Είχε αποσβολώσει τη μισή υφήλιο η Μάντλιν Ολμπραϊτ όταν πριν από λίγα χρόνια δήλωνε ότι ο θάνατος εκατοντάδων χιλιάδων παιδιών από τους βομβαρδισμούς και το εμπάργκο στο Ιράκ «άξιζαν» εν όψει όλων εκείνων που «επιτεύχθηκαν». Το συμπαραδηλούμενο είναι σαφές. Ο πόλεμος υπήρξε προϊόν μιας συνειδητής «στάθμισης αξιών». Και στο σημείο αυτό ακριβώς υπεισέρχεται ο θεμελιώδης παραλογισμός. Οταν οι ρόλοι του σταθμίζοντος και του σταθμιζομένου συγχέονται και όταν ο υπολογισμός της ωφέλειας και της βλάβης δεν αναφέρεται στα ίδια υποκείμενα, το νοηματικό εγχείρημα δεν μπορεί να έχει νόημα. Ο υπαινιγμός ότι η «θυσία» των «άλλων» είναι εν γένει «σωστή» και «δίκαιη» σημαίνει πως «όλοι» οι εμπλεκόμενοι, θύτες, θύματα και κριτές, υπόκεινται στα κελεύσματα της ίδιας υπερκείμενης ηθικής επιταγής. Με αυτόν τον τρόπο τα οποιαδήποτε «δεινά» απεμπλέκονται τόσο από εκείνους που τα υφίστανται όσο και από εκείνους που τα προκαλούν. Και έτσι, βαθμιαία, γεννιέται η θεωρία και πράξη των αντικειμενικά οριζόμενων «παράπλευρων ζημιών».
* Το μονοπώλιο των ΗΠΑ
Υπ’ αυτούς τους όρους όμως η άνευ όρων αποδοκιμασία της βίας παύει να εμφανίζεται ως ηθική και πολιτική σταθερά ενός ιστορικά αναστοχαζόμενου πολιτισμού. Ο περί πολέμου και καταστροφών λόγος μετατοπίζεται σε ένα νέο, καθαρά ηθικολογικό, πεδίο. «Υπερβαίνοντας» εσκεμμένα την κυνική αναφορά στα διακυβευόμενα συμφέροντα, η ρήση της Ολμπραϊτ εγκαινιάζει λοιπόν μια ακόμη κυνικότερη απόφανση: εφεξής η πολιτική σκοπιμότητα θα εμφανίζεται ως συνάρτηση των προδιαγραφών της αντικειμενικά κυρίαρχης «ηθικής ισχύος». «Αξίζει τον κόπο και τις θυσίες» ό,τι αντιστοιχεί στο εν γένει «καλό». Δεν είναι όμως τυχαίο ότι το «καλό» αυτό εκφράζεται με το δεδομένο «ηθικό μονοπώλιο» των ΗΠΑ. Ως παντοδύναμη, αλάθητη και ταυτοχρόνως πανάγαθη, η υπερδύναμη αποκτά μια νέα συνείδηση του ρόλου της.
Οι θεοκρατικές κοσμοαντιλήψεις που φαίνεται πλέον να κυριαρχούν διά στόματος του προέδρου Μπους και των συνεργατών του εκφράζουν λοιπόν μια νέα κατάσταση. Οπως και ο Πάπας, οι νέοι αυτόκλητοι ενσαρκωτές της απόλυτης ηθικής ανωτερότητας και επί γης τοποτηρητές του «καλού» διεκδικούν και κατέχουν την εξ αποκαλύψεως αλήθεια. Αντίθετα όμως από τον Πάπα έχουν τόσο τη βούληση όσο και τη δυνατότητα να επιβάλλουν το αλάθητο αυτό σε όλους, πιστούς τε και απίστους. Πέρα λοιπόν από τις οποιεσδήποτε στρατηγικές της βλέψεις και προτεραιότητες, η νέα αμερικανική εξωτερική πολιτική τείνει να αυτοπαρουσιάζεται ως απαύγασμα μιας οικουμενικής ηθικής επιλογής. Οι «βαριές ευθύνες» που φέρεται ότι έχει επωμισθεί η υπερατλαντική χώρα υπερβαίνουν και εξορκίζουν τον παρελθόντα πιλάτειο απομονωτισμό της. Και τα μελήματά της δεν εμφανίζονται μόνο ως απλώς γεωπολιτικά αλλά και ως «γεω- ή κοσμο-αξιακά».
