Πού πηγαίνει η Ευρώπη;» είναι το ερώτημα που συχνά ακούγεται μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, την αναζωπύρωση των εθνικισμών και του ρατσισμού, τη διεύρυνση της ευρωπαϊκής κοινότητας, το Μάαστριχτ, τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία. Μια έντονη ανησυχία για το μέλλον της ηπείρου, ανησυχία που ενισχύεται και από το γεγονός ότι η Ευρώπη έχει πάψει προ πολλού να είναι το κέντρο του κόσμου και ωθείται στο περιθώριο των παγκόσμιων οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων. Ο αμερικανικός τρόπος ζωής, ένδυσης, διατροφής και διασκέδασης εξαπλώνεται ραγδαία ως παγκόσμιο, και ιδιαίτερα πανευρωπαϊκό, φαινόμενο. Η νέα αυτή πραγματικότητα στρέφει, σχεδόν αναπόφευκτα, το αρχικό ερώτημα σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης προς το παρελθόν: «Από πού έρχεται η Ευρώπη;».


Η ανάγκη να ξαναγραφτεί και να ξαναδιδαχτεί η ιστορία της Ευρώπης δημιουργήθηκε ακριβώς μέσα σ’ αυτή την καινούργια πολιτική συγκυρία που προήλθε από την κατάρρευση του μετώπου Ανατολής και Δύσης στο εσωτερικό της Ευρώπης. Το μέτωπο αυτό εξάλλου δεν ήταν μόνο ιστορικό αλλά και ιστοριογραφικό. Οι ιστορίες της Ευρώπης που κυκλοφορούσαν στο δυτικό τμήμα της διακρίνονταν από έναν σαφή δυτικοκεντρισμό και κάποτε από αντικομμουνισμό, εν τέλει αντισοβιετισμό. Αντίστοιχα, στις ανατολικές χώρες η ιστορική μνήμη ήταν έντονα πολιτικοποιημένη, ενώ η ιστοριογραφία νομιμοποιούσε το υπάρχον καθεστώς που οριζόταν αντιθετικά προς την καπιταλιστική Δύση. Το 1989 σήμανε ενδεχομένως το τέλος της ιστορικής αλλά όχι και της ιστοριογραφικής διαίρεσης της Ευρώπης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του έργου του J.-Β. Duroselle (1991), που προκάλεσε κύμα αντιδράσεων ­ στην Ελλάδα ιδιαιτέρως, όπως θυμόμαστε ­ ακριβώς επειδή εντόπιζε την ιστορική του ανάλυση στη Δυτική Ευρώπη, αποκλείοντας ή υποβαθμίζοντας άλλες γεωγραφικές περιοχές (Βαλκάνια, Σκανδιναβία κλπ.) και παραγνωρίζοντας ιστορικές περιόδους όπως το Βυζάντιο.


Η οπτική του Duroselle ­ αλλά και άλλων ιστορικών ­ ως προς το περιεχόμενο της ευρωπαϊκής ιστορίας αφενός και οι ποικίλες αντιδράσεις που προκάλεσε αφετέρου αποτελούν στην ουσία μέρος του ίδιου προβλήματος: πώς ορίζεται η Ευρώπη, με γεωγραφικά, πολιτισμικά ή άλλα κριτήρια; υπάρχει μια ευρωπαϊκή ταυτότητα και πώς συνδέεται με τις επιμέρους εθνικές ταυτότητες; ποιο είναι το περιεχόμενο της ευρωπαϊκής ιστορίας και ποιοι είναι οι στόχοι της διδασκαλίας της στους μαθητές των ευρωπαϊκών κρατών; Τα ερωτήματα αυτά αντανακλούν βεβαίως τη σύγχρονη συγκυρία και η ιστορία, «σύγχρονη» πάντα, καλείται να απαντήσει στα ερωτήματα που θέτει το παρόν.


Για αιώνες οι κάτοικοι της Ευρώπης ζούσαν χωρίς κοινή ιστορική συνείδηση, τους τελευταίους δύο αιώνες μάλιστα οι εθνικές τους ταυτότητες σαφώς προηγούνταν, όπως έδειξαν οι μερικές και γενικές πολεμικές συρράξεις. Κατά την τελευταία δεκαετία όμως η ευρωπαϊκή ήπειρος τείνει να γίνει αντιληπτή ως μία και μοναδική «κοινότητα», ενώ το σύνολο των κρατών της, και κυρίως τα ανατολικά, επιθυμούν να αποκτήσουν το χρίσμα της ευρωπαϊκότητας και να ενταχθούν έτσι ισότιμα στη νέα κοινότητα. Η νέα κοινότητα απαιτεί εξάλλου το δικό της νομιμοποιητικό παρελθόν, τη δική της μυθολογία. Η ιστορία της Νέας Ευρώπης δεν θα πρέπει να είναι πλέον το άθροισμα εθνικών ιστοριών αλλά η ιστορία ενός «έθνους που αποτελείται από έθνη».


Στην αναζήτηση της ευρωπαϊκής διάστασης στη διδασκαλία της ιστορίας σημαντική είναι η ερευνητική εργασία του Ινστιτούτου Georg-Eckert στο Braunschweig της Γερμανίας. Κάτοχος της πλουσιότερης συλλογής σχολικών εγχειριδίων από όλο τον κόσμο, το Ινστιτούτο αυτό χρηματοδοτεί επιπλέον έρευνες και εκδόσεις με αναλύσεις σχολικών βιβλίων σχετικά με την ύπαρξη στερεοτύπων και προκαταλήψεων μεταξύ γειτονικών κυρίως λαών. Η αναζήτηση της Ευρώπης στην ιστορική διδασκαλία οδήγησε στην έκδοση του βιβλίου Οι εικόνες της Ευρώπης στα σχολικά εγχειρίδια της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Βρετανίας και της Ιταλίας (στα ιταλικά το 1994 και στα γερμανικά το 1995), με επιμέλεια του Falk Pingel. Τα συμπεράσματα της συγκριτικής αυτής μελέτης, αν και διαφορετικά για τα εγχειρίδια των επιμέρους χωρών, συγκλίνουν σε κάποια σημεία: απουσιάζει ένας σαφής ορισμός της Ευρώπης, η εθνική ταυτότητα υπερέχει ως τρόπος αυτοπροσδιορισμού, η (Δυτική) Ευρώπη παρουσιάζεται ως ενιαίο σύνολο μόνο κατά τον Μεσαίωνα, ενώ η εικόνα της θρυμματίζεται στη νεότερη και σύγχρονη εποχή για να γίνει ιστορία των εθνών – κρατών.


Απάντηση σε αυτόν τον εν πολλοίς διχαστικό τρόπο παρουσίασης της Ευρώπης φιλοδοξεί να δώσει η υπό επεξεργασία ερευνητική πρόταση του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Montpellier ΙΙΙ, που διευθύνεται από τον καθηγητή Ch.-Ο. Carbonell. Στόχος είναι να γραφτεί ένα εγχειρίδιο ιστορίας για τους μαθητές 14-16 ετών και ένα δεύτερο, πυκνότερο, για τους φοιτητές και το πλατύ κοινό. Βασική θεωρητική θέση, η έμφαση στις συνέχειες και τις ομοιότητες στον χρόνο και τον χώρο ­ σε βάρος των ασυνεχειών και των διαφορών ­ όπως θα τις εντόπιζε ένας εξωτερικός παρατηρητής, κάποιος δηλ. που θα τοποθετούσε το ιστορικό του τηλεσκόπιο έξω από την Ευρώπη, στην Αφρική, την Ασία, την Αμερική. Πρόκειται στην ουσία για τη μελέτη των ιδιαίτερων χαρακτήρων του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως διαμορφώθηκαν ­ σύμφωνα με την ομάδα του Montpellier ­ στη διαχρονία: η αρχαία ελληνική σκέψη, η χριστιανική πίστη, το ρωμαϊκό δίκαιο, οι ιδέες του Διαφωτισμού. Η συνέχεια στον χρόνο παρακολουθείται επιπλέον από τη συνέχεια στον χώρο. Η νέα ολική αντίληψη της ευρωπαϊκής ιστορίας που προτείνεται αντιστοιχεί σε μια νέα ολική αντίληψη του ευρωπαϊκού εδάφους: αναγνώριση της σχετικότητας και ρευστότητας των συνόρων και περιγραφή με νέους όρους της δομής του χώρου, απορρίπτοντας το κλασικό αναλυτικό σχήμα κέντρο – περιφέρεια.


Αναμένοντας την πραγματοποίηση του σχεδίου, τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά ως προς το εγχείρημα συγγραφής μιας ευρωπαϊκής ιστορίας καθεαυτό, όπως έχει τουλάχιστον δοκιμαστεί στις ως σήμερα συνθέσεις. Μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε για συνέχεια στην ευρωπαϊκή ιστορία; Υπάρχει μία ευρωπαϊκή ιστορία που μπορεί να περικλείεται σε ένα εγχειρίδιο; Μήπως το πρότυπο συγγραφής αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς η εθνική ιστορία; Μήπως παρακολουθούμε μια διαδικασία κατασκευής της Ευρώπης αντίστοιχη με εκείνη της οικοδόμησης του έθνους – κράτους; Στον διάχυτο αυτό σκεπτικισμό έρχονται να αντιπαραταχθούν οι αντιρρήσεις εκείνων που πιστεύουν στην αναγκαιότητα μιας παρόμοιας ενοποιητικής διδασκαλίας, με στόχο την προώθηση μιας κοινής ιστορικής συνείδησης, της αμοιβαίας κατανόησης και ανοχής μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών και εν τέλει της ευρωπαϊκής ειρήνης.


Οι πρόσφατες εξελίξεις πάντως, τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Ευρώπη (Ισπανία, Βέλγιο), δείχνουν ότι οι διασπαστικές τάσεις είναι πολύ περισσότερες από εκείνες που ορίζουν τα κρατικά σύνορα. Η αναβίωση εθνικισμών και τοπικισμών στο εσωτερικό των κρατών αντανακλάται πλέον και στο ίδιο το αναλυτικό πρόγραμμα. Η ιστορία τεμαχίζεται λοιπόν συνεχώς σε μεγαλύτερα και μικρότερα κομμάτια, όπως η Ευρώπη διαλέγεται με τον ενικό και τον πληθυντικό, με τη μία και τις πολλές της ταυτότητες.