Η τηλεόραση μπήκε στη ζωή μου σε μια συγκεκριμένη και δύσκολη στιγμή της πορείας μου. Ηταν η εποχή της μεταπολίτευσης, μια εποχή δικής μου θεατρικής σιωπής εννέα χρόνων. Εκείνα τα χρόνια έκανα κυρίως τηλεόραση· οι θεατρικές μου παραστάσεις ήταν σποραδικές, εδώ κι εκεί. Στην ΕΡΤ (ΕΤ1) έκανα τις σειρές «Ο συμβολαιογράφος», «Οι άθλιοι των Αθηνών», «Ο κίτρινος φάκελος» ­ που δεν προβλήθηκε ποτέ. Μετά έκανα την πρώτη σειρά επί «αλλαγής», «Τα λαυρεωτικά» και ακολούθησε «Η κάθοδος». Στη συνέχεια, αφού είχα νοικιάσει το θέατρο στου Γκύζη, πουλήθηκα κυριολεκτικά σε έναν παραγωγό και έκανα σειρές με μόνο στόχο να βγάλω χρήματα για το Ανοιχτό Θέατρο. Τότε ήταν «Η παγίδα», «Οι μακρινοί δρόμοι» και «Η θυσία» για την ΕΤ2. Η τελευταία μου δουλειά, στην ιδιωτική τηλεόραση πια, ήταν «Οι αγνοημένοι» στον Antenna.


Πρόκειται για τρεις διαφορετικές τηλεοπτικές περιόδους, τις οποίες και πρέπει να ξεχωρίσω. Η πρώτη περίοδος, προ ΠαΣοΚ, σήμερα φαντάζει σαν παράδεισος (τότε γκρινιάζαμε): όλοι δούλευαν, προσέφεραν στη δουλειά, υπήρχε ενδιαφέρον από όλους μας, μεράκι και δόσιμο. Τότε, εν έτει 1978, κάθε επεισόδιο κόστιζε 250.000 δραχμές. Η πρώτη περίοδος του ΠαΣοΚ, του ΠαΣοΚ της αλλαγής, ήταν επίσης μια ηρωική τηλεοπτική εποχή. Εκαναν τότε το λάθος να διώξουν όσους δούλευαν στην τηλεόραση και να καλέσουν κινηματογραφιστές. Αλλά οι άνθρωποι του σινεμά δεν μπορούν να καταλάβουν το επείγον της μικρή οθόνης. Ωστόσο τότε η κρατική τηλεόραση είχε ενδιαφέρον για το αποτέλεσμα, γι’ αυτό και ήταν έτοιμη να δώσει όσα χρειάζονται. Θυμάμαι ότι το 1981 κάθε επεισόδιο των «Λαυρεωτικών» κόστιζε στην αρχή 900.000 δραχμές και κατέληξε να κοστίζει 1.300.000 δραχμές. Μετά την «Κάθοδο» φάνηκε ότι στην κρατική τηλεόραση οι «πρόσκοποι» έδωσαν τη θέση τους στους «υπαλλήλους». Με τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης τα πράγματα χειροτέρεψαν.


Εύχομαι να μη χρειασθεί να ξανακάνω τηλεόραση. Κατ’ αρχήν γιατί τα χρήματα δεν φθάνουν ποτέ. Το μόνο που απομένει είναι να αυξήσεις την προσωπική σου δουλειά για να κερδίσεις χρόνο. Οσο μεγαλώνω όμως δεν βρίσκω τον λόγο γιατί να το κάνω. Είμαστε υποχρεωμένοι να γυρίζουμε λοιπόν φτηνοσίριαλ γιατί η αγορά είναι μικρή. Και βέβαια, θα ήθελα να επισημάνω ότι πρέπει να αποφεύγουμε συγκρίσεις με τις τηλεοράσεις των άλλων κρατών. Αρκεί να σας πω ότι το 1990 η αυστριακή τηλεόραση πλήρωνε 80 εκατομμύρια δραχμές το επεισόδιο. Διότι με τα 80 εκατομμύρια μπορεί κάτι να κάνεις.


