Το φάντασμα του δοσατζή και η συμφιλίωση με τον τραπεζικό δανεισμό


Τα ζευγάρια των 35άρηδων καλοπληρωμένων υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα σέρνουν τον χορό των δανείων με τα οποία εξυπηρετούνται σήμερα ολοένα και περισσότερες ανάγκες του νοικοκυριού και διαμορφώνουν το κλίμα στην αγορά.


Οι «35άρηδες», όπως δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία των τραπεζών, αποτελούν τους χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της πρώτης γενιάς ελλήνων καταναλωτών που μαθαίνουν να οργανώνουν τη ζωή τους σε ρυθμούς τους οποίους επιβάλλουν οι δόσεις των πολλαπλών, αλλεπάλληλων δανείων, τα οποία ξεκινούν από την αγορά διαμερίσματος και φθάνουν ώς την αγορά πινάκων και σειρών της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Ταυτόχρονα η εξοικείωσή τους με τον τραπεζικό δανεισμό φαίνεται ότι αφήνει… πίσω τις αντιλήψεις των γονέων τους. Και αυτή η εξοικείωση δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Αλλωστε, όπως επισημαίνει ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνοκάρτας κ. Π. Χαϊκάλης, «η εξάρτηση από τον δοσατζή των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών είχε διαμορφώσει μια αρνητική ψυχολογία σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες που δεν ήταν εύκολο να ξεπεραστεί από τη μία ημέρα στην άλλη».


Οι «35άρηδες» μπορεί να είναι οι καλύτεροι πελάτες των νέων τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών αλλά δεν είναι και οι… μόνοι. Ο δανεισμός του ελληνικού νοικοκυριού από χρόνο σε χρόνο αυξάνεται με ρυθμούς πολλαπλάσιους του πληθωρισμού.


Η αύξηση δύο βασικών μεγεθών είναι χαρακτηριστική των αλλαγών στη νοοτροπία και στη ζωή του έλληνα καταναλωτή: τα καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν μέσα στα τελευταία επτά χρόνια κατά δέκα φορές, ενώ την ίδια περίοδο τα στεγαστικά δάνεια υπερδιπλασιάστηκαν. Συγκεκριμένα τα δάνεια της καταναλωτικής πίστης (στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι πιστωτικές κάρτες) από 65 δισ. δρχ. το 1989 «πέταξαν» στο τέλος του 1996 στα 560 δισ. δρχ., ενώ τα στεγαστικά δάνεια από 615 δισ. δρχ. σκαρφάλωσαν στα 1.540 δισ. δρχ.


Η καταναλωτική πίστη, που ξεκίνησε από τις πιστωτικές κάρτες για να φθάσει στον δανεισμό των πιο προσωπικών αναγκών του έλληνα καταναλωτή, παρουσίασε αυξήσεις – ρεκόρ τα τέσσερα τελευταία χρόνια όπου καταργήθηκαν οι ποσοτικοί περιορισμοί των 300.000 δρχ. τον χρόνο και άρχισε η ελεύθερη δανειοδότηση των αναγκών του ελληνικού νοικοκυριού. Το συνολικό ύψος των καταναλωτικών δανείων στο τέλος του 1993 ήταν 128 δισ. δρχ., για να διπλασιασθεί σχεδόν τον επόμενο χρόνο (230 δισ. δρχ.) και να φθάσει κοντά στα 425 δισ. δρχ. στο τέλος του 1995. Ενα χρόνο μετά, σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το ύψος των καταναλωτικών δανείων έφθασε στα 560 δισ. δρχ.


Τα καταναλωτικά δάνεια, παρά τη ραγδαία αύξησή τους, αποτελούν ένα μικρό ποσοστό των χορηγήσεων των εμπορικών τραπεζών προς τον ιδιωτικό τομέα. Το ποσοστό αυτό σήμερα μόλις και μετά βίας υπερβαίνει το 10%, ενώ πριν από επτά χρόνια ήταν γύρω στο 3%, για να φθάσει γύρω στο 7% ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση. Η συνολική ιδιωτική κατανάλωση χρηματοδοτείται μέσω της καταναλωτικής πίστης κατά ποσοστό πολύ χαμηλότερο των αντίστοιχων στις άλλες ευρωπαϊκές χωρες, όπου η καταναλωτική πίστη είναι ανεπτυγμένη. Το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 1,7% (με στοιχεία του 1995) όταν το αντίστοιχο ποσοστό στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες ήταν μεταξύ 10% και 23%.


Αν και με χαμηλότερους ρυθμούς, συγκριτικά με τις επιδόσεις της καταναλωτικής πίστης, η στεγαστική πίστη κέρδισε σημαντικό έδαφος. Το 1989 το σύνολο των στεγαστικών δανείων ήταν 615 δισ. δρχ., ενώ το 1996, σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, το σύνολο των στεγαστικών δανείων έφθασε στα 1.540 δισ. δρχ.


