Η κυκλοφορία του μυθιστορήματος «Spiritus» του Ισμαήλ Κανταρέ συνέπεσε με την έκδοση του τέταρτου τόμου των απάντων του από τον εκδοτικό οίκο Fayard. Ετσι ο αλβανός συγγραφέας εξακολουθεί να είναι στην επικαιρότητα, έναν μήνα αφότου έγινε μέλος της γαλλικής Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών. Γεννημένος στο Αργυρόκαστρο το 1936 έγινε πρόεδρος της Ενωσης Αλβανών Συγγραφέων και Καλλιτεχνών προτού αποφασίσει να εγκαταλείψει τη χώρα του. Η Γαλλία τον αγκάλιασε αμέσως και πλέον μοιράζεται τον χρόνο του ανάμεσα στο Παρίσι και στα Τίρανα, όπου και τον εντοπίσαμε.
Συχνά στους τίτλους σας αναφέρετε ισχυρά οικοδομήματα, φτιαγμένα από πέτρα («Το μεγάλο τείχος», «Η πυραμίδα», «Το κάστρο»). Τι συμβολίζουν;
«Πρόκειται για την ενσάρκωση της δικτατορίας όχι μόνο της κομμουνιστικής δικτατορίας αλλά κάθε είδος απολυταρχικού πολιτεύματος. Είναι γνωστό ότι έζησα σε ένα τέτοιο καταπιεστικό καθεστώς, στην πιο σκληρή δικτατορία, αυτήν της Αλβανίας. Το δυστύχημα ήταν ότι υπήρξε το πιο απομονωμένο κράτος του κόσμου. Φανταστείτε λοιπόν πόσο άσχημα ήταν, έχοντας ταυτόχρονα δικτατορία και απομόνωση… Και μάλιστα τριπλή απομόνωση: από τον Δυτικό κόσμο, από τη Σοβιετική Ενωση και από την Κίνα. Ετσι, με τρεις θανάσιμους εχθρούς, ήμασταν παντελώς αποκομμένοι».
Υπήρξατε και εσείς διακεκριμένο μέλος του κόμματος…
«Τότε δεν υπήρχε τίποτε πιο κοινό από το να είναι κάποιος στο κόμμα. Ηταν σαν να είναι κάποιος σήμερα μέλος συνδικάτου».
* Ενα συμβολικόγεγονός
Η κυκλοφορία της νουβέλας «Φεγγαρόφωτο» συνδέθηκε με ένα ιστορικό γεγονός…
«Ηταν πολύ συμβολικό: κυκλοφόρησε την ημέρα όπου πέθανε ο Χότζα. Την επομένη απαγορεύθηκε γιατί οι ιθύνοντες του κόμματος ήθελαν να κάνουν γνωστό ότι η πολιτική κατάσταση δεν θα άλλαζε. Δηλαδή δεν θα άλλαζε η σκληρότητα του καθεστώτος. Πάντως εγώ είμαι συγγραφέας και δεν ασχολούμαι ούτε με τους κομμουνιστές ούτε με τους αντικομμουνιστές. Τα μηνύματά μου βρίσκονται στα βιβλία μου και απευθύνονται σε όλους».
Στα νεανικά σας χρόνια διαβάζατε πολύ Καζαντζάκη. Ποιους άλλους έλληνες συγγραφείς εκτιμάτε;
«Γενικά παρακολουθώ τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Εχω ιδιαίτερο θαυμασμό για την τριάδα Ελύτης – Σεφέρης – Καζαντζάκης. Ο Ελύτης είχε έλθει στην πόλη όπου γεννήθηκα, στο Αργυρόκαστρο, όταν ήταν στρατιώτης. Το διάβασα στο περίφημο έργο του «Αξιον εστί». Ξέρετε, στην Αλβανία τα πράγματα ήταν δύσκολα αλλά το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν πολύ καλό και έμαθα πολλά στο σχολείο. Ηλθα σε επαφή με πολλά κείμενα. Οταν πήγα αργότερα για μεταπτυχιακές σπουδές στη Μόσχα, για να εμβαθύνω τις γνώσεις μου στην παγκόσμια λογοτεχνία, ήδη γνώριζα πάρα πολλά».
* Το «Παλάτι των ονείρων»
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι θα πάρετε κάποια στιγμή το Νομπέλ.
