Λουί Αραγκόν, Ζορζ Μπατάιγ παράλληλοι; Οχι βέβαια. Και ας έχουμε εθιστεί σε κάποιες ακρότητες της σύγκρισης, που καταφέρνει να συγκρίνει όλους με όλους (φτάσαμε στο σημείο να εκπονείται μεταπτυχιακό με θέμα τον Καβάφη και τον Μαλρό!). Ο συγγραφέας του «Τρελού της Ελσας» δύσκολα μπορεί να παραλληλιστεί με τον στοχαστή που ονειρεύτηκε να δημιουργήσει την «Παράδοξη Φιλοσοφία».


Η κοινή χρονιά όμως γέννησης των δύο μεγάλων γάλλων συγγραφέων θέτει ένα παλιό πρόβλημα μεθοδολογίας της κριτικής της λογοτεχνίας. Τι σημαίνει λογοτεχνική γενιά; Ταυτίζεται με τη βιολογική; Και πότε θα κάνουμε την τομή για μια παράλληλη μελέτη; Εντελώς αυθαίρετα και μόνο γιατί μας βολεύει λέμε η γενιά του ’70, του ’80 ή του’90. Διαφοροποιούνται όμως κάθε δέκα χρόνια τα πράγματα και κάτι καινούριο παίρνει τη θέση του παλιού; Πιστεύω πως είναι αυτονόητο πως δεν είναι έτσι. Η πορεία της ανθρώπινης σκέψης δεν αλλάζει κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς που αλλάζει και η δεκαετία.


Νομίζω πως πιο συνετή και γόνιμη είναι η άποψη του Μάριο Βίτι που πιστεύει πως έχουμε λογοτεχνική γενιά κάθε φορά που μια σειρά πολιτιστικών φαινομένων σηματοδοτούν μια ανατροπή των καθιερωμένων αξιών, μια ρήξη με το παρελθόν και την εμφάνιση νέων ιδεών και νέας αισθητικής. Και αυτό μπορεί να συμβεί κάθε 30 ή 50 ή 70 χρόνια.


Αν το δούμε έτσι, αναμφισβήτητα ο Λουί Αραγκόν και ο Ζορζ Μπατάιγ ανήκουν στην ίδια γενιά.


Η αρχή του αιώνα και η περίοδος ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους ήταν από τις πιο έντονες σε αμφισβήτηση, τις πιο ευφάνταστες σε αισθητικές προτάσεις στιγμές του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Είναι ακόμη η εποχή όπου ο συγγραφέας αποκτά ενεργό και δυναμική παρουσία στην κοινωνία και η λογοτεχνία ξεπερνάει τα όριά της και γίνεται στρατευμένη και «σωτηριολογική» μέσα από τη σχέση της με τον μαρξισμό και τον υπερρεαλισμό ή και τους δύο. Την ίδια εποχή η ψυχανάλυση φέρνει μιαν από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις στην ιδέα που έχουμε για τον άνθρωπο. Η ανακάλυψη της σημασίας του υποσυνειδήτου ανοίγει τις πύλες σε ένα σύμπαν σκοτεινό και ανεξερεύνητο. Η απαγορευμένη ζώνη εξερευνάται, η συμβολική γλώσσα αποκρυπτογραφείται, η λίμπιντο αποενοχοποιείται.


Ο Λουί Αραγκόν και ο Ζορζ Μπατάιγ έζησαν σε μιαν ανήσυχη εποχή με συγκεκριμένη ατμόσφαιρα και κοινό φάσμα επιλογών. Είναι ενδιαφέρον να δει κανείς πώς αντιδρούν δύο τόσο διαφορετικές προσωπικότητες ευρωπαίων διανοουμένων σε αυτήν την εποχή.


Σημειώνω κάποιες συμπτώσεις βιογραφικές. Η οικογενειακή ζωή και των δύο είναι έντονα σημαδεμένη.


Ο Λουί Αραγκόν μεγαλώνει μέσα σε ένα ψέμα όσον αφορά τους πραγματικούς του γονείς. Μαθαίνει την αλήθεια λίγο προτού να φύγει για τον πόλεμο. Η αδελφή του είναι η μητέρα του και ο νονός του είναι ο πατέρας του. Την αλήθεια θα του την αποκαλύψει ο «νονός» προτού να φύγει ο γιος του για τον πόλεμο. Πικρότατο σχόλιο του Αραγκόν: «ήθελε να τονώσει τον ανδρισμό του».