Παρ’ όλα αυτά ο αριθμός των νοικοκυριών που έχουν δανεισθεί από τράπεζες (καταναλωτικά και προσωπικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες κλπ.) εξακολουθεί να παραμένει εξαιρετικά χαμηλός. Ο κ. Μ. Μασουράκης, επικεφαλής της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της Alpha Τράπεζας Πίστεως, διατυπώνει την εκτίμηση, βάσει των στοιχείων που διαθέτει, ότι «τα νοικοκυριά που έχουν προσφύγει σε τραπεζικό δανεισμό αυτής της μορφής δεν ξεπερνούν το 5% του συνόλου». Εξάλλου, σύμφωνα με στοιχεία που προέρχονται από το Οικονομικό Δελτίο της ίδιας τράπεζας (Ιανουάριος 1996), «η δανειακή επιβάρυνση για κάθε νοικοκυριό ανέρχεται σε 940.000 δρχ. περίπου» ενώ, όπως υπολογίζεται, «το ποσό αυτό με το οποίο φαίνεται να είναι χρεωμένο κάθε νοικοκυριό αποτελεί μόνο το 14% περίπου του διαθέσιμου, κατά μέσον όρον, εισοδήματός του».


Σε χαμηλά επίπεδα, παρά την εντυπωσιακή αύξηση της ζήτησης των τελευταίων ετών, παραμένει και το ποσοστό των Ελλήνων που αποκτούν ιδιόκτητη κατοικία συνάπτοντας δάνειο. Το ποσοστό αυτό, το χαμηλότερο στην Ευρώπη, δεν υπερβαίνει το 10% του συνόλου των ιδιοκτητών ιδιωτικής κατοικίας και αυτό οφείλεται, όπως εξηγεί ο κ. Α. Ταμβακάκης, υποδιοικητής της Κτηματικής Τράπεζας, «στο γεγονός ότι το 80% των μεταβιβάσεων αστικών ακινήτων που γίνονται στη χώρα μας αφορούν κληρονομιές, δωρεές και γονικές παροχές». Αλλωστε, όπως επισημαίνει ο ίδιος, «δύο στοιχεία παίζουν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Το ένα αφορά το μεγάλο ποσοστό ιδιόκτητης κατοικίας στη χώρα μας και το άλλο τη διατήρηση της νοοτροπίας για την αυτοχρηματοδότηση του ακινήτου».


Η γενική εικόνα που διαμορφώνεται ­ και στη μια και στην άλλη περίπτωση ­ δεν ανταποκρίνεται στις τάσεις που αρχίζουν να επικρατούν στην κοινωνία. Αντίθετα μάλιστα πιστοποιεί τα δύο πρόσωπα που παρουσιάζει το ελληνικό νοικοκυριό στις ημέρες μας. Το ένα διαμορφώνεται από τις συμπεριφορές των «νέων ηλικιών» που χαρακτηρίζονται από έναν συνεχή αυξανόμενο ρυθμό δανεισμού και το άλλο πρόσωπο συντίθεται από τις συμπεριφορές των «μεγαλύτερων ηλικιών» που συνεχίζουν να… κουμπώνονται όταν «ακούν για δάνειο».


«Οι νέες ηλικίες δεν φέρονται διατεθειμένες να μειώσουν τις φιλοδοξίες τους», λέει ο κ. Ντίνος Ανδριανόπουλος, διευθυντής μάρκετινγκ της Eurobank. «Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι ένα νέο ζευγάρι προσφεύγει ευκολότερα, σε σύγκριση με τις περασμένες δεκαετίες, σε δανεισμό προκειμένου να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία (σπίτι, αυτοκίνητο, οικιακό εξοπλισμό) που υπερβαίνουν κατά πολύ την τρέχουσα οικονομική δυνατότητά του». Η αλλαγή αυτής της νοοτροπίας οδηγεί καθημερινά χιλιάδες Ελληνες στα γκισέ των τραπεζών προκειμένου να αδράξουν την ευκαιρία να βελτιώσουν, έστω και με δανεικά, το βιοτικό τους επίπεδο. Ολα αυτά όμως λειτουργούν, όπως υποστηρίζει ο κ. Ανδριανόπουλος, «από τη στιγμή όπου υπάρχει ένας οικογενειακός προϋπολογισμός που αντέχει τέτοιου είδους υποχρεώσεις. Διαφορετικά, τα πράγματα περιπλέκονται και οι συνέπειες είναι δραματικές».


Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η «έκρηξη» της καταναλωτικής πίστης οδήγησε σε αλλεπάλληλες ανατροπές παραδοσιακών αντιλήψεων γύρω από τη λειτουργία της αγοράς, των τραπεζών αλλά και των επιχειρήσεων. Παρ’ όλα αυτά η συντριπτική πλειονότητα των καταναλωτών διαχειρίστηκε με τη μεγαλύτερη δυνατή σύνεση τις νέες δυνατότητες δανεισμού. Οι συμπεριφορές πάντως που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων ετών είχαν άμεση εξάρτηση από το ύψος των επιτοκίων δανεισμού και το διαθέσιμο εισόδημα των δανειζομένων.


«Το ελληνικό νοικοκυριό εξακολουθεί να αποφεύγει τον υπέρμετρο δανεισμό», παρατηρεί ο κ. Χαϊκάλης, εκτιμώντας ότι «οι κινήσεις των καταναλωτών είναι από συντηρητικές ώς προσεκτικές». Το παράδειγμα που αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνοκάρτας προέρχεται από τον χώρο ευθύνης του, που είναι οι πιστωτικές κάρτες: η μέση δαπάνη που κάνει ο κάτοχος μιας πιστωτικής κάρτας με τη βία υπερβαίνει τις 350.000 δρχ. τον χρόνο. Η αναφορά αυτού του ποσού έχει σχετική σημασία καθώς η πλειονότητα των ενεργών καταναλωτών που έχουν μάθει να πραγματοποιούν τις καθημερινές συναλλαγές τους με «πλαστικό χρήμα» διαθέτει περισσότερες της μιας κάρτες και οι δαπάνες που πραγματοποιεί μπορεί να ξεπερνούν και το 1 εκατ. δρχ. Τα τελευταία δύο χρόνια ο αριθμός των πιστωτικών καρτών παραμένει σταθερός, γύρω στο 1.200.000, ενώ «κινήσεις» παρουσιάζει το 80% του συνόλου των καρτών που έχουν εκδοθεί από τις τράπεζες και τις θυγατρικές εταιρείες τους.


Οι εξελίξεις της καταναλωτικής και της στεγαστικής πίστης, όπως πιστεύουν τα τραπεζικά στελέχη, θα εξαρτηθούν κυρίως από την πορεία που θα ακολουθήσουν τα επιτόκια αλλά και το διαθέσιμο εισόδημα της μεγάλης πλειονότητας των ελληνικών νοικοκυριών. Η πτώση του πληθωρισμού έφερε με τη σειρά της και τη μείωση των επιτοκίων σε όλα τα είδη των δανείων, χωρίς όμως να υπάρξει, προς το παρόν τουλάχιστον, ανάλογη ανταπόκριση του καταναλωτικού κοινού.


Η αναμονή είναι σήμερα η κυρίαρχη στάση των καταναλωτών παρά τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται στην αγορά. Δύο παραδείγματα είναι χρήσιμα: η Κτηματική Τράπεζα, που ελέγχει γύρω στο 60% της αγοράς των δανείων ιδιωτικής κατοικίας, προσφέρει σταθερό επιτόκιο 11,9% για τα πέντε επόμενα χρόνια από τη λήψη του δανείου, γεγονός που συνεπάγεται μηνιαία επιβάρυνση του δανειολήπτη κατά 100.000 δρχ. σε ένα δάνειο 8,5 εκατ. δρχ., που είναι το συνηθισμένο ποσό το οποίο ζητεί η πελατεία της. Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική τράπεζα Citibank προσφέρει «ανοιξιάτικο» επιτόκιο 17% για τα καταναλωτικά δάνεια, με τη μηνιαία δόση να διαμορφώνεται σε 37.000 δρχ. περίπου για κάθε 1 εκατ. δρχ. που δανειζόμαστε και τις οποίες έχουμε την υποχρέωση να αποπληρώσουμε σε 36 μήνες. Τόσο ο πελάτης της Κτηματικής όσο και ο πελάτης της Citibank, αν και έχουν διαφορετικά «πορτοφόλια» στην τσέπη τους, μπορεί με περισσότερη ισοτιμία να γευθεί τα οφέλη της μείωσης των επιτοκίων.


Η περαιτέρω μείωση των επιτοκίων, σε μεγάλο βαθμό, δεν θα εξαρτηθεί τόσο από την πτώση του πληθωρισμού αλλά από τη δυνατότητα των τραπεζών να μειώσουν δραστικά το κόστος λειτουργίας τους. Αυτούς «κυνηγούν» οι τράπεζες


Ο Γιώργος και η Κατερίνα, ένα τυπικό ζευγάρι 35άρηδων που ζουν στην Αθήνα και δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα, δαπανούν τον μήνα παραπάνω από το μισό οικογενειακό εισόδημά τους για να εξυπηρετούν το χρέος του νοικοκυριού τους στις τράπεζες. Το νεανικό ζευγάρι, μη θέλοντας να… ψαλιδίσει ευθύς εξαρχής τις προσδοκίες μιας καλύτερης ζωής, αξιοποίησε όλες τις δυνατότητες που δίνουν οι τράπεζες. Ετσι, ο Γιώργος και η Κατερίνα δανείστηκαν για το σπίτι που μένουν, για τον εξοπλισμό του νοικοκυριού τους, για το αυτοκίνητό τους ακόμη και για τα περιστασιακά μικροέξοδα των γιορτινών ημερών και των διακοπών. Αποτέλεσμα: ένα ποσό 550.000 – 600.000 δραχμών, από τις 800.000 δραχμές που κερδίζουν τον μήνα, να καταλήγει στα ταμεία δύο τριών τραπεζών.


