Κάθε αναφορά στις μεγάλες αντιθέσεις της σύγχρονης Τουρκίας άρχιζε από την τεράστια διαφορά προόδου των ανεπτυγμένων δυτικών παραλίων με τα υπανάπτυκτα «βάθη της Ανατολίας». Τα τελευταία χρόνια γίνεται φανερό ότι κάτι αλλάζει στις ανατολικές επαρχίες της χώρας. Το σταθεροποιητικό πρόγραμμα Ερντογάν έχει ευνοήσει τη δημιουργία μιας νέας κοινωνικοοικονομικής ελίτ – στην Τουρκία κάνουν λόγο για ισλαμικό καλβινισμό. H νέα αυτή ελίτ έχει αυτοδικαίως αναδειχθεί στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας. Ωστόσο, παρά την καταγεγραμμένη πρόοδο και πέραν του «διακριβωμένου “ναι”» της Ευρωπαϊκής Ενωσης – η έκφραση ανήκει στον Ρομάνο Πρόντι -, η Τουρκία παραμένει κατ’ εξοχήν χώρα των αντιθέσεων. Σε αυτή συμβιώνουν η παγκοσμιοποιημένη ελεύθερη αγορά με τον πιο ακραίο κρατικό προστατευτισμό, η φεουδαρχία αγροτικού τύπου με τον άγριο καπιταλισμό, η θεοκρατία με ένα «κοσμικό» στρατοκρατούμενο και αστυνομικό κράτος (με συχνές παρακρατικές εκτροπές). Ταυτόχρονα με την ανάπτυξη μιας ισλαμο-καλβινιστικής ελίτ ισχυροποιούνται όλο και περισσότερο οι παλαιές επιχειρηματικές δυναστείες τύπου Κοτς και Σαμπαντσί. Σύμφωνα με το περιοδικό «Forbes», η Τουρκία το 2005 διέθετε 21 δισεκατομμυριούχους (σε δολάρια βεβαίως…).


H τελική απάντηση στο ερώτημα της ένταξης ή όχι της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να είναι πολιτική. Αλλά και οικονομική να είναι, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα είναι θετική. Οι αριθμοί, πράγματι, ευημερούν. H Τουρκία όμως εξακολουθεί να είναι μια φτωχή και (συγκριτικά) υπανάπτυκτη χώρα. Σύμφωνα με την κατάταξη του Φόρουμ του Νταβός, είναι 65η μεταξύ 102 κρατών σε ανταγωνιστικότητα. Και δεν πρόκειται για μια ακόμη Λετονία ή μια Βουλγαρία. Δεν είναι εξίσου εύκολο για την EE να σηκώσει στις πλάτες της μια χώρα 70 εκατ. κατοίκων με κατά κεφαλήν εισόδημα που μετά βίας φθάνει το ήμισυ των νέων κρατών-μελών της Κεντρικής Ευρώπης και το 27% του μέσου κοινοτικού όρου, μια χώρα με 30% αγροτικό πληθυσμό και με τεράστιες κοινωνικές υστερήσεις – μόνο ένα στα δύο κορίτσια ηλικίας 7 ως 13 ετών πηγαίνει στο σχολείο. Αρκεί άραγε η δημογραφική ανάσα που θα δώσουν στη γερασμένη Ευρώπη τα δεκάδες εκατομμύρια (φθηνά) εργατικά χέρια των Τούρκων;


Στην Ελλάδα η Καισάρεια είναι γνωστή ως τόπος διαμονής του Αϊ-Βασίλη. Για την Τουρκία όμως αποτελεί το χειροπιαστό παράδειγμα μιας πόλης που μεταμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια σε ένα πρότυπο – όχι μόνο για τα τουρκικά δεδομένα – βιομηχανικό κέντρο. Αν και βρίσκεται στα βάθη της Ανατολίας, αν και η τοπική κοινωνία είναι πολύ πιο συντηρητική και θρησκευόμενη συγκρινόμενη με τα μεγάλα αστικά κέντρα, η πόλη κατάφερε να μετατρέψει τις μικρές οικογενειακές βιοτεχνίες και τις μεταπρατικές επιχειρήσεις σε σημαντικές βιομηχανικές μονάδες που εξάγουν τα προϊόντα τους στις αγορές της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής, ακόμη και των Ηνωμένων Πολιτειών. Μέσα σε λίγα χρόνια η κλειστή οικονομία της πόλης απέκτησε μια θαυμαστή δυναμικότητα και εξωστρέφεια.


Στη Δυτική Ευρώπη ο συγκερασμός ισλαμικής θρησκευτικότητας και συσσώρευσης κεφαλαίου αποκλήθηκε «πράσινος καπιταλισμός». Στην Τουρκία άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως ένας νέος όρος: «ισλαμικός καλβινισμός».