«Οντως είναι κάτι που συζητείται αλλά δεν με αφορά. Είχα προταθεί κάποιες φορές αλλά δεν είχα τύχη. Δεν θέλω να σκέφτομαι πώς θα εξελιχθεί το μέλλον γιατί υπάρχουν πολλές εκπλήξεις. Είναι σαν να παίζεις πόκερ: δεν υπάρχει λόγος να ελπίζεις ούτε όμως και να μην ελπίζεις…».
Ποιο θεωρείτε το καλύτερο βιβλίο σας;
«Δύσκολο αυτό που μου ζητάτε γιατί, αν διαλέξω μόνο ένα, θα αδικήσω τα υπόλοιπα. Ανάμεσα όμως σε όλα τα έργα μου θεωρώ ότι σημαντικότερο είναι το “Παλάτι των ονείρων”. Νομίζω ότι έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά. Και αυτό δημιούργησε επεισόδια στην Αλβανία όταν κυκλοφόρησε: απαγορεύθηκε και έγινε μεγάλη φασαρία. Μετά από τις δραματικές εξελίξεις μεταφράστηκε παντού στον κόσμο.
Γενικά τα βιβλία μου έχουν μεταφραστεί πολύ, σε όλες τις γλώσσες, σχεδόν σε 30. Παρ’ όλο που τα αλβανικά είναι μια σπάνια γλώσσα δεν λείπουν οι μεταφραστές από το πρωτότυπο. Π.χ., μεταφράζονται απευθείας στα γερμανικά και στα ισπανικά. Δυστυχώς οι ελληνικές μεταφράσεις γίνονται από άλλη γλώσσα».
Οχι όλες. Υπάρχουν και απευθείας από τα αλβανικά.
«Πολύ χαίρομαι που το μαθαίνω γιατί η Ελλάδα είναι μια γειτονική χώρα και είναι κρίμα να μεσολαβούν τα γαλλικά. Υπάρχει μεγάλη απώλεια όταν η μετάφραση γίνεται από τρίτη γλώσσα.
Βέβαια δεν είναι παράξενο ότι τώρα οι δυο μας, που καταγόμαστε από τα Βαλκάνια, συνεννοούμαστε στα γαλλικά. Εχουμε αρχαίες και πλούσιες μητρικές γλώσσες αλλά δεν είναι δα και δραματικό να χρησιμοποιούμε μια ξένη γλώσσα. Ετσι γίνεται όταν οι λαοί είναι μικροί…».
Το 1990 ζητήσατε πολιτικό άσυλο στη Γαλλία. Γιατί επιλέξατε το Παρίσι ως τόπο διαμονής;
«Οταν κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο στη Γαλλία με προσκάλεσε ο εκδότης και η κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να το αποδεχθεί. Χάρη στη μετάφραση των βιβλίων μου στα γαλλικά έγινα γνωστός σε όλο τον κόσμο.
Με την κυκλοφορία 20 τίτλων είχα από καιρού εις καιρόν την ευκαιρία να ταξιδεύω. Ετσι στο Παρίσι δημιούργησα φιλίες και απέκτησα πολλούς γνωστούς. Τώρα μοιράζω τον χρόνο μου ανάμεσα στο Παρίσι και στα Τίρανα. Ο χώρος παίρνει διαφορετικές διαστάσεις στο μυαλό ενός συγγραφέα. Τα Τίρανα είναι μια φτωχή πόλη αλλά έχει ζωντανέψει από έναν αέρα ελευθερίας. Διάφοροι ξένοι επισκέπτες με τους οποίους συζήτησα μου είπαν ότι στην αρχή σοκαρίστηκαν από την ακαταστασία, αλλά στη συνέχεια βρήκαν μια γοητεία στον τόπο. Εχει τη γοητεία του καθεστώτος που ανατράπηκε, μαζί με όλη τη σκόνη που σημαίνει αυτό».