Το πρώτο βήμα του ζευγαριού ήταν να αποκτήσουν το δικό τους διαμέρισμα. Οι οικονομίες τους (μαζί με τις συνεισφορές των γονέων και των παππούδων) δεν έφθαναν για το τριαράκι που θα στέγαζε το νοικοκυριό τους. Το στεγαστικό δάνειο των 10 εκατομμυρίων δραχμών ήταν το απαραίτητο συμπλήρωμα. Το ζευγάρι, μπροστά στο δίλημμα σταθερό ή κυμαινόμενο επιτόκιο, επέλεξε το πρώτο που ήταν και φθηνότερο (11,5% το σταθερό, τέσσερις μονάδες χαμηλότερο από το κυμαινόμενο). Ετσι, η μηνιαία δόση καθορίστηκε για τα πέντε πρώτα χρόνια σε 155.000 δραχμές, 20.000 χαμηλότερη από τη δόση του «κυμαινόμενου δανείου».


Το δεύτερο βήμα αφορούσε τον εξοπλισμό του σπιτιού, σε συσκευές και έπιπλα. Το ζευγάρι ξαναπήγε στην τράπεζα (έχοντας τις ανάλογες αποδείξεις αγοράς) και έφυγε από αυτήν με 4 εκατομμύρια δραχμές. Το χρέος του νεανικού νοικοκυριού ανέβηκε στα 14 εκατ. δρχ. και η μηνιαία υποχρέωση στις 305.000 δραχμές. Και αυτό γιατί η επιβάρυνση που έφερε το καταναλωτικό δάνειο, με επιτόκιο 20% και περίοδο αποπληρωμής 18 μηνών, ήταν 150.000 δραχμές τον μήνα.


Το επόμενο βήμα αφορούσε τους τέσσερις τροχούς της οικογένειας. Το ζευγάρι επισκέφθηκε για τρίτη φορά την τράπεζα για ένα δάνειο 3 εκατ. δρχ. που συμπλήρωνε το ποσό για την απόκτηση ενός αυτοκινήτου 1.400 κυβικών. Η μηνιαία δόση για το δάνειο του αυτοκινήτου (επιτόκιο 19% περίπου για περίοδο αποπληρωμής 36 μηνών) καθορίστηκε στις 94.000 δραχμές, ανεβάζοντας τη μηνιαία υποχρέωση σε 399.000 δραχμές.


Αλλά οι δοσοληψίες με τις τράπεζες δεν σταματούν εδώ. Υπάρχουν οι δόσεις για τις κάρτες, που γίνεται προσπάθεια να μην ξεπερνούν τις 65.000 δραχμές τον μήνα, αλλά και η ουρά των 94.000 δραχμών ενός προσωπικού δανείου (ύψους 1 εκατομμυρίου δραχμών) που… καταναλώθηκε για τις διακοπές του καλοκαιριού και τα μικροέξοδα των γιορτών των Χριστουγέννων. Με όλα αυτά ο τελικός λογαριασμός των μηνιαίων υποχρεώσεων διαμορφώνεται σε 550.000 δραχμές τον μήνα.


Το ζευγάρι της ιστορίας μας, που δεν εκφράζει σε καμία περίπτωση τις δανειακές υποχρεώσεις του μέσου ελληνικού νοικοκυριού, είναι σήμερα ο νέος, ευπρόσδεκτος πελάτης των τραπεζών. Ο λόγος απλός και προφανής: ο Γιώργος και η Κατερίνα όπως και χιλιάδες άλλα ζευγάρια σε όλη τη χώρα διαθέτουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά που «κυνηγούν» οι τράπεζες. Το πρώτο εξ αυτών είναι το «υψηλό και σταθερό εισόδημα», ενώ ακολουθούν η «ηλικία» και το «επάγγελμα». Ολα αυτά συνδυαζόμενα με τις προσδοκίες του ζευγαριού για μια ποιοτική αναβάθμιση του επιπέδου ζωής δημιουργούν το κατάλληλο «μείγμα» για τα τραπεζικά κομπιούτερ που έχουν πάρει κυριολεκτικά φωτιά.