Ο Ζορζ Μπατάιγ μεγαλώνει δίπλα σε έναν πατέρα χτυπημένο βαριά από τη σύφιλη. Τυφλός και παράλυτος με τρομερές κρίσεις καταλήγει τελείως τρελός. Ο γιος θα γράψει: «τόση φρίκη καθορίζει τη μοίρα σου» και από πολύ νωρίς αισθάνεται πως οδηγείται σε μια εξερεύνηση των σκοτεινών και οριακών καταστάσεων της ψυχής. Εν τω μεταξύ η Μπελ Επόκ καταλήγει στη φρίκη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο Αραγκόν γνωρίζει το μακελειό από κοντά. Υπηρετεί ως γιατρός σε στρατιωτικό νοσοκομείο.


Ο Μπατάιγ δεν θα γνωρίσει το μέτωπο. Εχει όμως την προσωπική του κόλαση. Η εγκατάλειψη του πατέρα σε ένα άσυλο και ο θάνατός του εκεί τον ενοχοποιεί βαθιά. Στρέφεται στον καθολικισμό και ο μελλοντικός μελετητής της λογοτεχνίας του κακού έχει αποφασίσει να αφιερωθεί στην Εκκλησία. Η σκέψη να γίνει κληρικός τον ακολουθεί κάποια χρόνια.


Και ο Αραγκόν όμως και ο Μπατάιγ ζούνε τους καιρούς που η ευρωπαϊκή σκέψη μετά το σοκ του Βρώμικου Πολέμου βλέπει την άνοδο του φασισμού και το ενδεχόμενο ενός νέου πολέμου που προμηνύεται.


Ισως να είναι χαρακτηριστικό αυτού που λέμε δυτικός πολιτισμός και είναι ίσως μια από τις μεγαλύτερες αρετές του το ότι στην εποχή της μεγαλύτερης κρίσης του μπόρεσε να φτάσει σε μια πλήρη ανατροπή των αξιών του ή για να είμαστε πιο ακριβείς να την ονειρευτεί. Τα θεμέλιά του, ο ορθολογισμός και μια κοινωνιολογική δομή και ηθική που βασίζεται σε αυτό που ονομάζεται αστισμός, καταρρέουν. Τότε το εκκρεμές αγγίζει την άλλη άκρη και αυτή είναι η απελευθέρωση του ασυνειδήτου και η Επανάσταση. Ο Φρόιντ ήρθε στην ώρα του, ο Μαρξ το ίδιο.


Είναι η εποχή που η ταυτότητα ενός διανοουμένου καθορίζεται με το αν είναι κομμουνιστής ή όχι, με το αν είναι υπερρεαλιστής ή όχι.


Ο Αραγκόν δένεται με τον υπερρεαλισμό την πρώτη εποχή, όταν υπερρεαλισμός και κομμουνιστές συμβαδίζουν. Μετά το «σχίσμα» και την οριστική ρήξη με τους «καθαρούς» υπερρεαλιστές ο Αραγκόν θα παραμείνει ένας στρατευμένος κομμουνιστής συγγραφέας και θα ζήσει όλη την ιδεολογική περιπέτεια του κινήματος. Η κατηγορία του σταλινικού θα τον ακολουθήσει σε όλη τη ζωή, όμως συμμετέχει ενεργά στον Μάη του ’68 και υψώνει φωνή διαμαρτυρίας όταν τα τανκς εισβάλλουν στην Πράγα.


Ο Μπατάιγ ανακαλύπτει τον Νίτσε και εγκαταλείπει οριστικά την ιδέα τού να γίνει κληρικός. Θα δεθεί και αυτός με τον υπερρεαλισμό και θα έχει τους δικούς του θυελλώδεις καυγάδες με τον «πάπα» του κινήματος, τον Αντρέ Μπρετόν. Δεν θα μείνει αμέτοχος στα κοινά. Τη δεκαετία του ’30 καταγγέλλει την άνοδο του φασισμού και προβλέπει την εξάπλωσή του. Ιδρύει την επιθεώρηση «Ακέφαλος» και το Κολέγιο της Κοινωνιολογίας.


Οι μόνιμες όμως ή κατά καιρούς στρατεύσεις και εντάξεις δίνουν λαθεμένη ταυτότητα σε δύο αιρετικούς διανοουμένους που δεν ταξινομούνται.