Ενας από τους εισηγητές του νέου και ευλόγως έντονα αμφιλεγόμενου όρου είναι ο πρώην δήμαρχος της Καισαρείας Σουκρού Καρατεπέ. Καθηγητής της Κοινωνιολογίας προτού ασχοληθεί με την πολιτική, ο Καρατεπέ ομολογεί ότι εμπνεύστηκε τον ισλαμικό καλβινισμό από τον γερμανό κοινωνιολόγο Μαξ Βέμπερ, ο οποίος ανέλυσε εις βάθος την ηθική διάσταση που έδωσε το προτεσταντικό κίνημα στην εργασία και στη συσσώρευση πλούτου, συμβάλλοντας τα μέγιστα στη δημιουργία του σύγχρονου καπιταλισμού. «Εχω διαβάσει τον Βέμπερ, που έγραψε για την ανάδειξη της εργασίας, της αποταμίευσης και της επένδυσης σε ηθικές και θρησκευτικές αξίες» εξηγεί ο Καρατεπέ σε πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στο ραδιόφωνο του BBC. «Κατ’ εμέ» συνεχίζει «οι διεργασίες που περιέγραψε ο μεγάλος θεωρητικός της κοινωνιολογίας είναι αυτές που χαρακτηρίζουν τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις της πόλης μας. Οι πολίτες της Καισαρείας είναι βαθιά θρησκευόμενοι. Ωστόσο εργάζονται σκληρά, δεν καταναλώνουν άσκοπα, επανεπενδύουν τα χρήματά τους στις επιχειρήσεις τους και θεωρούν ότι ο πλούτος που συσσωρεύουν αποτελεί απόδειξη ότι ο Θεός επιδοκιμάζει και ανταμείβει την ενάρετη ζωή που διάγουν. Κάπως έτσι περιέγραψε και ο Βέμπερ τη συμπεριφορά και τις ηθικές αξίες των καλβινιστών».


H Καισάρεια βεβαίως δεν είναι η μοναδική τουρκική πόλη στην οποία ανθεί ο ισλαμικός καλβινισμός. Το φαινόμενο απαντάται σε πολλές πόλεις της Ανατολίας και αποτέλεσε το αντικείμενο έκθεσης που δημοσίευσε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τη Σταθερότητα (European Stability Initiative) – μια «δεξαμενή σκέψης» που μελετά τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις στην ευρωπαϊκή περιφέρεια. Ο διευθυντής της Πρωτοβουλίας, Τζέραλντ Κνάους, σημειώνει ότι οι περισσότεροι νέοι επιχειρηματίες στην Τουρκία αναφερόμενοι σε αποσπάσματα του Κορανίου και σε ρήσεις του Προφήτη Μωάμεθ δίνουν την εντύπωση ότι αναφέρονται σε… οικονομικά εγχειρίδια. «Υποστηρίζουν ότι είναι πολύ σημαντικό για αυτούς να προσπαθούν να μεγεθύνουν τις επιχειρήσεις τους και να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, γιατί αυτό τους υπαγορεύει η θρησκεία τους» τονίζει ο Κνάους.


Βεβαίως ο όρος «ισλαμικός καλβινισμός» έχει ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών στους «παραδοσιακούς» μουσουλμανικούς κύκλους της γείτονος. Εχει γραφεί επανειλημμένως στον τουρκικό Τύπο ότι πρόκειται για μια συνωμοσία της Δύσης που αποσκοπεί στον εκχριστιανισμό του Ισλάμ. H ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, παρ’ ότι προωθείται από έναν πολιτικό με κατατεθειμένη και αδιαμφισβήτητη θρησκευτική ταυτότητα, όπως είναι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχει ευλόγως συσπειρώσει εσωστρεφείς και συντηρητικούς πόλους, που αντιμετωπίζουν το άνοιγμα προς τη Δύση και εν γένει τον οικονομικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό της χώρας ως απειλή.


Και όμως οι προσπάθειες των μεγάλων επιχειρηματικών οικογενειών της Τουρκίας να φέρουν τη χώρα πιο κοντά στην Ευρώπη – μόνο το 5% της τουρκικής επικράτειας βρίσκεται στην ευρωπαϊκή ήπειρο – δεν έχουν πιθανότητες να ευοδωθούν αν δεν ενστερνιστούν το «ευρωπαϊκό όραμα» τα πιο δυναμικά και πιο καθοριστικά για την ανάπτυξη της χώρας κομμάτια της τουρκικής κοινωνίας. Γιατί απέναντι στους μεγάλους ομίλους του Κοτς και του Σαμπαντσί, με την αδιαμφισβήτητη οικονομική ισχύ και τις απαραίτητες πολιτικές διαπλοκές, ένας τεράστιος αριθμός μικρομεσαίων επιχειρήσεων συμβάλλει κατά το 80% στη διαμόρφωση του τουρκικού ΑΕΠ. Το Εμπορικό και Επαγγελματικό Επιμελητήριο της Τουρκίας (ΚΟΒΙ) έχει ως μέλη 4 εκατομμύρια μικρομεσαίους επιχειρηματίες. «H Τουρκία είναι η χώρα των επιχειρηματιών. Οι μικρομεσαίοι άλλωστε συνιστούν την εκλογική βάση της κυβέρνησης του Κόμματος της Δικαιοσύνης του Ερντογάν» σημείωνε πρόσφατα στην εφημερίδα «Le Monde» ο εκπρόσωπος του μεγάλου δικηγορικού γραφείου Gide στην Κωνσταντινούπολη Γκιγιόμ Ρουζιέ-Μπριέρ.


Σύμφωνα με έρευνα της εφημερίδας, από τους συγκριτικά μικρούς εμπόρους, βιοτέχνες και επιτηδευματίες έχει ξεπηδήσει μια νέα άρχουσα τάξη στην Τουρκία: οι «τίγρεις της Ανατολής». Κατάγονται από τα μεσαία και συντηρητικά κοινωνικά στρώματα και διαπνέονται από μιαν άκαμπτη – τουλάχιστον στη ρητορική – ισλαμική ηθική. H νέα αυτή επιχειρηματική ελίτ, αντιφατική καθώς επαγγέλλεται ταυτόχρονα τον οικονομικό φιλελευθερισμό και τον κοινωνικό συντηρητισμό, βρίσκεται στην πρωτοπορία τόσο της εκσυγχρονιστικής στροφής της Τουρκίας προς τη Δύση όσο και των οικονομικών επιτευγμάτων των τελευταίων ετών.