Εδώ λοιπόν ακριβώς εντοπίζεται ο κύριος μετασχηματισμός του κυρίαρχου πολιτικού λόγου μετά την πτώση του τείχους: εν μια νυκτί η ηγεμονεύουσα δύναμη μεταμορφώθηκε εν τοις πράγμασιν σε αναμφισβήτητη κοσμοκράτειρα. Παγιωμένη, η υλική ισχύς μεταμφιέζεται σε ηθικό δέον. Από τη στιγμή που τίποτε και κανένας δεν μπορεί να θέσει σε αμφιβολία την απόλυτη στρατιωτική και πολιτική υπεροπλία των ΗΠΑ, η προδιαγραφή και πρόσληψη των αντιθέσεων μετατοπίζεται λοιπόν αποφασιστικά: η έκβαση όλων των πολέμων και συγκρούσεων αλλά και όλων των αξιακών διακυβευμάτων εμφανίζεται ως προδιαγεγραμμένη. Οταν το «καλό» είναι σύμφυτο με την εξουσία, οι αποφάσεις για μείζονες παρεμβάσεις αλλά και οι παραινέσεις σε ό,τι αφορά τα μείζονα δέοντα πηγάζουν από αυτήν. Εφεξής λοιπόν μόνοι καθ’ ύλην αλλά και καθ’ έξιν αρμόδιοι να σταθμίσουν αν «αξίζουν» ο πόλεμος και οι θυσίες των «άλλων» είναι οι εκ των προτέρων δεδομένοι νικητές. Οι «άλλοι» καλούνται απλώς να υποστούν τις συνέπειες. Ο πόλεμος και η καταστολή εμφανίζονται ως μονομερείς πολιτικές αποφάσεις εκείνων που κρατούν στα χέρια τους τα κλειδιά της δύναμης και της εξ αποκαλύψεως αρετής. Η αποτρόπαιη βία του πολέμου δεν αποτελεί απλώς συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, αλλά δομικό στοιχείο μιας ηγεμονικής πολιτικής που «καλείται» να επιδεικνύει αενάως το κύρος της επιβάλλοντας τη δική της κανονιστική τάξη με οποιοδήποτε μέσο.
Ετσι, αμβλύνονται τα νοηματικά, θεσμικά και ηθικά όρια ανάμεσα στην «εξωτερική» πολιτική που πολεμά τους αλλοδαπούς «άλλους» και στην «εσωτερική» πολιτική που καταστέλλει τους «καθ’ ημάς κακούς». Για τους παντοκράτορες ο κόσμος είναι κατ’ ανάγκην και κατ’ επιταγήν ένας. Με την πλήρη παγκόσμια επικράτηση ενός απόλυτα ηγεμονευόμενου «ελεύθερου κόσμου» τα κύρια μελήματα της αυτοκρατορίας δεν αναφέρονται λοιπόν τόσο στην ανάγκη στρατιωτικής άμυνας ενάντια στις επιβουλές πραγματικών εχθρών όσο επικεντρώνονται στους όρους της μεταβαλλόμενης αυτογνωσίας των όρων άσκησης μιας μονομερούς πλανητικής ισχύος. Οπως η αρχαία Ρώμη, έτσι και οι ΗΠΑ άγονται στο να υποδυθούν τον ρόλο εκείνου που διαθέτει και νομίζει ότι θα μονοπωλεί εις το διηνεκές την ισχύ της αρετής και την αρετή της ισχύος. Βλέποντας τον κόσμο μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη του ναρκισσισμού μιας απόλυτης εξουσίας που κατ’ ανάγκην διαφθείρει απόλυτα οι εξολοθρευτές άγγελοι επιλέγουν να δρουν «κατά συνείδησιν». Η ιστορική ειρωνεία δεν είναι πρωτόγνωρη.