Από πολύ νωρίς ο Λουί Αραγκόν, που υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού της ομάδας των υπερρεαλιστών με τον ειρωνικό τίτλο «Λογοτεχνία», θα έρθει σε πλήρη αντίθεση μαζί τους. Κάνει λογοτεχνία! Δημοσιεύει ένα μυθιστόρημα. Είναι το «Ο Χωρικός του Παρισιού». Αυτός που διακήρυξε το τέλος του έλλογου λόγου υποκαθιστώντας τον από το παραλήρημα, δηλαδή από έναν παρα-λόγο απελευθερωμένο από τον έλεγχο και τις λογοκρισίες της λογικής, υπηρετεί ένα είδος που βασίζεται στη δομούσα συνείδηση, στην απεικόνιση της πραγματικότητας. Ο υπερρεαλιστής ήταν τελικά ρεαλιστής;


Ο Λουί Αραγκόν θα υπηρετήσει σε όλη του τη ζωή το μυθιστόρημα.


Σε ένα άρθρο του το 1964 εξηγεί την αντινομία. Το μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό είδος όσο και αν αμφισβητηθεί δεν θα εξαφανισθεί ποτέ. Οσο γι’ αυτό που λέμε ρεαλισμό δεν είναι τίποτα άλλο παρά επινόηση. Για τον Αραγκόν και το πιο ρεαλιστικό μυθιστόρημα είναι μια επιχείρηση «παράβασης» όπως αυτή που ονειρεύτηκε ο υπερρεαλισμός. «Το μυθιστόρημα είναι το κλειδί για τα απαγορευμένα δωμάτια του σπιτιού μας» θα δηλώσει.


Στην ποίηση η πορεία του από την επανάσταση στην παράδοση θα γίνει με αργότερα βήματα. Η σύζευξη των δύο θα δώσει κάποια από τα πιο ωραία λυρικά ποιήματα της γαλλικής γλώσσας.


Η στράτευσή του στον κομμουνισμό θα γίνει χωρίς να χάσει την ελευθερία της αισθητικής αναζήτησης. Τη στάση του ως λογοτέχνη τη συνοψίζει ο Πιερ Ντεξ σε μια συνέντευξη. Οταν τον ρώτησαν αν ο Αραγκόν υπήρξε κομμουνιστής συγγραφέας απάντησε: «όχι, υπήρξε κομμουνιστής και συγγραφέας».


Από άλλους δρόμους πέρασε ο Ζορζ Μπατάιγ.


Ο θρησκευόμενος που ανακάλυψε τον Νίτσε γρήγορα οδηγήθηκε σε μια σκέψη που ο ίδιος ονόμασε «Παράδοξη Φιλοσοφία»… Η ψυχανάλυση του επιτρέπει να προσεγγίσει «απαγορευμένες» περιοχές και η αθεΐα που διαδέχθηκε την πίστη του δεν τον απομάκρυνε από τον μυστικισμό. Ο ερωτισμός με την έννοια της παρέκκλισης από το «ομαλό» γίνεται μέσον για να αντικρίσει ο άνθρωπος τον θάνατο, η παραφορά τρόπος για να φτάσει κανείς τα σκοτεινά όρια της ύπαρξης, εκεί όπου εδρεύει το τραγικό, η αισχρότης είναι «μέθοδος» που οδηγεί στην αυτογνωσία. «Σκέπτομαι όπως ένα κορίτσι βγάζει το φουστάνι του. Στην άκρια της κίνησής του η σκέψη είναι η αδιαντροπιά, η αισχρότης». Η μελέτη των καταραμένων συγγραφέων όπως του Σαντ του Μπλέικ και άλλων είναι η ευκαιρία για να εξερευνήσει τα όρια όπου ερωτισμός και θάνατος συγχέονται.


Ο Ζορζ Μπατάιγ πέθανε το 1962. Ο Λουί Αραγκόν είκοσι χρόνια αργότερα.


Και οι δύο έζησαν με πάθος και με ολοκληρωτική προσωπική εμπλοκή τούς καιρούς τους. Τα γραπτά τους είναι μια μαρτυρία της πνευματικής, πολιτικής και ιστορικής περιπέτειας του αιώνα που τελειώνει.


Η κυρία Λίνα Λυχναρά είναι καθηγήτρια στα Πανεπιστημιακά Τμήματα του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών.