Με τη δέκατη έκτη ραψωδία εγκαινιάζεται το θέμα του αναγνωρισμού στον κύκλο του εσωτερικού νόστου, ο οποίος ανοίγει στη δέκατη τρίτη ραψωδία, με την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη, και κλείνει στο τέλος του έπους, με την επανίδρυση του ήρωα στη συζυγική του κλίνη και στη βασιλική του εξουσία. Ο πρώτος αναγνωρισμός της σειράς επιφυλάσσεται για τον Τηλέμαχο στο καλύβι του Εύμαιου· ο τελευταίος για τον Λαέρτη στα απόμερα αμπέλια του νησιού. Στο ενδιάμεσο αυτών των, ακραίων και περιφερειακών, αναγνωρισμών εξελίσσονται, με διαφορετική κάθε φορά έκταση και ένταση, οι επίκεντροι αναγνωρισμοί στο παλάτι της Ιθάκης, οι οποίοι κορυφώνονται με τον αναγνωρισμό του ήρωα από την Πηνελόπη, στο πλαίσιο της εικοστής τρίτης ραψωδίας. Ολοι οι αναγνωρισμοί του εσωτερικού νόστου περιβάλλουν και υπηρετούν τη Μνηστηροφονία· συμπλέκονται δηλαδή με τα προηγούμενα, τη φονική της ακμή και τα παρεπόμενά της.
Αν οι διαδοχικοί αναγνωρισμοί του ήρωα από συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα ορίζονται ως θετικοί, αρνητικός ελέγχεται ο βίαιος και αναγκαστικός αναγνωρισμός του Οδυσσέα από τους μνηστήρες, τους επίορκους δούλους και τις άπιστες δούλες. Ετσι σχηματίζεται το αναγνωριστικό σταυρόλεξο στο δεύτερο μισό της Οδύσσειας όπου εντοπίζεται και ο, βουβός και αυτόματος, αναγνωρισμός του ήρωα από το πιστό σκυλί του, τον Αργο, που ξεψυχά μόλις ξαναβλέπει, ύστερα από είκοσι χρόνια, τον κύριό του.
Το θέμα του αναγνωρισμού είναι τυπικό για το έπος της Οδύσσειας, αναγνωρίζεται επομένως από τα αναφαίρετα και προαιρετικά του μοτίβα· προστιθέμενα τα δεύτερα στα πρώτα, ευνοούν και διαβαθμίζουν κάθε φορά τη δραματοποίησή του, ανάλογα με την πλοκή του μύθου, τα δρώμενα και τους δρώντες του. Στην Ιλιάδα το θέμα του αναγνωρισμού λανθάνει· υποβάλλεται κυρίως στη σκηνή της «Τειχοσκοπίας» της τρίτης ραψωδίας.
Στα αναγκαία μοτίβα του οδυσσειακού αναγνωρισμού ανήκουν: ως αναγκαία προϋπόθεση η απόκρυψη της πραγματικής ταυτότητας του ήρωα και η ρητορική του υπόκριση υπόκριση και απόκρυψη ενισχύονται κατά περίπτωση και από το μοτίβο της σωματικής παραμόρφωσης, στο οποίο ενέχεται η θεά Αθηνά, που αντιστρέφει κάποτε την παραμόρφωση σε εξωραϊσμό· ως καλός αγωγός για την πραγματοποίηση του αναγνωρισμού η προοδευτική αποβολή της σωματικής και ρητορικής προσωπίδας, η αποκάλυψη δηλαδή αυθεντικών σημάτων, τα οποία είτε είναι σωματικά είτε συμβολικά και περιβαλλοντολογικά (ουλή στο πόδι, αμετακίνητη συζυγική κλίνη, γνώριμα δέντρα στο πατρικό περιβόλι). Το πέρασμα από την κάλυψη στην αποκάλυψη συνιστά την ενδιάμεση φάση της δοκιμασίας: ο αναγνωριστής δοκιμάζει τον αναγνωριζόμενο, εκμαιεύοντας αποδεικτικά στοιχεία κάποτε υποκρίνεται και ο ίδιος.
Είμαι της γνώμης ότι ο ποιητής της Οδύσσειας, προτού εγκαινιάσει με τη δέκατη έκτη ραψωδία το πλέγμα των διαδοχικών αναγνωρισμών, προκαταβάλλει τη μήτρα αυτού του τυπικού θέματος. Τούτο συμβαίνει στη δέκατη τρίτη ραψωδία του έπους με υποκείμενα της αναγνωριστικής διαδικασίας τον ίδιο τον Οδυσσέα και τη θεά Αθηνά.
Ο ήρωας μεταφέρεται από τους φαίακες ναυτικούς στο νησί του νόστου ενύπνιος. Βυθισμένος στον ύπνο αποτίθεται μόνος στο λιμάνι του Φόρκυνα. Οταν κάποτε ανοίγει τα μάτια του, δεν μπορεί να αναγνωρίσει την Ιθάκη, γιατί η Αθηνά την έχει παραμορφώσει, σκεπάζοντάς την με πυκνή νεφέλη. Πανικοβάλλεται και πιστεύει ότι οι Φαίακες τον άφησαν τελικώς σε αφιλόξενο τόπο, ματαιώνοντας τον υπεσχημένο νόστο του. Την κρίσιμη αυτή στιγμή εμφανίζεται μπροστά του η προστάτισσα θεά, μεταμορφωμένη σε ωραίο βοσκόπουλο, βασιλικής καταγωγής. Ο Οδυσσέας αγωνιά να μάθει σε ποια χώρα βρίσκεται και η παραλλαγμένη Αθηνά τον ελέγχει που δεν αναγνωρίζει το διάσημο ανά τον κόσμο νησί του. Ο ήρωας ωστόσο δεν ενδίδει αμέσως στην ευφρόσυνη αποκάλυψη, συγκαλύπτοντας την ταυτότητά του με μια πλαστή ιστορία την πρώτη στο πλαίσιο του εσωτερικού του νόστου: υποκρίνεται τον κρητικό φυγάδα, που σκότωσε σε καρτέρι τον Ορσίλοχο, γιο του Ιδομενέα, επειδή θέλησε να του υφαρπάξει τα πολεμικά τρωικά του λάφυρα. Η Αθηνά αναγνωρίζει αμέσως το ψεύδος της πλαστής ιστορίας, χαμογελώντας χαϊδεύει τον παμπόνηρο υποκριτή, μεταμορφώνεται για δεύτερη φορά (τώρα σε αρχοντική και ψηλή γυναίκα, είδωλο της Εργάνης) και φανερώνει τη θεϊκή της φύση, ομολογώντας τη χαρακτηρολογική της συγγένεια με τον πολύτροπο ήρωα. Εφεξής η θεά σηκώνει τη συγκαλυπτική νεφέλη από το νησί του νόστου, κάθεται με τον προστατευόμενό της στη ρίζα μιας ελιάς, συνομιλεί φιλικά μαζί του και τον συμβουλεύει πότε και πώς να προχωρήσει στον εκδικητικό του φόνο. Τελικώς τον μεταμορφώνει σε κουρελή ζητιάνο, φαλακρό και γέρο, ώστε να παραμείνει αδιάγνωστος, σε εχθρούς και φίλους, ωσότου ετοιμαστεί σωστά και περατωθεί με επιτυχία το δύσκολο έργο της Μνηστηροφονίας.
Μίλησα για μήτρα του αναγνωρισμού και, σύμφωνα προς την υπόθεση αυτή, συμπεραίνω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση διευρύνονται και εμβαθύνονται τόσο οι προϋποθέσεις όσο και η ενδιάμεση δοκιμασία του αναγνωριστικού θέματος, ενώ συγχρόνως προδηλώνεται ο στόχος του στην εξέλιξη του έπους: συγκαλύπτεται πρώτα η ίδια η Ιθάκη· μεταμορφώνεται δύο φορές η θεά Αθηνά· με την πλαστή του ιστορία ανταποκρίνεται ο Οδυσσέας στη θεϊκή μεταμόρφωση, επιδεικνύοντας τη δική του ρητορική υπόκριση· συντελείται ο αμοιβαίος αναγνωρισμός, στη βάση μάλιστα κοινής χαρακτηρολογικής ταυτότητας θεού και ανθρώπου, που τη συνθέτουν αφενός η βουλή και οι μύθοι, αφετέρου η μήτις και τα κέρδεα· τέλος, συναποφασίζεται η παραμόρφωση του ίδιου του ήρωα ως απαραίτητος όρος για τη διεκπεραίωση της Μνηστηροφονίας. Λίγο πολύ τα σπέρματα της αναγνωριστικής μήτρας θα εμφανιστούν, μοιρασμένα και εξειδικευμένα, στους επόμενους διαδοχικούς αναγνωρισμούς. Το σημαντικότερο ίσως είναι ότι στο εσωτερικό της μήτρας αυτής μαθητεύει πρώτα ο ίδιος ο Οδυσσέας στη δοκιμασία του αναγνωρισμού, προτού εξελιχθεί σε αντικειμενικό όρο του.
Αν και εξαρτημένο το θέμα του αναγνωρισμού, διαθέτει στην Οδύσσεια ισχυρή εμβέλεια, η οποία δεν περιορίζεται μόνον στον κύκλο του εσωτερικού νόστου. Πρώιμα ίχνη της αναγνωρίζονται τόσο στην «Τηλεμάχεια» όσο και στη «Φαιακία» και στους «Μεγάλους Απολόγους».
Λανθάνουσα μορφή αναγνωρισμού εντοπίζεται ήδη στην τέταρτη ραψωδία και εδώ ο ελιγμός του ποιητή είναι πράγματι ιδιοφυής. Στον βαθμό που ο Τηλέμαχος, με τις ριψοκίνδυνες περιπέτειες της αποδημίας του, τείνει να οικειοποιηθεί, μικροσκοπικά έστω, το αντίστοιχο κλέος του Οδυσσέα, εμφανίζεται και εξωτερικά πιστό του αντίγραφο. Την εντυπωσιακή σωματική ομοιότητα πατέρα και γιου την προσέχει πρώτος ο Μενέλαος, προτού ακόμη ο νεαρός ξένος φανερώσει την ταυτότητά του· την ομολογεί όμως απερίφραστα και την χρησιμοποιεί ως τέχνημα αναγνωρισμού η, προφανώς παρατηρητικότερη και ευφυέστερη, Ελένη (4.128-146).
Στο πλαίσιο εξάλλου της «Φαιακίας» (ραψωδίες ζ-θ) το θέμα του αναγνωρισμού μεταφέρεται πλέον από τον Τηλέμαχο στον Οδυσσέα. Αρήτη και Αλκίνοος προσπαθούν να διαγνώσουν ποιος είναι ο πολύπλαγκτος ξένος που βρέθηκε στο παλάτι τους, οδηγημένος διακριτικά από την κόρη τους Ναυσικά, εκλιπαρώντας τώρα τον νόστο του. Η συναισθηματική εμπλοκή του αδιάγνωστου ξένου και ο σπαραχτικός του θρήνος, καθώς ακούει την πρώτη και την τρίτη αοιδή του Δημοδόκου, θα προκαλέσουν σωρείτη ερωτήσεων, που υποβάλλει ο Αλκίνοος στο τέλος της όγδοης ραψωδίας σαν έμβολο του επιθυμητού αναγνωρισμού. Τότε ο ήρωας αποκαλύπτει όνομα και πατρίδα, για να προχωρήσει αμέσως στη μακρά ιστορία του, μέσα από την οποία ολοκληρώνεται ο αναγνωρισμός του (ραψ. ι-μ).
Αλλά και στο εσωτερικό των «Μεγάλων Απολόγων» λανθάνουν δύο τουλάχιστον αναγνωρισμοί του Οδυσσέα: την πρώτη φορά από τον Κύκλωπα· την άλλη από την Κίρκη. Τυφλωμένος πια ο μονόφθαλμος Πολύφημος, θυμάται εξ υστέρου σχετική μαντεία του Τηλέμου που τον βοηθά να ταυτίσει τον Ούτιν με τον Οδυσσέα (9.506-516). Αντιστοίχως και η Κίρκη φέρνει στον νου της μια ξεχασμένη στο μεταξύ προειδοποίηση του Ερμή, πως κάποτε θα βρεθεί στο νησί και στην κλίνη της, γυρίζοντας από την Τροία, ο πολύτροπος Οδυσσέας, που τώρα αναγνωρίζει (10, 325-332).
Γενικά, ο αναγνωρισμός (με τις προϋποθέσεις του, την πλοκή και τα παρεπόμενά του) αρμόζει πολύ καλά τόσο στον νοβελιστικό ιστό όσο και στον επικό μύθο της Οδύσσειας. Απουσία είκοσι χρόνων και οριακές περιπέτειες στα ξένα αλλοιώνουν έτσι κι αλλιώς τη φυσιογνωμία του ξενιτεμένου και τον καθιστούν αδιάγνωστο ή τουλάχιστον δυσανάγνωστο. Υπάρχει επομένως φυσιολογικό υπόστρωμα στο οδυσσειακό θέμα του αναγνωρισμού που ο ποιητής χειρίζεται και σκηνοθετεί τις παραλλαγές του επιστρατεύοντας, όπου χρειάζεται, και την πααμορφωτική τέχνη της Αθηνάς. Απλούστερα: ο χρόνος που τρέχει μας αλλάζει· όταν συντρέχει και ο χωρισμός του χώρου, γινόμαστε αγνώριστοι· οπότε προκύπτει η αναγκαιότητα του αναγνωρισμού.
Ο κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης είναι ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.