* Οι κατά παραγγελίαν κακοί
Πράγματι, η συνείδηση της εξουσίας υπάρχει, δρα και αναμετριέται μόνο ενάντια στην εικαζόμενη βούληση ή στο φάντασμα της βούλησης άλλων, μέσα δηλαδή από την κατονομασία, καταγγελία και καταστολή όλων των εν δυνάμει απίστων, αντιπάλων, υπονομευτών και εχθρών που αποδεικνύουν και ενσαρκώνουν τον λόγο υπάρξεώς της. Οταν τίποτε δεν απειλεί πραγματικά την ηγεμονική δύναμη, η κατασκευή ενός αντίπαλου δέους παύει να δίδεται από τα ίδια τα πράγματα. Η νέα τάξη πηγάζει λοιπόν από τις νέες συμβολικές κατηγορίες που συνοψίζουν μια αυτιστική πλέον αυτοκρατορική συνείδηση η οποία πείθει και πείθεται μόνο στο μέτρο που δείχνει ότι μπορεί και θέλει να καταστέλλει κατά βούλησιν. Ακόμη μια φορά βέβαια η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλίμονο όμως πάντοτε ως τραγωδία: οι αυτόκλητοι μονοθεϊστικοί φανατισμοί θάλλουν ως κατασκευαστές και καταστροφείς των δικών τους ειδοποιών αμαρτωλών. Οι «ιεροί πόλεμοι» αναδεικνύονται σε αυτοσκοπούς.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η σημασία της τρέχουσας ηθικολογικής ρητορείας. Δεν είναι πλέον οι εκάστοτε πραγματικοί εχθροί που εμφανίζονται ως «κακοί». Αντιθέτως οι κατά παραγγελίαν κατασκευαζόμενοι «κακοί» προσφέρουν τη ratio essendi της ανυποχώρητης ισχύος έναντι δικαίων και αδίκων. Εκείνοι που αμφισβητούν όχι τόσο την εξουσία όσο το ηθικό ή πνευματικό κύρος της κυρίαρχης δύναμης πρέπει λοιπόν να τιμωρηθούν. Δεν είναι πια τα υπαρκτά και εν δυνάμει απειλητικά κομμουνιστικά καθεστώτα, αλλά τα φαντάσματα των ηθικά αποκλινόντων «άλλων» που αντιμετωπίζονται ως εχθροί, ως εν δυνάμει τρομοκράτες και ως απειλούντες την αυτονόητη τάξη του αυτοκρατορικού υπάρχοντος. Και γι’ αυτό ακριβώς είναι και στυγεροί «εγκληματίες», παραβάτες δηλαδή των οικουμενικών κανονιστικών κωδίκων. Πρέπει να θυμηθούμε ότι, αντίθετα με τον Κιμ Ιλ Σουνγκ, τον Μάο Τσε Τουγκ και τον Χο Τσι Μινχ που ονομάζονταν απλώς ως πολιτικοί εχθροί, ο Μιλόσεβιτς, ο Μπιν Λάντεν και ο Σαντάμ αναδεικνύονται σε ανθρωπόμορφα τέρατα, σε διαβόλους που με την ύπαρξή τους και μόνο απειλούν την εγκόσμια ηθική τάξη. Ως αυτόκλητη εγγυήτρια δύναμη αναλαμβάνει μια ιερή «αποστολή». Μια αποστολή που θεμελιώνει τη νέα αμερικανική ακεραιοφροσύνη.
Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



