηριάσθηκε σε αυτό τον βαθμό από το «θεάρεστο έργο» ανθρώπων που χτίζουν εκκλησίες είτε πάνω του είτε στα πέριξ.


    Ανάγκη σωστικών επεμβάσεων


    Είναι λυπηρό ότι η μοίρα των αρχαίων μνημείων κάποιες φορές κρίνεται από τις πρωτοβουλίες επινοητικών μαστόρων, θρησκόληπτων χηρών, δραστήριων ιερέων και ευσεβών χριστιανών που χρηματοδοτούν τις καταστροφές αυτές. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία αδυνατεί εκ των πραγμάτων να είναι πανταχού παρούσα, οι απλοί άνθρωποι δεν έχουν πάντα επίγνωση της σημασίας των αρχαιοτήτων που υπάρχουν σε τόσο μεγάλο αριθμό στην Ελλάδα και έτσι τέτοιες δραστηριότητες τα βλάπτουν ανεπανόρθωτα. Οι φορείς που χαράζουν δρόμους πάνω στα βουνά προς τα εκκλησάκια, πιστεύουν ότι τους δίνουν ζωή, αφού οι πιστοί φθάνουν με το αυτοκίνητό τους ως την πόρτα της εκκλησίας. Η αντίληψη αυτή είναι ασφαλώς ξεπερασμένη, απευθύνεται σε ανθρώπους συγκεκριμένης αισθητικής και οι δρόμοι και τα πάρκινγκ είναι απαραίτητα στα σουπερμάρκετ και όχι στα εξωκλήσια. Στερούν άδικα από τους ευσεβείς την ψυχική ανάταση που αισθάνεται όποιος ανηφορίζοντας σ’ ένα μονοπάτι προσεγγίζει ταπεινά το εκκλησάκι στην κορυφή, με τη βαθιά αίσθηση ότι προσεγγίζει το θείο.


    Με τέτοιου είδους επεμβάσεις δεν θίγονται μόνο τα αρχαία μνημεία. Οι προσπάθειες των αρμοδίων να εξωραΐσουν τα εξωκλήσια, τα οποία γεμίζουν με επίχρυσα καντήλια, μεταλλικά παράθυρα και μαρμάρινα δάπεδα, έχουν τραγικά αντίθετα αποτελέσματα. Το φυσικό περιβάλλον δεν ανέχεται τα τσιμέντα, τα σίδερα και τις επιχρυσώσεις, που επιχειρούν να τους προσδώσουν χαρακτηριστικά μεγαλοπρέπειας που δεν τους αρμόζουν. Και οι προσκυνητές που ανεβαίνουν ως εκεί ακριβώς απ’ αυτά τα στοιχεία επιζητούν διαφυγή.


    Ο ναός χρήζει σωστικών επεμβάσεων από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Είναι απαραίτητο να επανέλθει η στάθμη του εδάφους στο επίπεδο του κρηπιδώματος και να απομακρυνθούν τα δέντρα από τις παρυφές του, καθώς και κάθε ξένο στοιχείο από την επιφάνειά του και τον περιβάλλοντα χώρο. Αυτούς τους βράχους τους κατέχουν επί 2.700 χρόνια η Αθηνά και ο Ποσειδώνας. Δικαιούνται να παραμείνουν εκεί αιώνια.


    Η κυρία Βασιλική Γ. Σταματοπούλου είναι αρχαιολόγος, επιστημονική συνεργάτις της Πανεπιστημιακής Ανασκαφής Βεργίνας.

    Γνώμες
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk