Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα που έφεραν στο προσκήνιο οι πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις είναι το εξής. Η περασμένη δεκαπενταετία ήταν περίοδος προσαρμογής της οικονομίας μας στο ανταγωνιστικό περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της παγκόσμιας οικονομίας. Παρά το γεγονός όμως ότι για τον σκοπό αυτόν δαπανήθηκαν σημαντικοί κοινοτικοί και εθνικοί πόροι, για λόγους που είναι γενικά γνωστοί, μεγάλοι κλάδοι και επαγγέλματα έχουν μπει σε διαδικασία μη αναστρέψιμης συρρίκνωσης. Δεδομένου λοιπόν ότι το κράτος είναι καταχρεωμένο, η παροχή εθνικών επιδοτήσεων απαγορεύεται από την κοινοτική νομοθεσία και ως χώρα επιμένουμε στην ισότιμη συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, το ερώτημα που γεννιέται είναι αν υπάρχει μια συνολικά συνεπής πολιτική η οποία να οδηγεί στους στόχους που έχει θέσει η κυβέρνηση. Η άποψή μου είναι ότι υπάρχει και βασίζεται στους άξονες αποκρατικοποίηση, απελευθέρωση και μεταστροφή των ατομικών κινήτρων προς τις επενδύσεις. Ας δούμε τους λόγους που τη δικαιολογούν.


Αποκρατικοποίηση. Για τον αναμενόμενο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας να υπερβεί τα αναμενόμενα πραγματικά επιτόκια και για να αντιστραφεί μόνιμα η αύξηση του δημόσιου χρέους, των δημόσιων ελλειμμάτων και του πληθωρισμού χρειάζεται δραστική ανακατανομή στη χρήση των πόρων. Αυτή μπορεί να γίνει μόνο με δύο τρόπους: είτε μέσω ανακατανομής των αποταμιεύσεων είτε μέσω αποκρατικοποίησης. Η πιθανότητα όμως να ορθοποδήσει η ελληνική οικονομία μέσω ανακατανομής των αποταμιεύσεων πρέπει να θεωρείται από εξαιρετικά περιορισμένη ως μηδενική. Ο λόγος είναι ότι στον μακρό χρονικό ορίζοντα που απαιτούν οι σχετικές πολιτικές για να αποδώσουν η αναστροφή τους δεν μπορεί να αποκλεισθεί, με αποτέλεσμα ο υψηλός κίνδυνος που ενέχει αυτή η προσέγγιση να εξουδετερώνει τις ευνοϊκές επιδράσεις της μείωσης των πραγματικών επιτοκίων επί των επενδύσεων. Κατά συνέπεια, η μόνη συνεπής επιλογή που απομένει είναι η μαζική και χωρίς χρονοτριβές αποκρατικοποίηση.


Απελευθέρωση. Για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των αγορών, και κυρίως της αγοράς εργασίας, απαιτούνται τρία πράγματα. Το πρώτο είναι η κατάργηση όλων των νόμων και των αποφάσεων της διοίκησης με τις οποίες προστατεύονται από τον ανταγωνισμό επιμέρους κλάδοι και επαγγέλματα. Το δεύτερο είναι να καταργηθούν όλοι οι φόροι υπέρ τρίτων χάρη στους οποίους πολλές κατηγορίες δραστηριοτήτων, οι οποίες θα έπρεπε να έχουν συρρικνωθεί, επιβιώνουν και δεν αφήνουν σε πιο σύγχρονες δραστηριότητες τη δυνατότητα να δημιουργήσουν συγκριτικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Και, τέλος, το τρίτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι να καταργηθούν όλες οι επιδοτήσεις, πλην εκείνων που εντάσσονται στο σύστημα κοινωνικής συνοχής και είναι καθαρά προνοιακές. Με τις πολιτικές αυτές η χρήση των περιορισμένων πόρων της οικονομίας θα εξορθολογισθεί και θα επιταχυνθούν σημαντικά οι ρυθμοί της οικονομικής ανάπτυξης.


Ατομικά κίνητρα για επενδύσεις. Προκειμένου να επανέλθουμε στους μακροχρόνιους ρυθμούς πραγματικών επενδύσεων, και κατ’ ευχήν αυτούς που χαρακτήριζαν την ελληνική οικονομία από το 1953 ως το 1972, το πολιτικό σύστημα της χώρας πρέπει να εγγυηθεί τη μη αναστροφή των βασικών συνιστωσών των πιο πάνω πολιτικών. Μεταξύ των άλλων, αυτό προϋποθέτει ότι θα υπάρξει αξιόπιστη δέσμευση για μακροχρόνια σταθερότητα στα καθεστώτα της φορολογίας και της εκπαίδευσης.


Οσον αφορά τη φορολογία, οι συνεχείς και απρόβλεπτες αυξήσεις των φορολογικών επιβαρύνσεων πρέπει να σταματήσουν. Με την τάση που υπάρχει παγκόσμια οι φορολογικοί συντελεστές να μειώνονται, μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί ότι εμείς που έχουμε οξεία επενδυτική ανεπάρκεια θα έπρεπε να πρωτοστατούμε σε αυτή την εξέλιξη. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, αν δεν μπορούμε να υπερνικήσουμε τον σκεπτικισμό μας σε αυτή την πρόταση, οι κυβερνώντες ας σταματήσουν τουλάχιστον να πιστεύουν ότι έχουν τη δυνατότητα να ξεγελούν συστηματικά τους επενδυτές σε περιβάλλον ανοικτής οικονομίας.


Τέλος, αναφορικά με το ανθρώπινο κεφάλαιο, είναι προφανές ότι, καθώς η αγορά εργασίας θα απελευθερώνεται και η ζήτηση για εκπαιδευμένο προσωπικό θα μεταβάλλεται με ταχύτητες που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν οι γραφειοκρατικές διαδικασίες του Δημοσίου, το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να αποκτήσει ενδογενή ευελιξία και προσαρμοστικότητα. Μεταξύ των άλλων αυτό προϋποθέτει να καταργηθεί το μονοπώλιο του κράτους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα να αποκτήσουν τυπική και ουσιαστική αυτονομία, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν με μεγαλύτερη ευελιξία στις ανάγκες της οικονομίας για εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, και να σταματήσει το πελατειακό σύστημα προσλήψεων και αμοιβών στον δημόσιο τομέα, το οποίο αποτελεί σοβαρό αντικίνητρο για ουσιαστική εκπαίδευση.


Συνοψίζοντας, οι συνιστώσες μιας συνεπούς διαρθρωτικής πολιτικής, οι οποίες έχουν την ικανότητα να μας οδηγήσουν στους στόχους που έχει βάλει η κυβέρνηση, είναι η μαζική αποκρατικοποίηση, η απελευθέρωση και τα ατομικά κίνητρα για επενδύσεις σε ανθρώπινο και φυσικό κεφάλαιο. Αυτές δοκιμάστηκαν και επέτυχαν σε παγκόσμια κλίμακα τα τελευταία 20 χρόνια και σίγουρα μπορούν να αποδώσουν και στη χώρα μας.


Ο κ. Γ. Κ. Μπήτρος είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.