Στην Ευρώπη υπάρχει πάντως ένας ρατσισμός απέναντι στους Αλβανούς. Εσείς αντιμετωπίσατε προβλήματα;
«Για να μιλήσω ανοιχτά, δημιουργήθηκαν προβλήματα από τους αλβανούς πρόσφυγες. Πήγαν πολλοί στην Ελλάδα και στην Ιταλία και δίνουν μια κακή εικόνα της χώρας. Είναι μακριά από την πατρίδα τους, νιώθουν ξεριζωμένοι και ζουν με δυσκολίες. Το αποτέλεσμα είναι ότι κρίνουν όλοι άσχημα την Αλβανία. Αυτό πιστεύω ότι είναι φυσικό. Υπάρχει βέβαια εξήγηση για τη μαζική φυγή: για 40 χρόνια δεν μπορούσαν να βγουν από τη χώρα και τώρα όπου τους δόθηκε η ευκαιρία την εκμεταλλεύονται. Στα Τίρανα πάντως κυκλοφορεί κόσμος που διαθέτει τεράστια χρηματικά ποσά. Δεν ξέρω πού τα βρίσκουν. Μερικοί έχουν “παράξενες” ασχολίες. Επανέρχομαι στον ρατσισμό: νομίζω ότι υπήρξε σε πολιτιστικό επίπεδο κυρίως από αυτούς που κάποια στιγμή ήταν θύματα ρατσισμού, το ξεπέρασαν και θέλουν να βρουν θύματα για να εκδικηθούν προκειμένου να θεραπεύσουν τα κόμπλεξ τους.
Αυτό ακριβώς συνέβη με την ταινία “L’ America”, την οποία βρήκα αηδιαστική. Από ηθικής απόψεως είναι αδιανόητο να επιτίθεται ένας διανοούμενος σε έναν ολόκληρο λαό. Γυρίστηκε από έναν Ιταλό που υπέφερε και ο ίδιος από τον ρατσισμό.
Ευτυχώς εγώ δεν αντιμετώπισα τέτοιου είδους προβλήματα. Προσαρμόστηκα αμέσως στη Γαλλία. Νομίζω ότι ως λαός οι Γάλλοι είναι από τους λιγότερο ρατσιστές. Αυτό αποδείχθηκε και με την πρόσφατη εκλογή μου στην Ακαδημία Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών».
* Το πνεύμα καιτο φάντασμα
Σε τι αναφέρεται το καινούργιο βιβλίο σας;
«Κυκλοφόρησε πρόσφατα στη Γαλλία και στην Αλβανία με τίτλο “Spiritus”, που περιέχει ταυτόχρονα το πνεύμα και το φάντασμα. Παλιά, αναρωτιόμουν αν θα άλλαζα το στυλ μου υπό διαφορετικό καθεστώς.
Τώρα όμως καταλαβαίνω ότι δεν έχω αλλάξει σε τίποτε. Ευτυχώς η γραφή μου παρέμεινε η ίδια και ευτυχώς συνεχίζω να δουλεύω με τον ίδιο τρόπο. Δεν θα μου άρεσε καθόλου να υποστήριζα διαφορετικές θέσεις πριν και μετά τις πολιτικές αλλαγές γιατί το ζητούμενο είναι να εκφράζεσαι με τον ίδιο τρόπο σε οποιεσδήποτε συνθήκες».
Τι εννοούσατε δηλώνοντας ότι η ιδιότητα του συγγραφέα φέρνει δυστυχία;
«Το πιστεύω σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Είναι δυστυχία για κάποιον να γίνεται συγγραφέας και μάλιστα διάσημος στα Βαλκάνια, γιατί οι Βαλκάνιοι είναι υπέρμετρα φιλόδοξοι και ζηλεύουν. Ομολογώ ότι οι Αλβανοί είναι πολύ ζηλιάρηδες (νομίζω ότι το ίδιο ισχύει και για τους Ελληνες, εσείς θα μου πείτε…). Ισως αυτό είναι θετικό γιατί θέτει στόχους για δουλειά.
Αλλά στις συγκεκριμένες συνθήκες, όπου περάσαμε από τη μεγάλη καταπίεση στην απόλυτη ελευθερία, μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο επειδή δεν γνωρίζουν όλοι τα όρια της ελευθερίας. Ετσι κάποιος που είναι διάσημος γίνεται αντικείμενο φθόνου. Ταυτόχρονα όμως και πάνω απ’ όλα οι συμπατριώτες μου νιώθουν υπερήφανοι για μένα. Με ρωτήσατε πριν για το Νομπέλ. Εγώ ως συγγραφέας γνωρίζω ποια είναι η διαδικασία επιλογής. Ο κόσμος όμως περίμενε με φοβερή αγωνία την ανακοίνωση του ονόματος του βραβευθέντος. Οι εκδηλώσεις της χαράς τους μπορώ να πω ότι ήταν ακραίες. Είναι λογικό γιατί ένα Νομπέλ Λογοτεχνίας θα έκανε πολύ καλό στην Αλβανία».



