ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ συμβόλαια «νέας γενιάς» ή άλλως unit linked προϊόντα. Οπως όμως και αν ονομάζονται η ουσία είναι ότι αποτελούν την «επανάσταση» στον ασφαλιστικό χώρο, αφού σε ένα μικρό σχετικά χρονικό διάστημα έχουν καταφέρει να παραγκωνίσουν τα παραδοσιακά ασφαλιστήρια συμβόλαια ή άλλως τα γνωστά και ως «συμμετοχής».
Ποια όμως είναι τα χαρακτηριστικά των νέων αυτών ασφαλιστηρίων συμβολαίων που τα έχουν καταστήσει τόσο δημοφιλή στο αποταμιευτικό κοινό; Η πρώτη απάντηση στην εν λόγω ερώτηση είναι λίγο αποκαρδιωτική, διότι τα ασφαλιστήρια συμβόλαια νέας γενιάς δεν προσφέρουν καμία απολύτως εγγυημένη απόδοση. Δεν προσφέρουν ούτε το τεχνικό επιτόκιο (4,5%-5%). Αυτό συμβαίνει επειδή επενδύουν σε αμοιβαία κεφάλαια και προσφέρουν απλώς την απόδοση που τυχαίνει να έχει τη δεδομένη στιγμή το αμοιβαίο που έχουν επενδυθεί οι μονάδες του ασφαλιζομένου και που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να είναι εγγυημένες.
Μια από τις σημαντικότερες ίσως παρατηρήσεις που θα μπορούσε να κάνει κανείς για τα εν λόγω προϊόντα είναι ότι, προτού υπογραφεί ένα τέτοιου είδους ασφαλιστήριο, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να γνωρίζει τι είναι τα αμοιβαία κεφάλαια, πώς λειτουργούν και ποια η σχέση τους με το συμβόλαιο που συνάπτεται. Πρόκειται για μια πολύ απλή υπόθεση. Ουσιαστικά, με το ασφάλιστρο που καταβάλλει αγοράζει επενδυτικές μονάδες. Παράδειγμα, ο ασφαλιζόμενος καταβάλλει στην ασφαλιστική εταιρεία ένα ετήσιο ασφάλιστρο, το οποίο συνήθως προκαταβάλλεται σε ενιαία μορφή, και αναλαμβάνει να επιλέξει τον τρόπο που θα επενδυθεί προκειμένου να έχει την υψηλότερη δυνατή απόδοση. Ο δικαιούχος του ασφαλιστηρίου έχει την αποκλειστική ευθύνη των επιλογών που κάνει, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν τον καθοδηγεί προς τη σωστή κατεύθυνση.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες που προσφέρουν ασφαλιστήρια «νέας γενιάς» συνεργάζονται με τις ΑΕΔΑΚ που συγκροτούν τα αμοιβαία όπου επενδύονται τα ασφάλιστρα των ασφαλιζόμενων. Η σημαντικότερη πάντως διαφορά μεταξύ των παραδοσιακών ασφαλιστηρίων και των unit linked είναι η ευελιξία των δεύτερων. Και όταν λέμε «ευελιξία» εννοούμε ότι έχουν σχεδιαστεί για να προσαρμόζονται στις εκάστοτε ανάγκες των ασφαλιζομένων και ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Ο ασφαλιζόμενος είναι σε θέση να επιλέγει το «πακέτο» των ασφαλιστικών καλύψεων αλλά και την ποσόστωση μεταξύ ασφάλειας και επένδυσης. Είναι επίσης σε θέση να αλλάζει επενδυτική πολιτική, μεταφέροντας τις επενδυτικές του μονάδες από το ένα αμοιβαίο κεφάλαιο στο άλλο, όταν κρίνει ότι ένας συγκεκριμένος συνδυασμός μπορεί να του αποφέρει σημαντικότερη απόδοση. Πάντως, κατά γενική ομολογία, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια νέας γενιάς αποδίδουν σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα. Διότι, σύμφωνα με τα όσα ισχύουν στην αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, παίζει πολύ μεγάλο ρόλο η αναλογία μεταξύ απόδοσης και κινδύνου. Με πιο απλά λόγια, είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί μεγάλη απόδοση, αν δεν υπάρχει η διάθεση από πλευράς του ασφαλιζομένου να αναλάβει μεγαλύτερο κίνδυνο. Βέβαια, αναλαμβάνοντας έναν μέσο κίνδυνο ο ασφαλιζόμενος είναι σε θέση να εξασφαλίσει το κεφάλαιό του αλλά και γιατί όχι να έχει και κάποιο κέρδος.