Στην τηλεόραση διακρίνουμε αυτό που είναι, αυτό που μπορεί να είναι και αυτό που μπορεί να γίνει. Η τηλεόραση μπορεί να είναι ένα θαυμάσιο μέσο ψυχαγωγίας και ενημέρωσης. Τώρα είναι ακριβώς το αντίθετο· είναι σαν να έχουμε γυρίσει έναν άνθρωπο ανάποδα. Βλέπουμε μια προχειρότητα και μια χυδαιότητα, μια βίαιη ενημέρωση και μια παντελή έλλειψη πολιτισμού. Μπορεί να γίνει η τηλεόραση αυτό που μπορεί να είναι; Αυτό είναι το μέγα ερωτηματικό. Σαφώς και η τηλεόραση μπορεί να περνά κρίσεις. Κατά την άποψή μου, η τηλεόραση δεν μπορεί ποτέ να γίνει αυτό που μπορεί να είναι μέσω της ιδιωτικής τηλεόρασης. Η μόνη, αν και ελάχιστη, πιθανότητά της είναι να το πετύχει μέσα από τα κρατικά κανάλια.


Τα ιδιωτικά κανάλια, ως μαγαζιά που είναι, πρέπει να καλύπτουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις και να πουλούν το προϊόν τους. Ο κόσμος από την άλλη θέλει κάποια διασκέδαση, όχι ιδιαίτερα υψηλή· η ιδιωτική τηλεόραση, ξέροντας το επίπεδο του κόσμου, προτείνει πράγματα πολύ πιο χυδαία και βάρβαρα. Αποτέλεσμα; Η ιδιωτική τηλεόραση που έχουμε τώρα. Τα κρατικά κανάλια, που μας απομένουν ως μοναδική ελπίδα, κατατρέχονται από άλλους κινδύνους· είναι ο κυβερνητικός έλεγχος, ο έλεγχος κάθε κυβέρνησης. Ωστόσο ο έλεγχος αυτός θα μπορούσε να αφορά μόνο το ειδησεογραφικό τμήμα και όχι το επιμορφωτικό και ψυχαγωγικό. Προς το παρόν όμως και τα κρατικά κανάλια παραμένουν παγιδευμένα, αν και κάποιες προσπάθειες αρχίζουν ίσως να φαίνονται.


Βέβαια η κρατική τηλεόραση που διαθέταμε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ήταν η αιτία όπου αποκτήσαμε την ιδιωτική τηλεόραση που έχουμε σήμερα. Αλλά η δημοκρατία, στην οποία δεν μπορούμε να αρνηθούμε ούτε τα λάθη της, μαζί με κάποια συμφέροντα ανάγκασαν τους τότε κυβερνώντες να επιτρέψουν τη δημιουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης. Ως τότε όμως η κρατική μικρή οθόνη κάλυπτε μεγάλο μέρος των αναγκών του κοινού. Ακόμη και οι χειρότερες τότε σειρές ήταν αξιοπρεπείς. Οπως τώρα, ακόμη και η χειρότερη ελληνική ταινία αποδεικνύεται καλύτερη από βιντεοταινίες ή κακές ελληνικές σειρές.


Μετά από αυτές τις σκέψεις, το σημαντικότερο για μένα είναι ο ρόλος που μπορεί να παίξει η τηλεόραση που διαθέτουμε αυτή τη στιγμή. Και αυτός ο ρόλος είναι κατά τη γνώμη μου καταστρεπτικός. Μιλάμε για ένα μέσον που κυριολεκτικά αποβλακώνει, νυχθημερόν, τον κόσμο: του αφαιρεί ό,τι σημαντικότερο διαθέτει, τη σκέψη. Οι άναρθρες κραυγές της τηλεόρασης καταργούν τη γλώσσα, την αίσθηση, τη μνήμη και, το κυριότερο από όλα, τις σχέσεις των ανθρώπων.