Οπως προαναφέρθηκε όμως, ανάλογα με το είδος του αμοιβαίου στο οποίο επιλέγει να επενδύσει ο ασφαλιζόμενος, μπορούμε να μιλάμε για ένα είδος απόδοσης που δεν είναι άλλη από αυτή που αναγράφεται σε καθημερινή βάση στις στήλες των αμοιβαίων κεφαλαίων του Τύπου και βάση την οποία ο ασφαλιζόμενος είναι σε θέση να αποτιμά την αξία του συμβολαίου του. Ειδικότερα, αν ο ενδιαφερόμενος επιλέξει να μην αναλάβει μεγάλο «ρίσκο» και επενδύσει το ενιαίο ασφάλιστρο που θα καταβάλει σε αμοιβαία σταθερού εισοδήματος, που με τη σειρά τους επενδύουν σε τίτλους σταθερής απόδοσης, τότε αναμένεται να επιτύχει απόδοση η οποία θα κυμαίνεται κοντά στα τραπεζικά επιτόκια και στις αποδόσεις των κρατικών τίτλων. Παρόμοια απόδοση θα πετύχει αν επιλέξει να επενδύσει σε αμοιβαία διαχείρισης διαθεσίμων. Αντίθετα, όσοι ασφαλιζόμενοι είναι σε θέση να αναλάβουν μεγαλύτερο «ρίσκο», επενδύουν σε αναπτυξιακά και διεθνή αμοιβαία κεφάλαια, τα οποία μπορεί να μην «εξασφαλίζουν» μια σταθερή απόδοση αλλά σε περίπτωση όπου η πορεία τους είναι ικανοποιητική, μπορούν να αποφέρουν μεγάλα κέρδη. Πώς και πού επενδύετε
Ο τρόπος λειτουργίας των ασφαλιστηρίων «νέας γενιάς» είναι πολύ απλός. Οταν πληρωθούν τα ασφάλιστρα η εταιρεία παρακρατεί τους φόρους και τα έξοδα και το υπόλοιπο ποσό το χρησιμοποιεί για την αγορά των επενδυτικών μονάδων οι οποίες αναγράφονται στον λογαριασμό του πελάτη. Παράλληλα κρατάει και ένα ποσό για την ασφαλιστική κάλυψη. Βέβαια πολλές εταιρείες διαμορφώνουν το ασφαλιστικό πακέτο του ασφαλιζομένου ανάλογα με την πορεία του επενδυτικού του λογαριασμού. Κυρίως όμως μπορούμε να μιλάμε για ποσόστωση μεταξύ ασφάλειας και επένδυσης. Πιο συγκεκριμένα, αν υποθέσουμε ότι ο ασφαλιζόμενος καταβάλλει στην ασφαλιστική εταιρεία ένα ετήσιο αρχικό ασφάλιστρο της τάξεως των 100.000 δρχ., οι 10.000 δρχ. προορίζονται για τα λεγόμενα έξοδα διαχείρισης, οι 70.000 δρχ. για την αγορά επενδυτικών μονάδων και οι υπόλοιπες 20.000 δρχ. για την αγορά ασφαλιστικών μονάδων. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι η ποσόστωση μεταξύ ασφάλειας και επένδυσης είναι ένα ζήτημα για το οποίο αποφασίζει ο ασφαλιζόμενος ανάλογα με τις ανάγκες του. Επίσης καλό θα ήταν να αναφερθεί ότι η καλή ή κακή πορεία των επενδυτικών μονάδων του ασφαλιζομένου σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει τις ασφαλιστικές καλύψεις τις οποίες πληρώνει.
Από την πλευρά τους οι εταιρείες προσφέρουν ένα ευρύ φάσμα επενδυτικών επιλογών και ο ασφαλιζόμενος επιλέγει ανάλογα με την οικονομική του ευρωστία αλλά και τις ανάγκες του. Επίσης είναι σε θέση να ορίσει το ποσό του ασφαλίστρου που θα καταβάλλει στην εταιρεία, είτε σε ενιαία μορφή είτε τμηματικά, τη συχνότητα της καταβολής του, το ύψος και το είδος της ασφαλιστικής κάλυψης, τα πακέτα των συμπληρωματικών ασφαλιστικών παροχών, τη χρονική διάρκεια του συμβολαίου του, το ποσοστό αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου του αν το επιθυμεί, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα του καταβληθούν από την εταιρεία τα χρήματα με τη λήξη του συμβολαίου είτε, δηλαδή, υπό τη μορφή εφάπαξ ποσών είτε υπό τη μορφή μηνιαίας σύνταξης.



